διαπυροΝ

Θανάσης Τριαρίδης – Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική (δύο κείμενα)

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:26 μμ

Θανάσης Τριαρίδης

Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική

(δύο κείμενα)

[Τα κείμενα που ακολουθούν δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα του Θ.Τ. αμέσως μετά τις δολοφονίες του Χαμί Νατζάφι (28.4.2010 – http://www.triaridis.gr/keimena/keimD065.htm) και των τριών υπαλλήλων της Μαρφίν (05.5.2010 – http://www.triaridis.gr/keimena/keimD067.htm).]

1. Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική

Αny mans death diminishes me, because I am involved in mankind * Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου με λιγοστεύει αφάνταστα γιατί εγώ είμαι η ανθρωπότητα * John Donne, 1624

Τις τελευταίες μέρες οι δοξολογίες του φόνου εναλλάσσονται με την πράξη του φόνου, ξαναδείχνοντας (: ξαναεπιβεβαιώνοντας) το φασιστικό πρόσωπο της πολιτικής βίας. Οι κτηνώδεις Ο.Υ.Κ. που έκαναν παρέλαση στο όνομα της… δημοκρατίας ουρλιάζοντας συνθήματα φόνου («Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι ποτέ, το αίμα σου θα χύσουμε, γουρούνι Αλβανέ…») απέδειξαν για μια ακόμη φορά πως ο στρατός (ο κάθε στρατός) είναι ένας θεσμός θανάτου, μια απάνθρωπη εκπαίδευση στο μίσος, στον φόνο και την κτηνωδία. Η βόμβα που διαμέλισε έναν δεκαπεντάχρονο Αφγανό μετανάστη και τύφλωσε τη δεκάχρονη αδελφή του ενώ έψαχναν στα σκουπίδια για να επιβιώσουν, ξαναϋπογράμμισε το αυτονόητο: πως όποιος φτιάχνει βόμβες (και κάθε άλλο όπλο), τις φτιάχνει για να σκοτώσει ανθρώπους – και πως στο βάθος του ορίζοντα προσδοκίας του υπάρχει ο φόνος, άλλοτε σαφώς στοχοθετημένος κι άλλοτε θαμπός και τυφλός, μα πάντοτε ζωντανός. Έτσι, ο δεκαπεντάχρονος Χαμί Νατζάφι έγινε κομμάτια επειδή ένας άλλος συνάνθρωπός του αποφάσισε πως αξίζει να υπογραμμίσει τις όποιες σκέψεις του φτιάχνοντας μια βόμβα θανάτου και σπέρνοντάς τη μέσα στο πλήθος.

Εδώ και χρόνια γράφω βιβλία και κείμενα ενάντια σε κάθε πολιτική βία από όπου κι αν προέρχεται – είτε από κτηνώδεις θεσμούς θανάτου (όπως ο στρατός), είτε από μηχανές φόνου, τρόμου και ρατσισμού (όπως οι θρησκείες και τα έθνη), είτε από φασιστικές ακροδεξιές ή φασιστικές «αντιεξουσιαστικές» ομάδες. Και πλήρωσα το τίμημα για αυτήν τη στάση με πολύπλευρες επιθέσεις, λοιδορίες και παντοειδή αποκλεισμό – ο οποίος ωστόσο μεταφράζεται μέσα μου ως η μεγαλύτερη δυνατή τιμή για κάποιον που γράφει. Ωστόσο, παρά το ότι έχω ζήσει επί αρκετά χρόνια τον τυφλό ανορθολογισμό του δημόσιου διαλόγου, συχνά προβληματίζομαι με την υποκριτική αφέλεια που συμπλέκεται με την ανυπόκριτη βλακεία: Χρειάζεται κανείς να ακούσει τα απάνθρωπα συνθήματα των Ο.Υ.Κάδων για να διαπιστώσει τον τρόμο και τον φόνο που κηρύσσει κάθε στρατός και κάθε «έθνος»; Και χρειαζόταν να διαμελιστεί ένα δεκαπεντάχρονο παιδί για να διαπιστώσουμε (περίπου έκπληκτοι) πως οι βόμβες διαμελίζουν ανθρώπους; Τι ήταν αυτό που μας έκανε να υποθέσουμε πως μπορούν να υπάρξουν «ανθρώπινοι στρατοί δολοφόνων», «δίκαιοι φόνοι» και «καλές βόμβες»; – εν τέλει, τι ήταν αυτό που μας έπεισε πως μπορεί να υπάρξει μη φασιστική πολιτική βία σε βάρος των συνανθρώπων μας;

