διαπυροΝ

Άγγελος Νικολόπουλος – Σκόρπιες σκέψεις ως δήλωση

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:43 μμ

Άγγελος Νικολόπουλος

 

 

Σκόρπιες σκέψεις ως δήλωση


 

 

 

 

Φοράν στη βία μάσκα ριζοσπαστική

της δώσαν και όνομα σαν φόρμα αστική

και τη ρίχνουν να χορεύει εδώ και εκεί

κι η γιορτή καλά κρατεί

 

Active Member, Βία. Το στημένο παιχνίδι των δειλών

 

 

It is not those who can inflict the most,

but those that can suffer the most who will conquer.

 

Terence Joseph MacSwiney

Από τη χειροβομβίδα στο Στέκι μεταναστών στις 24 Φεβρουαρίου του 2009 μέχρι την τυφλή βόμβα που στοίχισε τη ζωή στον 15χρονο Αφγανό πρόσφυγα, από την πισώπλατη σφαίρα στον Σίμο Σεϊσίδη την ώρα που προσπαθούσε να διαφύγει (τι πιο φυσικό για ένα άτομο που καταζητείται) και την απάνθρωπη νοσηλεία του μέχρι τη βόμβα-πακέτο στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, είναι η ίδια απόσταση. Αναίτια και ανούσια βία από άτομα που βρέθηκαν σε θέση να την επιφέρουν κατόπιν εντολής, διαστροφής, πλάνης κτλ. Πόσο αφελείς πρέπει να είμαστε για να εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως αλλάζουν οι καιροί με φωτιά και με μαχαίρι;

Η βία, είτε πολιτική, είτε κοινωνική, είτε ενδοοικογενειακή, παραμένει βία. Αποτελεί μια αποκρουστική πράξη που στοχεύει στην κυριαρχία του ισχυρού, στην καθυπόταξη του ανίσχυρου, στη φίμωση και τη διακοπή της συνέχειας του ατόμου. Δυσκολεύομαι να θέσω υποκατηγορίες στη βία ανάλογα με τη μορφή που λαμβάνει· παρά ταύτα θα τεκνοθετήσω[1] τον όρο πολιτική βία. Με αφορμή πρόσφατα γεγονότα, ας μου επιτραπεί να παραθέσω μερικές σκόρπιες σκέψεις για τη λεγόμενη πολιτική βία στο μικροεπίπεδο της Ελλάδας, καθώς και για την ευθύνη του κάθε εμπλεκόμενου σε αυτή.

Τα λεγόμενα «μπάχαλα» είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι των διαδηλώσεων στην Ελλάδα. Εκεί ο καθένας, κάτω από ένα καθεστώς ανοχής αλλά και αδυναμίας των υπολοίπων διαδηλωτών, μπορεί να εκτοξεύει πέτρες στα τυφλά[2], να καίει καταστήματα που έκαναν το λάθος να υπακούσουν στη μόδα του franchising και να βιαιοπραγεί σε όποιον τολμήσει να διαφωνήσει με τις πράξεις του. Μήπως τελικά αυτή η μορφή αντιεξουσιαστικής βίας συνιστά μια μορφή εξουσίας; Ας μου επιτραπεί να χαρακτηρίσω τη μορφή αυτής της βίας απλώς ανούσια μητροπολιτική βία. Από την άλλη πλευρά, ανεγκέφαλοι ένστολοι μπορούν να βασανίζουν κρατουμένους, να βιαιοπραγούν κατά διαδηλωτών, να τους ενοχοποιούν με στημένα κατηγορητήρια και να επιστρέφουν τις πέτρες προς το πλήθος. Ας μου επιτραπεί να χαρακτηρίσω αυτή τη μορφή βίας διεστραμμένη εξουσιαστική βία, η οποία ασκείται υπό την προτροπή και την ανοχή των εξουσιαστών. Την Τετάρτη 5 Μαΐου του 2010, συμπολίτες και συμπολίτισσές μου έπεσαν θύματα δολοφονικής επίθεσης στο όνομα της «επαναστατικής» βίας και του «δικαίου των εξεγερμένων». Πόσες φωνές, άραγε, ακουστήκαν από το συγκεντρωμένο πλήθος στη Marfin που χαιρέκακα έλεγαν «Καλά να πάθετε» και πόσοι παρέμειναν σιωπηλοί και άπραγοι βιντεοσκοπώντας τη δολοφονία αθώων ατόμων;

