διαπυροΝ

Παναγιώτης Σιαβελής – O Μύθος ως υπόστρωμα της βαρβαρότητας

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:47 μμ

Παναγιώτης Σιαβελής

 

 

O Μύθος ως υπόστρωμα της βαρβαρότητας


 

 

 

«Ο μύθος εγκατέλειψε το παραδοσιακό του ένδυμα και εισχώρησε έτσι στη φαινομενικά κοσμική σφαίρα των κοινωνιών: ο σύγχρονος μύθος μπορεί να μην έχει, σε αντίθεση με τον παλιό, θεούς, ούτε καν αφήγηση. Παρασιτεί λάθρα στον κόσμο των Ιδεών που εκπορεύονται από την ορθολογική σκέψη και αποκτούν κυρίαρχη μορφή: Ορθός Λόγος, Ιστορία, Επιστήμη, Πρόοδος, Επανάσταση.»

Εντγκάρ Μορέν[1]

«Πίσω από τον πόλεμο βρίσκεται αυτή η βάρβαρη θρησκευτική ποινή: μόνο με την ανθρωποθυσία μπορεί να σωθεί η κοινότητα.»

Λιούις Μάμφορντ[2]

1. Ο μύθος της Επανάστασης

Τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν οι κοινωνίες το μύθο για να οργανώσουν, να συγκαλύψουν και να παγιώσουν (ή να επιταχύνουν προς μια διαφορετική παγίωση) το πολιτικό/κοινωνικό και τα αποτελέσματα στα οποία αυτή η συνήθεια οδηγεί, δεν χρειάζεται να τον ακούσετε και από μένα. Οι ιστορίες για θεούς και παραδείσους, για φυλές και καθαρά έθνη, για ουτοπίες και αιματηρές επαναστάσεις, αποτελούν πρώτα απ’ όλα γνωστές ιστορίες φρίκης, που από τη στιγμή που πρωτοπαρουσιάστηκαν, για να μπορέσουν να σταθούν ως καθαρές αλήθειες χρειάστηκαν ανίερους εχθρούς, εσωτερικούς ή εξωτερικούς, οι οποίοι έπρεπε να παραμεριστούν, να ισοπεδωθούν, καμιά φορά να εξοντωθούν μέχρι τον τελευταίο, ώστε να διανοιχθεί ο δρόμος που θα ενώσει μύθο και πραγματικότητα εις σάρκαν μίαν, λερωμένη και ταριχευμένη. Και ο ρόλος τους στην ιστορία της ανθρωπότητας στέκει ως επαρκές παράδειγμα για την τύφλωση, την παραληρηματική απανθρωπιά και τον ακρωτηριασμό ψυχών και σωμάτων στον οποίο οδηγούν τέτοιου είδους μύθοι, αρκεί κάποιος να ανοίξει ψύχραιμα τα μάτια του και να κοιτάξει.

Σήμερα, η πολιτική βία, το αποκλειστικό θέμα αυτού του βιβλίου, φανερώνεται και υπερασπίζεται ως πράξη εκεί που ανθίζουν δύο μεγάλοι μύθοι: ο μύθος της ευθύνης των λίγων (που αντικατέστησαν τους θεούς των αμιγών θρησκευτικών μυθολογιών) για την κατάσταση και την εξέλιξη της κοινωνίας και για τους θεσμούς της (κατεξοχήν στόχος/πεδίο της πολιτικής) και ο μύθος της ουτοπίας, της τέλειας κοινωνίας, στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα είναι ευτυχείς και θα ξεδιπλώσουν την πραγματική ανθρώπινη φύση τους (είτε αυτή είναι η ελευθερία, είτε η ελληνικότητα, είτε άλλες προτεινόμενες ως ιδανικές καταστάσεις, όπως η υλική αφθονία, η απαλλαγή από τον μόχθο κ.λπ., οι οποίες είναι όλες όψεις της υποτιθέμενης πραγματικής ανθρώπινης ή/και κοινωνικής κατάστασης). Οι συγκεκριμένοι μύθοι, όπως και κάθε μύθος που σέβεται τον εαυτό του, λόγω αντικειμένου και περιεχομένου, αυτοτοποθετούν τους εαυτούς τους στο υψηλότερο επίπεδο της σκάλας των προτεραιοτήτων και αυτοπαρουσιάζονται σε όσους επιλέγουν να τους πιστέψουν ως ύψιστο αγαθό και καθήκον. Στις περιπτώσεις που αυτό επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό, ο Μύθος καταφέρνει να υποσκελίσει όλες τις άλλες αξίες και προτεραιότητες, υποβιβάζοντας τον άνθρωπο από πολυδιάστατη ύπαρξη σε αφοσιωμένο ζηλωτή και υποβιβάζοντας τους άλλους από συνανθρώπους σε απλά εργαλεία/εξαρτήματα προς χτίσιμο του Μύθου (ή σε εμπόδια για αυτό, όπως και να ’χει, πάντως, από ημιτελή, ανολοκλήρωτα όντα, χωρίς πλήρη ανθρώπινη υπόσταση, μέχρι αναλώσιμα αντικείμενα άνευ καμίας αξίας μπροστά στο μεγαλείο του Σκοπού).

