διαπυροΝ

Ναυσικά Παπανικολάτου – Η βία είναι αντι-πολιτική

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:45 μμ

Ναυσικά Παπανικολάτου

 

 

Η βία είναι αντι-πολιτική[1]

Η εξουσία είναι μόνο εφικτή εκεί που ο λόγος και η πράξη δεν έχουν διαχωριστεί, όπου οι λέξεις δεν είναι άδειες και οι πράξεις δεν είναι βίαιες, όπου οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν τις προθέσεις αλλά για να αποκαλύψουν πραγματικά γεγονότα, και οι πράξεις δεν χρησιμεύουν για να βιάσουν και να καταστρέψουν αλλά για να καθιδρύσουν σχέσεις και να δημιουργήσουν γεγονότα.

Hannah Arendt, The Human Condition, 1958, σελ. 200

Μια από τις βασικές τραγωδίες της σύγχρονης εποχής είναι πως η (πολιτική) εξουσία δεν είναι αντιληπτή παρά μόνο σαν μια μορφή κυριαρχίας, ενώ, όπως μας θυμίζει σε όλο της το έργο η Hannah Arendt (Η.Α.), η εξουσία είναι προϊόν της κοινής δράσης των ανθρώπων, ανήκει στον δημόσιο χώρο όπου οι άνθρωποι συνδιαλέγονται και συνεργούν. Η αντίληψη της εξουσίας ως κυριαρχίας έχει εισαγάγει τη βία στην πολιτική, ή αλλιώς η βία έχει γίνει πολιτική.

Η ιστορία δεν έχει διαψεύσει ποτέ τον κοινό τόπο ότι η βία δεν μπορεί να παραγάγει παρά μόνο περισσότερο βία, είτε αυτή προέρχεται από το κράτος και τα όργανά του είτε από «αντιεξουσιαστικές» ή τρομοκρατικές ομάδες.

Ομάδες που δεν διαβλέπουν την πραγματική εξουσία που φέρει κάθε άνθρωπος που δρα συλλογικά στρέφονται προς τη βία, που έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα να νομιμοποιήσει τη χρήση κρατικής βίας, να μειώσει τις ατομικές ελευθερίες και μακροπρόθεσμα να αυξήσει το χάσμα ανάμεσα στο κράτος και στους πολίτες-εντολείς της κρατικής εξουσίας. Η κυβέρνηση, νιώθοντας την εξουσία να της διαφεύγει σταδιακά όλο και περισσότερο, θα κυβερνά μέσω της βίας. Παρότι η κρατική βία αντλεί τη νομιμοποίησή της σε νόμους που είναι προϊόντα κοινής διαβούλευσης, όσο το χάσμα μεταξύ των εντολέων της εξουσίας και του κράτους αυξάνεται, τόσο η κρατική βία στερείται νομιμοποίησης.

Η βία γεννά βία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικές στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας ενός λαού, ή ακόμη και ενός ατόμου, για τον οποίο η βία είναι το μοναδικό μέσο απελευθέρωσης από τα δεσμά του, μοναδικό μέσο αυτοάμυνας ή επιβίωσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο σκοπός δικαιολογεί τα μέσα αλλά, όπως τονίζει η Η.Α., μόνο αν οι στόχοι πραγματοποιηθούν γρήγορα, αποκλείοντας την εισαγωγή της βίας στην πολιτική. Μόνο κάτω από συνθήκες ανάγκης η βία μπορεί να δικαιολογηθεί, αλλά όχι και να νομιμοποιηθεί, διότι η χρήση της βίας καταστρέφει την (πολιτική) εξουσία. Η διαφορά μεταξύ της βίας και της εξουσίας είναι πως η τελευταία νομιμοποιείται από έναν εύλογο αριθμό εντολέων, δηλαδή πολιτών που συνυπάρχουν και συνεργούν. Αντίθετα, η βία μέχρι ένα σημείο μπορεί να στηριχθεί στα μέσα της, τα οποία της επιτρέπουν να καταστρέφει οποιαδήποτε φωνή αντίστασης, ώσπου οι άνθρωποι να εξεγερθούν εναντίον της τυραννίας της. Συνεπάγεται ότι η βία και η εξουσία είναι αντίθετα (Η.Α., On Violence, σελ. 148-151).