Κι αν η καθαρή ναζιστική ιδεολογία θεωρεί τη βία, τον τρόμο και τον φόνο μέσα απόδειξης της «φυσικής ισχύος» του «δυνατού» επί του «αδύναμου» (και άρα θεμιτή πολιτική μέθοδο στο κτηνώδες και απάνθρωπο σύστημα που ευαγγελίζεται), τι κάνει αυτούς που θέλουν να αντιπαραταχτούν στον φασισμό να χρησιμοποιούν τις ίδιες μεθόδους (τη βία, τον τρόμο και τον φόνο); Ιδίως για όσους αυτοπροσδιορίζουν την πολιτική τους δράση στην «αντι-εξουσία» και συνάμα θεωρούν τις βόμβες «μέσο αγώνα», συχνά προβληματίζομαι, πέραν των άλλων, για το μέγεθος της ευήθειάς τους: υπάρχει πιο κτηνώδης εξουσιαστική πράξη από τον φόνο του άλλου; Πώς μπορεί η πολιτική δολοφονία και ο πολιτικός τρόμος να είναι προστάδιο της «ελευθερίας» την οποία επικαλούνται; Δεν καταλαβαίνουν πως «ελευθερία» εν τρόμω και εν φόνω δεν υπάρχει παρά μόνο ως ολοκληρωτικό τέρας; Δεν καταλαβαίνουν πως έχουν γίνει νεοναζί φασίστες – απαράλλακτοι με αυτούς που υποτίθεται πως αντιμάχονται (και με τους οποίους αλληλοτροφοδοτούνται με μίσος και τρόμο);

Επίσης προβληματίζομαι και για όσους επιχειρούν να αρθρώσουν δημόσιο παρεμβατικό λόγο και με τη σειρά τους αυτοπροσδιορίζονται ως διαφόρων αποχρώσεων «ελευθεριακοί», «αναρχικοί» ή ό,τι ανάλογο (σε «καταλήψεις», «στέκια», εκδοτικές ή άλλες προσπάθειες): άραγε, τι περιμένουν για να πουν πως όποιος φτιάχνει μια βόμβα είναι ένας κτηνώδης δολοφόνος (γιατί, στη βάση της χρήσης της, κάθε βόμβα φτιάχνεται για να μακελέψει ανθρώπινες ζωές) ανεξάρτητα από τα «κίνητρα»-νεφελώματα που απλώνονται στο μυαλό του; Κάποιοι από τους ανθρώπους ετούτου του χώρου σιώπησαν (και σιωπούν) επί χρόνια για τους βαθύτατα εξουσιαστές-αυτόκλητους «δικαστές»-δολοφόνους της «17 Νοέμβρη», της «Σέχτας Επαναστατών» και των λογιών άλλων ομάδων δολοφόνων, γιατί θεώρησαν πως κάτι τέτοιο θα ακύρωνε την κριτική τους για τα εγκλήματα του αστικού κράτους (ποιος πανηλίθιος τούς έπεισε για κάτι τέτοιο; – όσοι δηλαδή κάνουμε επί χρόνια κριτική για αυτά τα εγκλήματα των αστικών κρατών και ταυτόχρονα μιλάμε καθαρά για τα εγκλήματα των λογής ολοκληρωτισμών, αυτοακυρωνόμαστε;). Κάποιοι (και, αλίμονο, όχι λίγοι) φτάσανε στο σημείο να θεωρούν τα «αντιεξουσιαστικά»-ναζιστικά τάγματα εφόδου με τις βαριοπούλες ως χαριτωμένα «μπάχαλα» (δικιά τους έκφραση) και να λογαριάζουν τα γκαζάκια (μια φασιστική μαφιόζικη πράξη ακραίου πολιτικού τρόμου) ως κάτι περίπου ασήμαντο και περίπου άμεμπτο, με το οποίο συνταυτίζονται ή (στην καλύτερη περίπτωση) «απλώς διαφωνούν» (αλίμονο, οι ίδιοι άνθρωποι ενοχλήθηκαν βαθύτατα που στο βιβλίο μου Κόψε-κόψε έβαλα τους δήθεν «αντι-εξουσιαστές» να χαιρετούν ναζιστικά, γιατί όπως είπαν «τσουβαλιάζω απαράδεκτα…») Και τις τελευταίες μέρες βλέπω (με κλιμακούμενη φρίκη) πως οι ίδιοι πάνω-κάτω άνθρωποι περιμένουν να δουν τι πολιτικό πρόσημο είχε ο ηθικός αυτουργός της βόμβας που διαμέλισε το δεκαπεντάχρονο παιδί, ώστε να τοποθετηθούν για το εάν είναι φασίστας δολοφόνος (παρόμοιος με τον Κουφοντίνα, τον Κορκονέα, τους νεοναζί που μαχαιρώνουν μετανάστες, τους φονιάδες της «Σέχτας») ή κάτι άλλο (τι άραγε;). Πώς μπορούν να εκπέφτουν σε τόση απανθρωπιά; Πώς μπορούν με τη βουερή σιωπή τους να γίνονται ηθικοί αυτουργοί του πολιτικού φόνου;