Ο καθένας από τους δύο αυτούς μύθους θα ήταν ικανός από μόνος του να οδηγήσει σε φρικαλεότητες. Δυστυχώς, συνήθως ο ένας συνοδεύει τον άλλον, σε ένα συμπληρωματικό παιχνίδι το οποίο, αν μαγέψει κάποιον, μπορεί σε διάφορους βαθμούς να απασφαλίσει μέσα του τις δυνατότητες καταστροφής, την παραληρηματική τρέλα, την βαρβαρότητα, αίροντας κάθε αναστολή και κάθε απαγόρευση που επιβάλλεται από την κοινότητα (βεβαίως, υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες ολόκληρη η κοινότητα μαγεύεται από το μύθο και αφήνεται σε καταστάσεις συλλογικής φρενίτιδας, όπως η εξόντωση των Εβραίων, το κάψιμο των μαγισσών, ο λιθοβολισμός των μοιχαλίδων κ.λπ., όπου η άρση της απαγόρευσης είναι συλλογική). Επιλέγω να καλώ το «πάντρεμα» αυτών των δύο μύθων «Μύθο της Επανάστασης», με την ελπίδα να μην παρεξηγηθώ από ανθρώπους που έχουν πολιτικό όραμα και αυτοπροσδιορίζονται ως επαναστάτες, αλλά καμία σχέση δεν έχουν με φαντασιώσεις αίματος, εκδικητικότητας, στέρησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ελευθερία έκφρασης, πολιτικά δικαιώματα κ.λπ.) έως βίαιης εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων ή οικονομικών εκμεταλλευτών και, φυσικά, βίαιης κατάληψης (ή κατάργησης) της εξουσίας, στο όνομα της υπόλοιπης κοινωνίας, στο όνομα της πολιτικής. Η επιλογή μου αυτή βασίζεται στο ιστορικό βάρος που έχει αυτή η λέξη στο χώρο της πολιτικής και, φυσικά, στον τρόπο που η λέξη αυτή γίνεται κατανοητή από σύνολη την κοινωνία.

2. Η απομυθοποίηση ως προϋπόθεση της πολιτικής

Θέλω να τονίσω την ανάγκη ξεπεράσματος του μύθου της επανάστασης, όχι μόνο σαν τρόπο διάνοιξης και απελευθέρωσης της πολιτικής μέσω της απαγκίστρωσής της από τέτοια μεταφυσικά βαρίδια, αλλά και επίσης σαν ανάγκη επανανακάλυψης και επανατοποθέτησης του ανθρωπιστικού στοιχείου μέσα στην πολιτική: πιστεύω ότι στην καταρχήν αποδοχή του ως σχήματος (του μύθου της επανάστασης) βρίσκονται ήδη τα σπέρματα της πολιτικής βίας, της υποβάθμισης του πολιτικού σε ανθρωποκυνηγητό, της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, κάτι που σήμερα έχει ιδιαίτερη σημασία, μιας και οι έννοιες των δικαιωμάτων του ανθρώπου, του σεβασμού του υποκειμένου ως μονάδας (και όχι μόνο ως εξαρτήματος του συνόλου), αλλά ακόμα και η ίδια η έννοια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας[3], αποτελούν πρωτοφανείς κατακτήσεις για την ανθρωπότητα, οι οποίες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανάξιες υπεράσπισης πραγματικότητες (λόγω του ημιτελούς[4] χαρακτήρα τους), όταν βάλλονται δια της βίας από πρωτοποριακές ομάδες στο όνομα της επανάστασής τους, καθότι μπορούν οι ίδιες να γίνουν το θεμέλιο μετάβασης σε μια καλύτερη κοινωνία, επιτρέπουν οι ίδιες τον εμπλουτισμό και την αυτομεταμόρφωσή τους.