Η βία εναντίον μιας δημοκρατικής πολιτείας, όσα και να είναι τα ελλείμματά της, είναι αντιπολιτική. Αντίθετα, η βία που ασκείται εναντίον ενός κατακτητή, επειδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την απελευθέρωση ή με τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας, είναι κατ’ εξοχήν πολιτική, γιατί η απελευθέρωση και η ανεξαρτησία είναι συστατικά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η βία που φτάνει ν’ ασκήσει ο πεινασμένος, ο εξαθλιωμένος, είναι πολιτική βία διότι πηγάζει από τη διεκδίκηση της ελευθερίας και της ισότητας, όπου εδράζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η δημοκρατική πολιτεία δεν δικαιούται να ανέχεται την ανθρώπινη εξαθλίωση. Αντίθετα, πρέπει να διασφαλίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, γιατί μόνο πάνω σε αυτή μπορεί να διασφαλίσει ένα μεγάλο μέρος της δημοκρατικής της υπόστασης και να προωθήσει μια δημοκρατική πολιτική κουλτούρα των ανθρώπων ή την ύπαρξη πολιτών που έχουν για διακύβευμα δικαιώματα και όχι συμφέροντα.

Οι τρομοκράτες απεχθάνονται την αβεβαιότητα. Το καθεστώς της κατεξοχήν αβεβαιότητας είναι η δημοκρατική πολιτεία, η πολιτεία ατόμων ελεύθερων, ίσων και με διαφορετικές θέσεις. Συνεπώς η τρομοκρατία είναι εξόχως αντιδημοκρατική.

Η δημοκρατία λειτουργεί όταν οι πολίτες συμμετέχουν πολιτικά, ανεξάρτητα από τις μορφές που παίρνει αυτή η συμμετοχή και από το πόσο συνειδητά έχουν δώσει την εντολή στους φορείς της εξουσίας. Η τρομοκρατία είναι αντιδημοκρατική, διότι δεν αποδέχεται διαφορετικές μορφές συμμετοχής και διαμαρτυρίας, οι οποίες δεν αντιλαμβάνονται το γίγνεσθαι σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες.

Η τρομοκρατία είναι απολύτως αντιπολιτική, δεν έχει λόγο διότι αποκλείει τον διάλογο. Ο λόγος που προφέρει μετά τις πράξεις της δεν είναι δικός της, αλλά είναι δογματικοί και απολυταρχικοί σφετερισμοί σκέψεων και λόγων που βιάζει ώστε να νομιμοποιήσει την άκρως αντιπολιτική πράξη της.

Η βία της τρομοκρατίας δεν μπορεί να είναι πολιτική, διότι η πολιτική προϋποθέτει ζωή, γιατί ο λόγος, ο αντίλογος, ο διάλογος είναι φως και όχι σκοτάδι, ούτε θάνατος. Η πολιτική προϋποθέτει την ύπαρξη του άλλου/άλλων, ενώ για την τρομοκρατία ο άλλος πρέπει να πεθάνει, να σταματήσει να ομιλεί και να πράττει.

Η τραγωδία της δημοκρατίας είναι ότι την στοιχειώνει το τέλος της πολιτικής, μιας δημοκρατικής πολιτικής που εδράζεται στη μόνιμη αμφισβήτηση των κεκτημένων της. Έτσι, παραδόξως, μπορεί να πει κανείς ότι η δημοκρατία εμπεριέχει και το αντίθετό της, την τρομοκρατία, τον φασισμό, τον ολοκληρωτισμό, όταν στη δημοκρατική πολιτεία απουσιάζει η διαβούλευση, οι κοινότητες δεν αυτονομούνται από τα κεκτημένα τους και η πολιτεία εγκλωβίζεται σε διενέξεις ατομικών συμφερόντων, αντί για το συλλογικό καλό.