Ας είναι. Οι άνθρωποι κρινόμαστε από την επιλεκτική ή καθολική σιωπή μας όσο και από τα λόγια μας – και πρώτα από όλους σταθμίζουμε οι ίδιοι τις πράξεις μας στο όποιο ζύγι λογαριάζει ο καθένας ως δραστικότερο. Εγώ πιστεύω πως πρέπει να μιλούμε για όλους και για τα εγκλήματα όλων – πρωτίστως για τα δικά μας. Όλοι όσοι διαβάζουν τα βιβλία μου ξέρουν πως στην κριτική μου για τα εγκλήματα των αστικών κρατών, ποτέ δεν έβγαλα τον εαυτό μου από το κάδρο των φονιάδων (το αντίθετο θαρρώ). Μα αυτό δεν σημαίνει πως θα πάψω να μιλάω για τα εγκλήματα των εθνών και των θρησκειών, για τα εγκλήματα κάθε λογής ολοκληρωτισμού (μαύρου, λευκού, γαλάζιου, κόκκινου, μαυροκόκκινου ή όπου άλλου) και κάθε φονικής ανθρωποδιόρθωσης που λογαριάζει μια ντούμπα με πτώματα ως προϋπόθεση της αγάπης.

Έτσι επιμένω στο ίδιο αμόνι – και όσο πιο καθαρά μπορώ: Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, από όπου κι αν προέρχεται. Όσοι την ασκούν (είτε με το ρόπαλο, είτε με την πέτρα, είτε με το πιστόλι, είτε με τη βόμβα είτε με όποιον άλλο τρόπο) είναι διαφόρων διαβαθμίσεων νεοναζί. Και όσοι σιωπούμε απέναντι σε τούτη την πολιτική βία, είτε περιμένοντας να δούμε αν αυτοί που την άσκησαν είναι οι «δικοί μας» «καλοί» δολοφόνοι ή οι «κακοί άλλοι», είτε θεωρώντας πως με τη σιωπή μας υπηρετούμε την ηθική τάξη της «ανώτερης ιδεολογίας» μας, είμαστε αδιαβάθμητοι συνένοχοι.

Θ. Τ. — 01.4.2010

***

2. Θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν;

Μια μέρα μετά την κτηνώδη δολοφονία της Παρασκευής Ζούλια, της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου και του Επαμεινώντα Τσακάλη στον πρώτο όροφο της Τράπεζας Marfin, στην οδό Σταδίου, στην Αθήνα, το μεσημέρι της 5ης Μαΐου του 2010, και προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω το γεγονός ως σημείο της αλληλουχίας μιας πολύ μακρύτερης αλυσίδας γεγονότων, περίπου αντανακλαστικά (σχεδόν αυτιστικά – ή ακόμη και αμυντικά) παραπέμπω στο κείμενό μου με τίτλο «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» http://www.triaridis.gr/keimena/keimD065.htm. Όταν το κείμενο αυτό (γραμμένο για το διαμελισμό του 15χρονου Χαμί Νατζάφι) δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα μου πριν από ένα μήνα, χρειάστηκε κάμποσες φορές να επιχειρηματολογήσω για πράγματα που τα λογάριαζα αυτονόητα από την πρώτη μου εφηβεία. Πως οποιαδήποτε πράξη συνειδητά βλάπτει το τρεμάμενο σώμα του άλλου δεν είναι «αγώνας για την ελευθερία» μα άσκηση σκλαβιάς και υποταγής. Πως ο τρόμος είναι πολιτικό εργαλείο του φασισμού. Πως όσοι φτιάχνουν βόμβες για να διαμελίσουν, να κάψουν ή να χουγιάξουν ανθρώπους είναι φονιάδες. Πως όσοι ασκούν συνειδητά πολιτική βία είναι διαφόρων διαβαθμίσεων νεοναζί. Πως η ανοχή και η σιωπή μας απέναντι στην πολιτική βία και τον τρόμο που σπέρνει είναι συνενοχή.