Τα σπέρματα της πολιτικής βίας, ακόμα κι αν αυτή δεν αρθρωθεί ως αποδεκτή πρακτική (ή ακόμα κι αν εξορκίζεται σαν ανεπιθύμητη), βρίσκονται όχι μόνο σε κάποια ιδεολογικά σχήματα ή στην προφητική περιγραφή της ως αναπόφευκτης μελλοντικής ανάγκης, αλλά περισσότερο σε έναν συναισθηματικό εγκλωβισμό/εκβιασμό στον οποίο τοποθετεί τον εαυτό του το μαγεμένο από το μύθο υποκείμενο (και αυτός ακριβώς ο συναισθηματικός/ψυχικός εγκλωβισμός ανατροφοδοτεί με τη σειρά του την ανάγκη Πίστης). Ο μεν μύθος της ευθύνης των λίγων ρίχνει σε μια ζυγαριά, από τη μια, ολόκληρη την ανθρωπότητα (με όλες τις τραγωδίες, όλο τον πόνο, όλη την αδικία, εν τέλει όλο το Κακό που ενυπάρχει σε αυτή) και, από την άλλη, τις σκοτεινές επιθυμίες και τις τρομερές δυνάμεις κάποιων λίγων που καρπώνονται προσωπικά οφέλη από αυτήν τη φρίκη και που με κάποιον μαγικό τρόπο κρατάνε όλους τους άλλους υποδουλωμένους εν δυστυχία. Ο τρόπος αυτός αντίληψης της πραγματικότητας είναι αρκετός για να παροπλίσει τη λογική, να απαγορεύσει την ψύχραιμη κατανόηση και ανάλυση των κοινωνικοπολιτικών φαινομένων, να καταμερίσει γρήγορα και ανισομερώς τεράστιες ευθύνες και εν τέλει να ορίσει πρακτικές ανθρωποθυσίας σε οποιονδήποτε πιστέψει ότι όντως είναι τόσο απλό, ότι η αποκατάσταση της δικαιοσύνης και η απαλλαγή από τη δυστυχία είναι απλώς ένα θέμα που το αναστέλλουν κάποιοι ξένοι προς την κοινωνία (οι Εβραίοι, οι Καπιταλιστές, οι Μασόνοι, οι Τραπεζίτες, οι Βουλευτές, οι Εχθροί του Ελληνισμού, οι Ελίτ, οι Μπάτσοι, οι Μετανάστες κ.λπ., είτε μόνοι είτε σε μεταξύ τους συνεργασίες), αφήνοντας ως εννοούμενο να συναχθεί ότι το πολιτικό παιχνίδι είναι απλώς ένας πόλεμος και πως κάθε πράξη προς την απομόνωση μέχρι και τη φυσική εξόντωση του εχθρού είναι στον σωστό δρόμο, είναι Καλή.

Την ίδια λειτουργία έχει και ο μύθος της ουτοπίας. Η υπόσχεση ενός κόσμου τέλειου (όπου συνήθως ως τελειότητα εκλαμβάνεται η ανεμπόδιστη ανάπτυξη και έκφραση κάποιων μόνο όψεων της ανθρώπινης/κοινωνικής πραγματικότητας, π.χ. η ελευθερία, η οικονομική ισότητα, η καθαρότητα της φυλής, η υλική ευμάρεια, η απαλλαγή από το μόχθο, η ολοκλήρωση του εαυτού χωρίς τις επεμβάσεις της εχθρικής κοινότητας, η τσιμεντοποίηση της συλλογικότητας χωρίς τις ενοχλητικές απαιτήσεις των ατομικοτήτων κ.λπ.), στον οποίο θα εκλείψουν μια για πάντα οι τραγωδίες που απασχολούν τον εκάστοτε υποψήφιο πιστό, σε συνδυασμό με τη μονόπλευρη και αποσπασματική παρουσίαση της εδώ-και-τώρα πραγματικότητας ως το ακριβώς αντίθετο άκρο της επιθυμητής κατάστασης, ως το συγκλονιστικά απεχθές βασίλειο της αδικίας, της εκμετάλλευσης και της απανθρωπιάς, οδηγούν σε μια ιεροποίηση του επιθυμητού σε αντιδιαστολή με τη δαιμονοποίηση του υπάρχοντος στο σύνολό του, διαδικασία που επιβάλλει από μόνη της τον ίδιο συναισθηματικό εκβιασμό: είτε μπορείς να είσαι μαζί μας είτε μπορείς να μην είσαι, δηλαδή να παραμένεις υπερασπιστής του μολυσμένου/εκφυλισμένου/απάνθρωπου κόσμου. Και φυσικά, η ιερότητα του διακυβεύματος απαιτεί ισχυρή αποκήρυξη του άλλου στρατοπέδου, υποθάλποντας το φανατισμό προς τους επίσημους ή μη υποστηρικτές του, προωθώντας τη βία χωρίς καν να την αναφέρει.