Ο καθένας από εμάς διαθέτει πληθώρα ταυτοτήτων με τις οποίες συστήνεται και αυτοπροσδιορίζεται στην καθημερινή ζωή. Η εν ψυχρώ δολοφονία του όχι και τόσο γνωστού Σωκράτη Γκιόλια για την επαγγελματική του ταυτότητα ως «ρουφιάνου-δημοσιογράφου» έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βιολογική του ταυτότητα ως οικογενειάρχη και πατέρα ενός μικρού παιδιού. «Αν αντικρίζαμε κάποιο γνωστό δημοσιογράφο (…) να είναι σίγουροι πως μια από τις σφαίρες μας θα έβρισκε το κεφάλι του. Κύριοι δημοσιογράφοι, αυτή τη φορά ήρθαμε στην πόρτα σας, την επόμενη φορά όμως θα μας βρείτε στα σπίτια σας» … «η ζωή ενός μπάτσου κοστίζει όσο και μια σφαίρα» ή «οι αστυνομικοί, όπως τα ντόνατς που τρώνε, δεν είναι ωραίοι χωρίς μια τρύπα στη μέση[3]».

Δολοφονίες με ιδεολογικό υπόβαθρο όπως αυτό δεν με πείθουν για το δίκαιο των εξεγερμένων, με φοβίζουν. Με φοβίζουν γιατί όσοι προβαίνουν σε αυτές ποτέ δεν μου έδωσαν την ευκαιρία να τους γνωρίσω, να συζητήσω μαζί τους και να δω τι πραγματικά πιστεύουν και τι κόσμο οραματίζονται. Με κρατούν σε μια μυθοποιημένη απόσταση, μέσω προκηρύξεων οι οποίες αναλώνονται σε αποφθεγματικές ρήσεις που είτε μου προκαλούν αναγούλα είτε εξιτάρουν τον ανώριμο εφηβικό εαυτό μου. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να ανησυχούμε για το τι μπορεί να σημαίνει αυτή η φίμωση της ελευθερίας του τύπου και της γνώμης. Μια ώριμη, αυτόνομη κοινωνία θα μπορούσε συνειδητά να περιθωριοποιήσει απόψεις που θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ανθρώπινη υπόσταση και δεν θα χρειαζόταν κανένας αυτόκλητος υπερασπιστής για να καταστρέψει εκδηλώσεις παρουσίασης βιβλίων, να κάψει βιβλία ή να απειλήσει και να σκοτώσει συγγραφείς και δημοσιογράφους.

Κάποιος μπορεί να πιστεύει πως ο κόσμος θα αλλάξει όταν εξοντωθούν όλοι οι Υπουργοί Προστασίας του Πολίτη, όλοι οι «ρουφιάνοι δημοσιογράφοι», όλοι οι αναρχικοί, ενώ κάποιος άλλος όταν και ο τελευταίος Εβραίος, Τούρκος, φασίστας κ.ο.κ. θα έχει αφήσει την τελευταία του πνοή. Γύρω από όλους αυτούς βρισκόμαστε εμείς, που απλώς παρατηρούμε αμέτοχοι, παρασυρμένοι από την ακόρεστη εφηβική μας επιπολαιότητα, υποστηρίζοντας με λόγια ή με τη σιωπή μας μια πράξη που ποτέ δεν κάναμε ή δεν θα κάναμε οι ίδιοι. Σα να μην έχουμε διδαχθεί τίποτα από τα λάθη του παρελθόντος. Πώς μπορώ να μην είμαι σκεπτικός απέναντι σε μια δολοφονική ενέργεια με μάσκα ριζοσπαστική, την οποία ποτέ δεν θα έπραττα; Όλοι όσοι δεν καταδικάζουμε τη βία αυτή απ’ όπου και αν προέρχεται ή κρατούμε θολή στάση, θα πρέπει να αναρωτηθούμε κατά πόσο και αυτή η σιωπή συνιστά συνενοχή.