Γυρεύοντας (εξακολουθητικά) την ενδεχόμενη αντιπρόταση σε τούτη τη βία και την απανθρωπιά της παραπέμπω και σε άλλα τρία κείμενα, γραμμένα κι αυτά μετά τον φόνο του Χαμί Νατζάφι – τα οποία ωστόσο μπορούν αν διαβαστούν και σήμερα, δίχως να αλλοιωθούν οι άξονές τους. Είναι τα κείμενα του Γιάννη Ευαγγέλου («Ο τυχαίος θάνατος του Χαμί Νατζάφι»), του Κυριάκου Αθανασιάδη («Εγώ είμαι ο Σπάρτακος») και του Παναγιώτη Παπαδόπουλου, γνωστότερου και ως Κάιν («Το αίμα μας δεν θα χυθεί για τα σκουπίδια σας») – όλα συγκεντρωμένα στην ιστοσελίδα των εκδόσεων διάπυροΝ: http://diapyron.com/category/www-diapyron-comtexts/

Κάπου εδώ κάποιος, ίσως εύλογα, θα αναρωτηθεί: μπορούν τα κείμενα να σταματήσουν το θάνατο που απλώνει; Τι αξία έχει να τοποθετείται κανείς, όταν τα χέρια του είναι δεμένα, όταν είναι ανήμπορος να σταθεί απέναντί στην ισχύ της βίας, όταν τα λόγια του μοιάζουν με σκόνη στον άνεμο;

Αξίζει να σκεφτεί κανείς μιαν απάντηση: είναι στ’ αλήθεια τα λόγια σκόνη στον άνεμο; στ’ αλήθεια η βία λόγω της φύσης της θα υπερισχύει κάθε προσπάθειας για ανθρωπιά;

Καταγράφω τη σκέψη μου: Είναι προφανέστατο πως η πολιτική βία, όχι μόνο δε θα σταματήσει, αλλά θα πολλαπλασιαστεί – θα ανατροφοδοτείται από τη θεσμοθετημένη βία, την προγραμματική αμορφωσιά, την κρατική καταστολή και κτηνωδία, την κοινωνική αδικία, από τη φτώχεια, την υπαρξιακή σύγχυση και τον διάσπαρτο τρόμο. Κι άλλοι νεκροί θα υπάρξουν, θύματα δολοφόνων που πιστεύουν πως έχουν το δικαίωμα να υπογραμμίζουν τις απόψεις τους με το αίμα των άλλων. Οι ιερουργοί της πολιτικής βίας θα επιμένουν πως έτσι πολεμούν το «σύστημα», θα λένε πως η βία τους είναι «αντι-συστημική» (δίχως φυσικά να γνωρίζουν καν τι σημαίνει η λέξη – ούτε ποιος και πώς την εισηγήθηκε), θα διατρανώσουν πως όσοι εναντιώνονται στην κτηνωδία τους είναι «δεκανίκια του συστήματος». Στον συγκεχυμένο κόσμο του τρόμου τους (όπου η αμάθεια θεωρείται αρετή, η βία ανδρεία και το κάψιμο ανθρώπων αγώνας), το «σύστημα», όπως το ορίζουν στο φαντασιακό τους, είναι το τέρας που τους μοιάζει απελπιστικά. Αυτοί οι ίδιοι είναι ζωτικά κομμάτια ετούτου του συστήματος: το υποστηρίζουν, το αναπαράγουν, το ανατροφοδοτούν, το ζωογονούν. Ο τρόμος και ο θάνατος που σκορπούνε είναι μια βαθιά συστημική επιβεβαίωση.