Πώς όμως αυτοί οι μύθοι συγκαλύπτουν το πολιτικό; Δηλαδή, ποια είναι τα στοιχεία στις ερμηνείες τους που τους καθιστούν ακριβώς μύθους; Φρόνιμο θα ήταν να αναφερθούμε στα στοιχεία αυτά του μύθου που έχουν παραμείνει προσκολλημένα στην πολιτική σκέψη, να δούμε πώς χωράνε ακόμα μέσα στην εξήγηση των θεσμικών, κοινωνικών και ανθρωπίνων συνθηκών και να τα εντοπίσουμε μέσα σε αυτές, ούτως ώστε να μπορέσουμε να τα απορρίψουμε και να εξετάσουμε πιο νηφάλια το πολιτικό, απαλλαγμένο όσο γίνεται από επικίνδυνες θεολογίες. Η στρεβλωμένη εικόνα του πολιτικού που εκπορεύεται από διάφορες παραλλαγές της μυθολογίας περιέχει σήμερα τις εξής συνήθεις παραδοχές, οι οποίες σε μικρό ή μεγάλο βαθμό είναι αποδεκτές από τους ασκούντες πολιτική βία ή από όσους αρνούνται να την καταδικάσουν:

α) οι πολιτικοί θεσμοί είναι δημιούργημα κάποιου τμήματος, μόνο, της κοινωνίας, το οποίο τους χρησιμοποιεί για να εξαπατά και να εκμεταλλεύεται την πλειοψηφία.

Η άποψη αυτή, σαν υποκατάστατο της ιδέας της ευθύνης των Θεών για την πορεία της κοινωνίας, έρχεται για να επιτελέσει την ίδια ακριβώς λειτουργία με αυτή: να εξυπηρετήσει τη μεταφορά των ευθυνών που έχουν οι άνθρωποι για την ιστορία και τα δημιουργήματά τους σε άλλους. Άποψη η οποία, εκτός από υποτιμητική για όποιον τη στηρίζει και για όποιον κάνει αποδέκτη της (αφού του στερεί την ιδιότητα του ικανού να ορίσει/δημιουργήσει τους θεσμούς που τον αφορούν – ακόμα κι αν αυτοί δεν είναι δίκαιοι ή ακόμα κι αν η θέση η δικιά του μέσα σε αυτούς δεν είναι η καλύτερη δυνατή), είναι και παραπλανητική, εφόσον αποδίδει αυθαίρετα σε διάφορα σκοτεινά κέντρα την κολακευτική ικανότητα να ορίζουν κατά βούληση και με ευκολία ολόκληρη την πολιτική και οικονομική κατάσταση. Έτσι, η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι «όργανο των ελίτ», οι εκλογές είναι «μια ψευδαίσθηση δημοκρατίας», που μας την πετάνε σαν ξεροκόμματο τα πραγματικά κέντρα εξουσίας, και η ελεύθερη αγορά είναι «εργαλείο της πλουτοκρατίας». Άποψή μου είναι ότι όλοι οι θεσμοί που υπάρχουν σε ένα οργανωμένο σε κοινωνία σύνολο ανθρώπων είναι εργαλεία/τόπος/τρόπος ρύθμισης των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά ταυτόχρονα και το πεδίο στο οποίο αυτές ολοκληρώνονται, μαζί με τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος σε αυτές τις συναντήσεις πραγματώνει τις πιο αξιοθαύμαστες από τις ικανότητές του, τη δημιουργία, τη συνεργασία και την επικοινωνία, όπως μπορεί να πραγματώνει και τις πιο ανατριχιαστικές και απάνθρωπες (ολοκληρωτισμούς, στρατόπεδα συγκέντρωσης κ.λπ.). Η εμφάνιση όλων αυτών των συλλογικών δημιουργημάτων (εδώ: των πολιτικών θεσμών) έρχεται σαν μορφοποίηση και αποκρυστάλλωση των επιθυμιών και των σχέσεων όλων όσοι μετέχουν στο σύνολο για το οποίο ο θεσμός γίνεται εργαλείο, και αυτό εξ ορισμού, εφόσον είναι οι δικές τους σχέσεις και επιθυμίες οι οποίες διοχετεύονται και εκφράζονται σε αυτούς τους θεσμούς, δημιουργώντας τους, είναι η δικιά τους δράση που τους δίνει μορφή, τους επικυρώνει ως έχουν ή τους αλλάζει. Το ότι αυτοί οι θεσμοί δημιουργούνται για να επιτρέψουν/νομιμοποιήσουν σχέσεις ανισότητας ή εκμετάλλευσης, είναι αποτέλεσμα συλλογικής επιθυμίας για την ύπαρξη τέτοιων σχέσεων. Ασχέτως αν κανείς δεν δηλώνει πως θέλει για τον εαυτό του τη θέση του εξουσιαζόμενου ή εκμεταλλευμένου και ασχέτως αν όλοι σε κάποιο βαθμό παίρνουν συχνά τέτοιους ρόλους (όπως συχνά παίρνουν και τους συμπληρωματικούς τους, των «από πάνω», σε διάφορα επίπεδα), η πλειοψηφία των ανθρώπων επιθυμεί τέτοιου είδους σχέσεις και αυτή η ίδια τις συντηρεί και στο θεσμικό επίπεδο, με τη διαρκή και επαναλαμβανόμενη επικύρωσή τους στην πράξη, και πάνω απ’ όλα, ειδικά σήμερα, με την προφανή έλλειψη επιθυμίας να επέμβει σε αυτές και να τις αλλάξει. Η ελεύθερη αγορά, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κάθε θεσμός που υπάρχει και ρυθμίζει τις σχέσεις των ανθρώπων, έχουν τα θεμέλιά τους στις επιθυμίες και τις πράξεις της πλειοψηφίας των ανθρώπων, η θέληση των οποίων να τους χρησιμοποιούν και η προφανής αποδοχή των αξιών στις οποίες αυτοί βασίζονται (η επιθυμία για ανεμπόδιστη οικονομική συσσώρευση, η αποδοχή της αξίας του κέρδους ως κεντρικής στις ζωές μας, η αναζήτηση ικανοποίησης μέσω αύξησης του βιοτικού-υλικού επιπέδου, η επιθυμία για ανάθεση των συλλογικών αποφάσεων σε άλλους, η μεγάλη έλλειψη ενδιαφέροντος για συμμετοχή στα κοινά κ.λπ.), αποτελούν την πραγματική δύναμη η οποία τους αναπαράγει.