Στην Ελλάδα, μια τραυματισμένη δημοκρατική πολιτεία, συναντάμε ένα μοναδικό φαινόμενο που αποκαλύπτει το βαθμό στον οποίο αυτή η δημοκρατία είναι ελλειμματική. Η κοινωνία κατά πλειοψηφία διέπεται από μια τρομακτική ανοχή προς τη μη ανοχή. Με άλλα λόγια, η ελληνική κοινωνία έχει αποδείξει εδώ και αρκετά χρόνια την ανοχή της στη μη ανοχή των τρομοκρατών προς τη δημοκρατική πολιτεία. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι ο ελλειμματικός χαρακτήρας αυτής της δημοκρατίας όπως κάθε δημοκρατίας, γιατί η δημοκρατία είναι η κατεξοχήν πολιτεία που υπόκειται στην αμφισβήτηση των κεκτημένων της μέσω συνδιαλλαγής και συνεργασίας, δεν είναι τελικώς μια ουτοπία. Το ζητούμενο εδώ είναι η αντιδημοκρατική αντίληψη κάθε πολίτη, ο οποίος/α δεν διστάζει απροκατάληπτα να νομιμοποιήσει την τρομοκρατική βία. Αυτή η κοινωνία που κατεβαίνει στους δρόμους για να διαδηλώσει για τα ατομικά της συμφέροντα, δεν κατεβαίνει να διαδηλώσει για τα θύματα της τρομοκρατίας και για να καταδικάσει την τρομοκρατία. Αυτή η κοινωνία που εξουσιοδότησε αυτή ή μια άλλη κυβέρνηση εν ονόματι της δικής της εξουσίας να διασφαλίζει τα συμφέροντά της, δεν ενδιαφέρεται για το δικαίωμα στη ζωή κάθε συμπολίτη της, ακόμη και αν διαφωνεί μαζί του.

Η ύστατη έκφραση αυτής της ανοχής προς τη μη ανοχή των τρομοκρατών και των «αντιεξουσιαστών» φάνηκε στην τραγική συμμετοχή ενός πλήθους που όχι μόνο δεν αντέδρασε στην εγκληματική πράξη εναντίον των εργαζομένων της τράπεζας της Marfin, αλλά αντίθετα χειροκροτούσε, ενθάρρυνε, εμπόδισε την πρόσβαση της πυροσβεστικής ή και παρακολούθησε στο φως της ημέρας την αφαίρεση της ζωής τριών αθώων ανθρώπων, οι οποίοι απλώς επέλεξαν να εργαστούν αντί να απεργήσουν. Με άλλα λόγια, αυτό το πλήθος συμμετείχε με την ανοχή του στην πράξη του θανάτου τους. Μέχρι σήμερα, η ελληνική κοινωνία έχει παραμείνει σιωπηλή γι’ αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα, που αποκαλύπτει πόσο βαθιά εμποτισμένη είναι η πολιτική κουλτούρα της από στοιχεία φασισμού και ολοκληρωτισμού.

«Να περιμένεις ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν την παραμικρή ιδέα τι είναι η res publica, τι είναι το κοινό ζήτημα, να συμπεριφέρονται μη βίαια και να διαφωνούν λογικά πάνω σε θέματα συμφέροντος, δεν είναι ούτε ρεαλιστικό ούτε λογικό.» (Η.Α. On Violence, σελ. 175)

Ναυσικά Παπανικολάτου, 15 Αυγούστου 2010


[1] Όλες οι μεταφράσεις από το έργο της Η.Α. είναι δικές μας. On Violence, στο Crises of the Republic, Harvest Books, 1969 (ed.) σελ. 105-198. The Human Condition, The University of Chicago Press, 1958.

Ναυσικά Παπανικολάτου (Σόποτ Πολωνίας, 1955). Διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, με θέμα «Η δημοκρατική πολιτεία στον Αλέξις ντε Τοκβίλ» (1998), διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο της Οττάβας (1978-81) και στο Πανεπιστήμιο Λαβάλ του Κεμπέκ (1984-5), Εκπρόσωπος της Ελληνικής Ομάδας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ) και στέλεχος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) από το 1997.

 

Advertisements