Μα οι υπόλοιποι (όσοι δεν πιστεύουμε στη βία, όσοι δε θρησκευόμαστε με αυτήν) τι θα κάνουμε; Θα μείνουμε να βλέπουμε μια ακόμη δοξολογία του επικείμενου φόνου να γίνεται συνήθεια, συγκατάβαση, κοινωνικός θεσμός; Πέρα από την όποια οπτική μας για τη ζωή, πέρα από την όποια ιδεολογία μας, πέρα από τις προφανείς ή δυσδιάκριτες διαφορές μας (που εντέλει δίνουν περιεχόμενο στη ζωή), δε θα εκφράσουμε καθαρά και ρητά την αντίθεσή μας σε τούτη την πολιτική βία; Θα προσκυνήσουμε το τέρας επειδή μάς μοιάζει; Θα γίνουμε συνένοχοι διά της σιωπής μας, διά της εκκωφαντικής μας μούγγας; Θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν;

Το ερώτημα είναι ανοιχτό για τον καθένα μας – και στον κόσμο τής διαρκώς ερχόμενης βίας ποτέ δεν είναι αργά: ελπίζω τώρα να μιλήσουν λίγο περισσότεροι, να τοποθετηθούν ενάντια στους λογής διαβαθμίσεων νεοναζί, να αντισταθούν στη φονική σιωπή μας, στην παναθεματισμένη μούγγα μας… Το λέω ειλικρινά: ελπίζω να μη φοβηθούν το τέρας και να μιλήσουν.

Ωστόσο, μπορεί κανείς να σκεφτεί πως το πιο πάνω ερώτημα (θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν;) είναι υπερβολικά γενικό για τα μέτρα του – πως θα ήθελε ένα ερώτημα ειδικό, προσωπικό, έξω από σχήματα κοινωνικής ευθύνης και μουγγής συνενοχής. Παρόλο που θεωρώ πως κάθε ερώτημα είναι προσωπικό (και κυρίως το ερώτημα για το πότε σιωπά κανείς, πότε φοβάται και πότε μιλά), θα επιχειρήσω να συμμεριστώ τη σκέψη ετούτου του φανταστικού αναγνώστη – θα προσπαθήσω να σχηματίσω ένα ερώτημα προσωπικότερο, δικό του

Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, μία από τους τρεις καμένους, ήταν έγκυος τεσσάρων μηνών. Μονομιάς όλοι παρατηρήσαμε πως γεννήθηκε ένα ζήτημα εκφραστικής ορθότητας: μιλάμε για τρεις ή για τέσσερις νεκρούς; Άραγε ήτανε ένας ακόμη νεκρός το αγέννητο μωρό – ή μήπως όχι; Τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε γι’ αυτό; Θα ήταν αγόρι ή κορίτσι, θα έπαιζε τα παιδικά καλοκαίρια του στη θάλασσα, θα ανέβαινε στη νεροτσουλήθρα του Λούνα Παρκ, θα έβγαζε τις πίστες στο Nintendo; Θα πήγαινε στο γήπεδο, θα ήταν καλή ή μέτρια μαθήτρια, θα κάπνιζε στα κρυφά στις τουαλέτες του σχολείου; Θα γινόταν μπασκετμπολίστας, μαθηματικός, δασκάλα, νοσοκόμα, κομμώτρια; Αν πέρναγε στο πανεπιστήμιο, θα ήταν σπασίκλας ή θα έκανε συνελεύσεις στα γρασίδια; Θα ερωτευόταν, θα απελπιζόταν από έρωτα, θα έκανε δικά του (ή δικά της) παιδιά; Θα περνούσε τις νύχτες του ακούγοντας το Παπάκι του Άσιμου ή θα χόρευε το Greenfields σώμα με σώμα; Άραγε, πριν να γεράσει, θα πρόφταινε να δακρύσει έστω σε ένα δειλινό ακούγοντας τη Σερενάτα του Σούμπερτ;

Οι υποθέσεις μπορούν να συνεχιστούν, σαν κήπος με διακλαδωτά μονοπάτια. Ωστόσο το προσωπικό ερώτημα θαρρώ πως έχει ήδη αναδυθεί – κι ο φανταστικός αναγνώστης το επιλέγει εφόσον το θέλει και το απαντάει μόνος του:

Σε συνδέει κάτι με εκείνο το νεκρό έμβρυο της 5ης Μαΐου του 2010; Είναι δική σου απώλεια το αγέννητο παιδί που κάηκε μες στην κοιλιά της μάνας του στον πρώτο όροφο της Marfin;

Θ. Τ. – 06.5.2010

Advertisements