β) η οντολογία των θεσμών

Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο συντηρείται ακόμα μια περίεργη παραδοχή, μια περίεργη οντολογία, η οποία μετατρέπει τους θεσμούς σε αυτόβουλες, ανεξάρτητες υπάρξεις, των οποίων η σχέση δημιουργήματος-δημιουργού με την κοινωνία δίνει τη θέση της σε μια ασαφή, αλλά γεμάτη αυτοπεποίθηση, περιγραφή αυτής της σχέσης ως ανταγωνιστικής. Ο καπιταλισμός, το σύστημα, η ελεύθερη αγορά κ.λπ. «προάγονται» από τρόπος περιγραφής και διευθέτησης κάποιων εκ των ανθρωπίνων σχέσεων/υποθέσεων, από άψυχα εργαλεία που κινητοποιούνται μόνο με τη δράση και τη συμμετοχή της πλειοψηφίας των ανθρώπων, σε ανεξάρτητες, παντοδύναμες και εχθρικές οντότητες, οι οποίες «τα απορροφάνε όλα», «διαβρώνουν/καταστρέφουν τις κοινωνίες», ζητάνε τα «κέρδη πάνω από τους ανθρώπους», «καταστρέφουν το περιβάλλον» κ.λπ. Εν ολίγοις, τα κάνουν όλα και συμφέρουν. Είναι προφανές πως μια νηφάλια κριτική για όλες αυτές τις συμφορές θα έπρεπε να έχει ως υποκείμενο-στόχο την ίδια την κοινωνία, το σύνολο των πολιτών και τις αυτοκαταστροφικές συνήθειές του, και να μην αναλώνεται σε εκνευριστικούς εξορκισμούς. Το σπουδαίο σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι αυτή η αμιγώς θρησκευτική μορφή του μύθου, σύμφωνα με την οποία κάποιες μη οντότητες ασκούν αυτοβούλως μαγικές δυνάμεις σε ολόκληρο τον πλανήτη, γίνεται πολύ πιο επικίνδυνη όταν διαρραγεί από κάποιες αχτίδες λογικής: όταν ο πιστός καταλάβει πως δεν μπορεί να στρέφεται εναντίον ανεμομύλων, βρίσκει πάλι κάποιον με ανθρώπινη μορφή για να στρέψει την οργή του. Η επίθεση εναντίον των δημιουργών των θεσμών εδώ αντικαθίσταται (ή συμπληρώνεται) από την επίθεση στα άτομα που είναι συνδεδεμένα λειτουργικά με αυτούς ή που αποτελούν τα ίδια άτομα-θεσμούς (τραπεζίτες, χρηματιστές, δικαστές, πρωθυπουργοί, βουλευτές, μπάτσοι κ.λπ.), κάτι που προφανώς είναι αρκετό για να τους στερήσει την ανθρώπινη ιδιότητα, προϋπόθεση απαραίτητη για να τους ασκηθεί βία.

