διαπυροΝ

Παναγιώτης Δημητράς – Καμιά ανοχή χωρίς συνενοχή

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 3:01 μμ

Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

http://www.ohchr.org/EN/UDHR/Pages/Language.aspx?LangID=grk

10 Δεκεμβρίου 1948

 

Προοίμιο

 

Επειδή η αναγνώριση της αξιοπρέπειας, που είναι σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας, καθώς και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους, αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο.

 

Επειδή η παραγνώριση και η περιφρόνηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου οδήγησαν σε πράξεις βαρβαρότητας που εξεγείρουν την ανθρώπινη συνείδηση και η προοπτική ενός κόσμου όπου οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι να μιλούν και να πιστεύουν, λυτρωμένοι από τον τρόμο και την αθλιότητα, έχει διακηρυχθεί ως η πιο υψηλή επιδίωξη του ανθρώπου.

 

Επειδή έχει ουσιαστική σημασία να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα από ένα καθεστώς δικαίου, ώστε ο άνθρωπος να μην αναγκάζεται να προσφεύγει, ως έσχατο καταφύγιο, στην εξέγερση κατά της τυραννίας και της καταπίεσης. (…)

 

Άρθρο 1

 

Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα. Είναι προικισμένοι με λογική και συνείδηση, και οφείλουν να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα αδελφοσύνης.

 

Άρθρο 2

 

Κάθε άνθρωπος δικαιούται να επικαλείται όλα τα δικαιώματα και όλες τις ελευθερίες που προκηρύσσει η παρούσα Διακήρυξη, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, ειδικότερα ως προς τη φυλή, το χρώμα, το φύλο, τη γλώσσα, τις θρησκείες, τις πολιτικές ή οποιεσδήποτε άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική καταγωγή, την περιουσία, τη γέννηση ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση.

 

Δεν θα μπορεί ακόμα να γίνεται καμία διάκριση εξαιτίας του πολιτικού, νομικού ή διεθνούς καθεστώτος της χώρας από την οποία προέρχεται κανείς, είτε πρόκειται για χώρα ή εδαφική περιοχή ανεξάρτητη, υπό κηδεμονία ή υπεξουσία, ή που βρίσκεται υπό οποιονδήποτε άλλον περιορισμό κυριαρχίας.

 

Άρθρο 3

 

Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την προσωπική του ασφάλεια.

 

Άρθρο 4

 

Κανείς δεν επιτρέπεται να ζει υπό καθεστώς δουλείας, ολικής ή μερικής. Η δουλεία και το δουλεμπόριο υπό οποιαδήποτε μορφή απαγορεύονται.

 

Άρθρο 5

 

Κανείς δεν επιτρέπεται να υποβάλλεται σε βασανιστήρια, ούτε σε ποινή ή μεταχείριση σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική.

Από το 1948, η ανθρωπότητα αποφάσισε πως κάθε άνθρωπος έχει το θεμελιώδες δικαίωμα να ζει με αξιοπρέπεια και να απολαμβάνει τα θεμελιώδη δικαιώματα της ζωής, της ελευθερίας, της προσωπικής ασφάλειας, απαλλαγμένος από κάθε μορφή δουλείας, βασανιστηρίων, αλλά και σκληρής, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης. Αυτά είναι προϋπόθεση ώστε να μην ξαναζήσει κανένας άνθρωπος πράξεις βαρβαρότητας, να αισθάνεται λυτρωμένος από τον τρόμο και την αθλιότητα, καθώς και να γνωρίζει πως προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα από ένα καθεστώς δικαίου, ώστε να μην αναγκασθεί ποτέ να προσφεύγει, ως έσχατο καταφύγιο, στην εξέγερση κατά της τυραννίας και της καταπίεσης, συχνότατα με χρήση βίας.

Στα εξήντα χρόνια που πέρασαν από τότε, η απαγόρευση της χρήσης οποιασδήποτε μορφής βίας εξειδικεύτηκε και διευρύνθηκε σε καταστάσεις που παραδοσιακά δεν θεωρούνταν μορφές βίας ή σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης.

Πρώτα από όλα, γενικεύθηκε (σε όλη την Ευρώπη και μεγάλο αριθμό άλλων κρατών) η κατάργηση της θανατικής ποινής ως τιμωρίας για σοβαρά εγκλήματα.