Όταν εξετάζεις τη βία η οποία ασκείται τυφλά ή προληπτικά κατά των ιδεών, της επαγγελματικής ιδιότητας, των προτιμήσεων, της καταγωγής ή της εξωτερικής εμφάνισης ενός ατόμου, πρέπει να τηρείς ίσες αποστάσεις. Όσα θα μπορούσα να γράψω για τον 45χρονο ειδικό φρουρό που αφαίρεσε τη ζωή του 15χρονου μαθητή, τα ίδια θα μπορούσα να γράψω και για τον αγνώστου σε μένα ηλικίας εξεγερμένο που γάζωσε στα τυφλά έναν 20χρονο αστυνομικό των Μ.Α.Τ. Εκτός και αν πρέπει να δεχθώ πως κάποια ζωή από τις προαναφερθείσες έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία… Και αν έχει, υπό ποιο πλαίσιο αξιολογείται η αξία της;

Η θεοποίηση της βίας και η αναγωγή της από περιθωριακό φαινόμενο σε μοχλό της ιστορίας θα πρέπει να μας προβληματίσει. Η χρήση της ως επικρατέστερο μέσο για την ικανοποίηση κοινωνικών επιδιώξεων θα πρέπει να διερευνηθεί και να αναλυθεί διεξοδικά. Όταν χτυπώ το φασίστα, ένα άτομο που βιαιοπραγεί κατά ατόμων με διαφορετικές, μη φασιστικές ιδέες, αυτομάτως γίνομαι ίδιος με αυτόν. Ένας φασίστας που απλώς χτυπά κάποιον για τις φασιστικές ιδέες του. Το ξαναλέω, απέναντι στη βία πρέπει να τηρήσουμε ίσες αποστάσεις.

Το δίκαιο μπορεί να το έχουμε οι εξεγερμένοι, όμως πρέπει να αναρωτηθούμε πριν χτυπήσουμε τον επόμενο μπάτσο, φασίστα, αφεντικό, κεφαλαιοκράτη κατά πόσο έχουμε χτυπήσει τον μπάτσο και το φασίστα, το αφεντικό και τον κεφαλαιοκράτη μέσα μας. Επιζητώντας να αναμορφωθούν τα πράγματα μέσω της καλυμμένης από την ιδεολογία μας βίας, αναιρείται η δυνατότητα να αποκτήσει η κινητοποίησή μας τον γνήσιο επαναστατικό χαρακτήρα τον οποίο απαιτούν οι μεγάλες αλλαγές. Η επιθυμία μας για αλλαγή αναλώνεται σε καταστροφές, δολοφονίες, απειλές και αναιρείται από την πνευματική στειρότητα στην οποία μας υποβιβάζει η βία. «Από μέρους μου, είμαι απόλυτα βέβαιος ότι έχω κάνει την εκλογή. Κι έχοντας διαλέξει, νομίζω ότι πρέπει να μιλήσω καθαρά και ξάστερα ότι πρέπει να δηλώσω πως ποτέ ξανά δεν θα ’μαι ένας από αυτούς, όποιοι κι αν είναι, που συμβιβάζονται με το έγκλημα κι ότι πρέπει ν’ αναλάβω τις ευθύνες μιας τέτοιας απόφασης. Αυτά βασικά έχω να πω προς το παρόν.»[4]


[1] Αποστρέφομαι τον όρο «υιοθεσία» και «επάνδρωση» καθώς βλάπτουν την ισοτιμία των δυο φύλων.

[2] Πέτρες που μερικές φορές προσγειώνονται στα κεφάλια άλλων διαδηλωτών.

[3] Από την προκήρυξη της οργάνωσης «Σέχτα των Επαναστατών» μετά την επίθεση στον τηλεοπτικό σταθμό ALTER, τον Φεβρουάριο του 2009.

[4] Albert Camus, «Ούτε δήμιοι ούτε θύματα».

Άγγελος Νικολόπουλος (Σπάρτη 1983). Δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο και μαθητής στην κοινωνία και την πολιτική. Αντιρρησίας συνείδησης και μέλος του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης (www. antirrisies.gr).

Advertisements