γ) η ανυπαρξία των μαζών ως δημιουργός πολιτικής

Οι δύο προηγούμενες παραδοχές συντηρούν και ανατροφοδοτούνται από μια αντίληψη για το «λαό», για τον «απλό κόσμο», η οποία τον θέλει σχεδόν αμέτοχο στις πολιτικές εξελίξεις. Οι μάζες, λοιπόν, στα μάτια του κάθε δυσαρεστημένου από το πολιτικό σύστημα, «κοιμούνται», είναι «απαίδευτοι και αμόρφωτοι», «εγκλωβισμένοι», «ανήμποροι». Αυτή η αίσθηση κινητοποιεί (επίσης) έναν επικίνδυνο συναισθηματικό μηχανισμό, ο οποίος τοποθετεί το υποκείμενο στην ιδιαιτέρως αγχωτική θέση του ανθρώπου που ξέρει (σε αντίθεση με την υπόλοιπη κοινωνία), και άρα έχει μεγαλύτερη ευθύνη, επειδή αν δεν κάνει κι αυτός κάτι, τότε ποιος; Έτσι, λοιπόν, η αίσθηση του επείγοντος καταλαμβάνει τον επαναστάτη και του υπαγορεύει καθήκοντα τα οποία αρθρώνονται εξ ορισμού σε λογικές πρωτοπορίας (ή μάλλον τις δημιουργούν/μορφοποιούν, αρθρώνοντάς τες), μιας και ένα από τα πρωταρχικά δεδομένα στα οποία βασίζονται είναι η κατάσταση «ύπνωσης» και «ανημποριάς» των υπολοίπων: ο επαναστάτης πρέπει αρχικά να ξυπνήσει την κοινωνία, να της δώσει να καταλάβει το κακό που της συμβαίνει. Φυσικά, ο μόνος τρόπος με τον οποίον πρέπει να ξυπνήσει η κοινωνία είναι βλέποντας το όνειρο του επαναστάτη στον ξύπνιο της, αλλιώς δεν έχει ξυπνήσει πραγματικά. Όταν αυτό επιτευχθεί, ο επαναστάτης απεκδύεται το ρόλο του ξυπνητηριού της κοινωνίας και κρατά μόνο αυτόν του καθοδηγητή της, σχέση στο βάθος της οποίας διακρίνονται ακέραια τα βασικά σχήματα που υποτίθεται ότι διατηρούν τον κόσμο εν υπνώσει: ο ένας αποφασίζει, οι πολλοί ακολουθούνε. Προτού σταθώ στο «υποτίθεται», θα επισημάνω πως, εκτός από την ουσιαστική μη μετάβαση σε κάτι διαφορετικό, τουλάχιστον πολιτικά, μιας και το ολιγαρχικό σχήμα σκέψης παραμένει στο ακέραιο, σε αυτήν την περίπτωση τα πράγματα είναι δυνητικά χειρότερα: ο παροξυσμός και ο φανατισμός που προκύπτουν από τη συλλογική πίστη σε μια τάχιστη αλλαγή της κοινωνίας, η οποία δεν ζητά και δεν προκύπτει από την αλλαγή των ίδιων των ανθρώπων, αλλά από την αλλαγή των κυβερνώντων τους, είναι ικανός να δικαιολογήσει τα πάντα στο όνομα της επανάστασης, όπως μας έχουν διδάξει οι μεγάλες επαναστάσεις που βασίστηκαν σε διάφορες πρωτοπορίες.