Παράλληλα, συντάχθηκαν διεθνή κείμενα που εξειδικεύουν την απαγόρευση της ενδοοικογενειακής βίας (συνήθως βίας κατά των γυναικών και των παιδιών), αλλά και της σωματικής τιμωρίας των παιδιών, τα οποία μέχρι πρόσφατα ήταν στο απυρόβλητο των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Μάλιστα, καθιερώθηκε το συμφέρον του παιδιού ως θεμελιώδες δικαίωμα την υποστήριξη του οποίου έχει τελικά η πολιτεία παρεμβαίνοντας όταν χρειαστεί στην οικογένεια (ακόμα και με αφαίρεση κηδεμονίας), η οποία ενδεχόμενα παίρνει αποφάσεις αντίθετες προς το συμφέρον του.

Πρόσφατα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) θεώρησε σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση τις απαράδεκτες συνθήκες κράτησης σε αστυνομικά τμήματα ή φυλακές. Το ίδιο έχει κάνει για εξώσεις ατόμων από τα σπίτια τους όταν είναι παρόντες ή παρούσες κατά την κατεδάφιση και έξωση. Ακόμα πιο σημαντικό είναι πως θεώρησε τις επικρατούσες απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης σε συνδυασμό με τη ρατσιστική αντιμετώπιση των συναφών καταγγελιών των Ρομά ως προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, και άρα ταπεινωτική μεταχείριση.

Ποιες μορφές βίας παραμένουν «νομιμοποιημένες»; Μόνο η βία που χρησιμοποιείται ως αναπόφευκτο μέσο άμυνας σε βίαιη επίθεση, και πάντα με την προϋπόθεση ότι γίνεται αναλογική χρήση της. Για παράδειγμα, ένα άτομο δεν πυροβολεί να σκοτώσει άλλο άτομο που του επιτίθεται χωρίς όπλο, και άρα χωρίς κίνδυνο για τη ζωή του. Οπωσδήποτε, δε, δεν νομιμοποιείται η χρήση βίας με τη μορφή βασανιστηρίων ούτε και στην περίπτωση που, για παράδειγμα, οι αρχές επιθυμούν να πληροφορηθούν από κρατούμενο τις λεπτομέρειες επικείμενης τρομοκρατικής επίθεσης με πιθανά θύματα δεκάδων, εκατοντάδων ή χιλιάδων ανθρώπων.

Μάλιστα, πολλά άτομα που χρησιμοποίησαν μέχρι σήμερα συστηματικά τη μη βία στην αντιπαράθεση με την εξουσία επέμεναν με συνέπεια και συνέχεια πως ακόμα και οι φραστικές ύβρεις προς τα όργανα της τάξης, όταν διαδήλωναν μπροστά σε αυτά, αποτελούν μορφή καταδικαστέας βίας.

Στην Ελλάδα έχουμε γίνει μάρτυρες συστηματικής και εκτεταμένης χρήσης βίας για διεκδίκηση (θεμιτών ή όχι) δικαιωμάτων (σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας) ή απλώς για εκτόνωση (στα γήπεδα). Ταυτόχρονα, τις περισσότερες φορές έχουμε γίνει μάρτυρες υποκριτικής καταδίκης ή γενικευμένης απάθειας, ανοχής –αν όχι απολογίας– πολλών βίαιων εκδηλώσεων από φορείς και άτομα που διακηρύττουν πως είναι αντίθετα στη βία.

Η βία στα γήπεδα είναι γενικευμένη και προέρχεται συνήθως από οργανωμένες ομάδες οπαδών, οι οποίες έχουν άμεση ή έμμεση στήριξη των ηγεσιών των αντίστοιχων αθλητικών ομάδων. Όταν εκφράζεται κάποια καταδίκη από τις τελευταίες, είναι ανούσια, αφού δεν συνοδεύεται από ειλικρινή και επαγγελματικά άρτια προσφυγή στη δικαιοσύνη και, κυρίως, διάρρηξη κάθε σχέσης με την αντίστοιχη ομάδα οπαδών.

Οι επιθέσεις σε βιβλιοπωλεία ή γραφεία ατόμων ή φορέων με τις απόψεις των οποίων διαφωνούν οι βίαια επιτιθέμενοι συχνότατα επικροτούνται ή τουλάχιστο δεν καταδικάζονται καθόλου ή καταδικάζονται με «ναι μεν, αλλά» από άτομα ή φορείς που επίσης διαφωνούν με τις απόψεις των στόχων. Εδώ υπάρχει και ένα οξύμωρο. Πολλά άτομα έχουν δημόσια υπερασπιστεί το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της ρητορικής του μίσους ιδεολογικά αντιπάλων, διαφωνώντας με τη διεθνή και ελληνική νομοθεσία που επιβάλλει την τιμωρία της, επειδή η ρητορική του μίσους δεν θεωρείται «έκφραση» αλλά «επίθεση». Όταν όμως οι φορείς αυτής της ρητορικής του μίσους γίνονται αντικείμενο βίαιων επιθέσεων, τα ίδια άτομα σιωπούν αν δεν επικροτούν έμμεσα ή άμεσα τις επιθέσεις. Αυτό δείχνει πως τα άτομα αυτά είναι στην ουσία οπαδοί της λεκτικής ή άλλης βίας.