Κατά πόσο όμως ο λαός κοιμάται; Κατά πόσο αυτός ο ύπνος είναι απολιτικός; Κατά πόσο η στάση του αυτή συνιστά αποχή από το πολιτικό παιχνίδι; Νομίζω ότι εδώ ακριβώς πρέπει να κάνουμε ένα διαχωρισμό της στάσης του κόσμου απέναντι στο πολιτικό, σε δύο επίπεδα: στο επίπεδο της στάσης του απέναντι στο τωρινό πολιτικό σύστημα συνολικά και στο επίπεδο της συμμετοχής του μέσα σε αυτό. Στη δεύτερη περίπτωση, οι λέξεις α-πολιτικά ή από-πολιτικοποιημένα υποκείμενα περιγράφουν επιτυχημένα τον μέσο ευρωπαίο πολίτη: η υποβάθμιση των πολιτικών στοιχείων στο ρόλο που παίζουν στην απόφασή του για το τι θα ψηφίσει, η αντικατάστασή τους από καθαρά προσωπικά κίνητρα και, εσχάτως, η αύξηση της αποχής από τις εκλογικές διαδικασίες δείχνουν την απροθυμία του να ασχοληθεί με τα κοινά, φανερώνουν την προτεραιότητα του ατομικού σε σχέση με το κοινωνικό. Πώς όμως αυτό μπορεί να μεταφραστεί στο άλλο επίπεδο, δηλαδή στην αξιολόγηση (που ο ίδιος κάνει) του τωρινού πολιτικού συστήματος συνολικά (σε σχέση π.χ. με μια αριστοκρατία ή με την άμεση δημοκρατία); Είναι εύστοχο να μιλάμε για κατάσταση ύπνωσης ή μη ενασχόλησης με αυτό το ζήτημα; Η απάντηση είναι ταυτόχρονα καταφατική και αρνητική: όντως, η πλειοψηφία του κόσμου δεν διανοείται και δεν ασχολείται με μια αλλαγή του πολιτικού συστήματος. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η σιωπηρή αποδοχή του, αυτή η μη ενασχόληση με την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, συνιστά ενασχόληση, δεν είναι α-πολιτική, απεναντίας συνιστά την πιο ηχηρή επικύρωσή του. Σε αυτό το επίπεδο, λοιπόν, ο λαός δεν κοιμάται, αλλά δημιουργεί, και μάλιστα δημιουργεί αυτό ακριβώς που τον βολεύει: ένα πολιτικό σύστημα ανάθεσης των αποφάσεων σε λίγους, οι οποίοι σε αντάλλαγμα διασφαλίζουν την ομαλότητα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής.

 

3. Τα πολιτικά αποτελέσματα της πολιτικής βίας

Η πολιτική βία, όπου εμφανίζεται στα σύγχρονα δυτικά κράτη, έχει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό τις ρίζες της σε τέτοιου είδους απλουστευτικές ερμηνείες, οι οποίες εκτός από την πραγματικότητα θολώνουν και τον ψυχισμό όσων τις ασπάζονται, δημιουργώντας επείγουσες ανάγκες, πολωτικά ψευτοδιλήμματα, δαιμονοποίηση ανθρώπων και εν τέλει τη βαρβαρότητα. Εκτός όμως από τα αίτια αυτού του φαινομένου, θα πρέπει να μας απασχολήσουν και οι συνέπειές του. Αν είχαμε να κάνουμε με βία η οποία δεν διεκδικούσε για τον εαυτό της πολιτικά αποτελέσματα, θα αρκούμασταν στα αυτονόητα: η βία, ως σχέση μεταξύ υποκειμένων, αυτοπροωθείται ως αποδεκτή συμπεριφορά και στο υποκείμενο το οποίο τη δέχεται, όπως σε μικρότερο βαθμό και στα υποκείμενα τα οποία απλώς γίνονται μάρτυρές της. Όχι επειδή αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα που μεταδίδεται όπως τα μικρόβια μεταξύ ανθρώπων, αλλά επειδή δημιουργεί στο δέκτη της (αλλά και στον αμέτοχο παρατηρητή) την εικόνα του Άλλου ως εχθρού, ως επικίνδυνου, ως ικανού να γίνει απειλητικός για τη ζωή, εικόνα που αποτελεί προϋπόθεση και σχεδόν ικανή συνθήκη για την (επαν)εμφάνιση και την περαιτέρω εξάπλωση της βίας, σε έναν φαύλο κύκλο όπου ο φόβος για τον άλλο τρέφει την προετοιμασία για βία, και αυτή με τη σειρά της το φόβο του άλλου. Η άσκηση βίας αποτελεί σίγουρο θεμέλιο για την ανύψωση του εαυτού της, κάτι που ισχύει παντού και πάντα, ακόμα κι αν αυτή λαμβάνει χώρο σαν αυτοάμυνα ή σαν βία που εφαρμόζεται για να αποτρέψει μια άλλη, ίσως χειρότερη, μορφή της. Ειδικά όμως όταν μιλάμε για πολιτική βία, υπάρχει μία παράμετρος που την καθιστά ιδιαίτερη: σε αυτήν την περίπτωση, η βία που προέρχεται από υποκείμενα με στόχο την πολιτική δεν έρχεται απλώς να αυτοπροταθεί και να αυτοδικαιολογηθεί ως τρόπος σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, ως τρόπος διευθέτησης προσωπικών διαφορών, αλλά ως τρόπος διευθέτησης του πολιτικού, ως μέθοδος επίλυσης των συλλογικών προβλημάτων ή, στην καλύτερη, ως τρόπος αντιμετώπισης των πολιτικών αντιπάλων. Έτσι, οι επαναστατικές ωορρηξίες, οι λιθοβολισμοί αστυνομικών, το «σπάσιμο» ενοχλητικών συζητήσεων, οι ξυλοδαρμοί καθηγητών, συνδικαλιστών κ.λπ., αλλά και οι δολοφονίες πολιτικών προσώπων, το κάψιμο ανθρώπων, βιβλιοπωλείων και τραπεζών, οι ανταλλαγές πυροβολισμών κ.λπ., αντικαθιστούν de facto την πολιτική συζήτηση και την ανταλλαγή επιχειρημάτων, είτε άμεσα, έχοντας αυτό ακριβώς σαν στόχο (τραμπουκισμοί σε συνελεύσεις/εκδηλώσεις, κάψιμο βιβλιοπωλείων κ.λπ.), είτε έμμεσα, πλημμυρίζοντας τη δημόσια σφαίρα με εικόνες και προτάσεις για την πολιτική βγαλμένες από ταινίες γουέστερν, οι οποίες προβάλλουν αξιώσεις σε βάρος άλλων, σοβαρών εγχειρημάτων.

Είναι αυτό αρκετό για να πούμε πως η πολιτική βία είναι πάντα φασιστική; Για μένα, η έκφραση αυτή είναι ανεπαρκής. Επειδή φαντάζει σαν χαρακτηρισμός τής κάθε φορά συγκεκριμένης πράξης, αφήνει να εννοηθεί πως απλώς αφορά την ποιότητά της στην ουσία της, η οποία σαφώς και είναι φασιστική: ακόμα κι αν μέσα από μια τέτοια πράξη απελευθερωνόταν ένας ολόκληρος πλανήτης από τον πιο στυγνό τύραννο, τα πιθανώς ευεργετικά αποτελέσματά της δεν αναιρούν τον φασιστικό χαρακτήρα της, δεν αναιρούν την ανάγκη να καταδικαστεί ή να απονομιμοποιηθεί ηθικά η συγκεκριμένη πράξη, ακόμα κι αν υπήρξε αναγκαία. Αλλά δεν είναι αυτό όλο. Η πολιτική βία από μόνη της είναι φασιστική, αποκρουστική, τρομακτική. Η πολιτική βία, όμως, σε συνδυασμό με την αποδοχή της χωρίς καμία καταδίκη, είναι κάτι πολύ χειρότερο: είναι μια επιθυμία και υπόσχεση εκφασισμού, μια υπόσχεση ολοκληρωτισμού, καθώς η διαφαινόμενη αποδοχή της εγκαθίδρυσής της ως νόμιμο, μη προβληματικό μέσο επίλυσης των πολιτικών προβλημάτων, η μεταξύ μας συμφωνία μη απαξίωσής της ηθικά και πολιτικά, είναι ακριβώς τα στοιχεία που χρειάζεται να υπερισχύσουν στην κοινωνία για την εγκαθίδρυση κάθε λογής φασισμού, κάθε απόχρωσης ολοκληρωτισμού.


[1] Εντγκάρ Μορέν, Η ανθρωπινότητα της ανθρωπότητας (Η μέθοδος #5), Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2005.

[2] Λιούις Μάμφορντ, Ο μύθος της μηχανής, Ύψιλον, Αθήνα 1985.

[3] Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν παύει να αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα ολιγαρχικού πολιτεύματος. Για μια συνοπτική και καλά τεκμηριωμένη υποστήριξη της άποψης αυτής, όπως και για την περιγραφή βασικών αρχών ενός δημοκρατικού πολιτικού συστήματος, υπάρχει το βιβλίο του Γ. Ν. Οικονόμου «Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία» (2009, εκδ. Παπαζήση).

[4] Ημιτελής, όχι επειδή δεν έχουν φτάσει σε κάποιο «ιδανικό» επίπεδο, αλλά επειδή υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των περιγραφομένων από αυτές τις λέξεις εννοιών και της κοινωνικής πραγματικότητας.

Παναγιώτης Σιαβελής (Τρίπολη, 1982): Αντιρρησίας συνείδησης, μέλος του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης (http://www.antirrisies.gr/) και μέλος της διαχειριστικής ομάδας του πολιτικού site arguments (www.arguments.gr). Υπήρξε μέλος της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/) και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μάγμα (http://magmareview.blogspot.com/) την περίοδο 2009-2010. Εργάζεται ως φυσιοθεραπευτής.

 

Advertisements