Ανάλογη κατάσταση επικρατεί και με τις καταστροφές καταστημάτων κατά τις διαδηλώσεις που γίνονται από άτομα που ενσωματώνονται σε ομάδες διαδηλωτών, με την ανοχή –αν όχι ενθάρρυνση ή συνενοχή– των τελευταίων. Το φαινόμενο είναι γενικό και οι καταδίκες από τα ίδια τα άτομα που διαδήλωσαν ή όσα πρόσκεινται σε αυτά σχεδόν ανύπαρκτες. Η χειρότερη σχετική εκδήλωση ήταν η εμπρηστική επίθεση στο κατάστημα της τράπεζας Marfin στις 5 Μαΐου 2010, που οδήγησε στο θάνατο ουσιαστικά τεσσάρων ατόμων. Ανατριχιαστική ήταν η αντιμετώπιση των θυμάτων ως «παράπλευρων απωλειών». Την έκαναν ακόμα και ελάχιστα άτομα που δηλώνουν αντιρρησίες συνείδησης, δηλαδή –υποτίθεται– αντίθετοι σε κάθε χρήση βίας που έχει ως αποτέλεσμα τόσο «στοχευμένες απώλειες», όσο και «παράπλευρες απώλειες». Προφανώς η αντίρρηση συνείδησης αφορά τον ελληνικό στρατό και όχι κάθε (άρα και «επαναστατικό») στρατό.

Η χειρότερη εκδήλωση ανοχής –αν όχι συνενοχής– στη μεταπολιτευτική Ελλάδα αφορά την «ακροαριστερή» τρομοκρατία. Έχουν γίνει εκατοντάδες –αν όχι χιλιάδες– επιθέσεις από κάθε μορφής οργάνωση, οι περισσότερες όχι με στόχο ανθρώπους. Με ελάχιστες εξαιρέσεις οι καταδίκες υπήρξαν ανύπαρκτες ή απλώς προσχηματικές, με αποτέλεσμα οι δράστες να θεωρούν, όχι αδικαιολόγητα, πως έχουν τουλάχιστο μερική κοινωνική αποδοχή, αν όχι νομιμοποίηση. Δεν είναι τυχαίο πως η τρομοκρατία έχει σχεδόν παντού αλλού εξαφανιστεί. Αυτό επιτεύχθηκε όχι τόσο χάρη στην αποτελεσματικότητα των μέτρων καταστολής, όσο λόγω της «λαϊκής κατακραυγής» που πολλές φορές εκφράστηκε και με διαδηλώσεις εκατομμυρίων ανθρώπων στους δρόμους.

Η ελληνική κοινωνία, λοιπόν, έχει τη βασική ευθύνη για την εκτεταμένη και κάθε μορφής βία στους κόλπους της, για την οποία είναι τελικά συνένοχη. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, όλες οι μορφές απρόκλητης βίας αποτελούν παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η ελληνική κοινωνία αδιαφορεί για αυτές, όπως άλλωστε αδιαφορεί και για όλες τις άλλες παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ελλάδα που δεν αγγίζουν άμεσα τα συμφέροντά της, όπως τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των μεταναστών. Πρόκειται για μια μισαλλόδοξη και φοβική κοινωνία, που συνήθως δεν προσπαθεί να διεκδικεί δημοκρατικά, αλλά προτιμάει να εκτονώνεται ή ακόμα και να φοβίζει με τη χρήση κάθε μορφής λεκτικής ή μη λεκτικής βίας.

Παναγιώτης Δημητράς, 15 Αυγούστου 2010

Παναγιώτης Δημητράς (Αθήνα, 1953). Διδάκτορας Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Harvard University των ΗΠΑ (1979), λέκτορας στα αμερικανικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα American College in Greece, University of Maryland και University of Laverne (1979-1989). Μεταξύ 1989-1992, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ), από όπου υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της ενασχόλησής του με τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Ελλάδα. Μεταξύ 1998-2005 δίδαξε το μάθημα «Κράτος και μειονότητες στα Βαλκάνια» ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Central European University (Βουδαπέστη). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Ομάδας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ) το 1992 και του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) το 1993, του οποίου είναι επί 17 συνεχόμενα χρόνια εκπρόσωπος. Έχει εκδώσει 4 βιβλία και πολυάριθμες εκθέσεις, αναφορές και άρθρα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: