διαπυροΝ

Archive for Οκτώβριος 2010|Monthly archive page

Γιάννης Ευαγγέλου – Τρία κείμενα για την πολιτική βία

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 4:30 μμ

Γιάννης Ευαγγέλου

Τρία κείμενα για την πολιτική βία

 

[Τα τρία κείμενα που ακολουθούν δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα των εκδόσεων διάπυροΝ http://diapyron.com/ στις 6.12.2009, 02.4.2010 και 20.6.2010.]

Στο όνομα της εξέγερσης

Ένα χρόνο μετά, στη μνήμη του αδικοχαμένου αγοριού, κάποιοι (: πολλοί) αυτοαποκαλούμενοι «αντιεξουσιαστές», με βαθύτατα εξουσιαστική μανία, ζητούν ΕΚΔΙΚΗΣΗ. Με κεφαλαία γράμματα, φυσικά. Για να διατρανώσουν τη δική τους αθωότητα και να καταδείξουν την ενοχή των άλλων. Για να μας ξαναχωρίσουν σε στρατόπεδα. Για να ξαναστήσουν αυτοσχέδια λαϊκά δικαστήρια (: τα πιο απάνθρωπα δικαστήρια). Λες και δεν είμαστε όλοι ένοχοι καθώς συμμετέχουμε με όλη μας τη ζωτική δύναμη στις κουλτούρες της βίας και της εκδίκησης. Λες και ο Κορκονέας δεν είναι σάρκα από τη σάρκα μας. Λες και τα δικά μας χέρια δεν είναι ματωμένα, επειδή έχουν ξεπλυθεί με τις δήθεν καλές μας προθέσεις…

Ένα χρόνο μετά, εξακολουθούμε να σκυλεύουμε το πτώμα ενός παιδιού. Για να δικαιώσουμε το δικό μας σχήμα της εκδίκησης. Για να επιβάλουμε τη δική μας ορθοδοξία. Για να τους πείσουμε όλους (και κυρίως τον εαυτό μας) για τη δική μας αθωότητα, τη δική μας αγνότητα, τη δική μας πηγαία ορμητικότητα. Ο δημαγωγικά αποκαλούμενος «ανθός της ελληνικής κοινωνίας» φροντίζει να την πληγώνει διαρκώς με τα αγκάθια του.

Ένα χρόνο μετά, η πανούκλα του αναδυόμενου μαυροκόκκινου φασισμού αποκτά διαστάσεις επιδημίας. Κάψιμο βιβλιοπωλείων, επιδρομές, ξυλοδαρμοί, απειλές, βίαιη ματαίωση εκδηλώσεων, γκαζάκια, σφαίρες, βόμβες, δολοφονίες. Τα τάγματα εφόδου των δήθεν «αντιεξουσιαστών» (οι οποίοι δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τις βαθιά ανθρωπιστικές ιδεολογικές αρχές κάθε αληθινά αντιεξουσιαστικής στάσης) ποδοπατούν και ταπεινώνουν το πτώμα της ήδη τρομοκρατημένης κοινωνίας. Πατούν πάνω στη μνήμη ενός νεκρού σώματος, για να κατασπαράξουν το δήθεν υπνωτισμένο και απαθές ζωντανό σώμα. Με τη σιωπηρή συναίνεση όλων μας. Είναι καιρός να ακουστεί η φωνή της ίδιας της ζωής. Είναι καιρός να σταθούμε απέναντι στον τρόμο και να μιλήσουμε για την ίδια τη ζωή, ο καθένας από τη δική του σκοπιά.

Στο νου μου έρχεται αυτό που έγραψε ο Ντανιέλ Γκερέν στη Φαιά πανούκλα του φασισμού, πριν από πενήντα πέντε χρόνια: «Όλο αυτό το λούμπεν προλεταριάτο που σέρναμε πίσω μας: […] τύποι που τους άρεσε η στολή κι ο καβγάς και που δεν είχαν παρά μονάχα ένα ιδανικό: να κυριαρχούνε στη γωνιά τους, στο πεζοδρόμιο». Κι όμως, πενήντα πέντε χρόνια μετά, δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα. Ούτε καν οι στολές. Κι οι εγκληματίες της κάθε ιδεολογίας (αριστερής ή δεξιάς, αναρχικής ή φασιστικής, εθνικής/θρησκευτικής ή όποιας άλλης) συνεχίζουν να μεταμορφώνονται σε δικαστές, επικαλούμενοι τη μεταφυσική αιτιολογία του «δικαίου».

Ένα χρόνο μετά, κάποιοι ακόμη μιλούν για Εξέγερση (: με κεφαλαίο Ε). Μόνο που με τη λέξη αυτή εννοούν την εξωτερίκευση του μίσους, και όχι τη λαχτάρα της ζωής. Δεν με εκφράζουν, είμαι απέναντί τους.

 

Ένας που πέρσι, τέτοιον καιρό, φώναζε «Θάνατος».

Γιάννης Ευαγγέλου, 06.12.2009

***

Ο «τυχαίος» θάνατος του Χαμί Νατζάφι

6 Δεκεμβρίου 2008

Το σώμα ενός 15χρονου παιδιού πέφτει νεκρό από τις σφαίρες ενός δολοφόνου. Για έναν ολόκληρο μήνα, η εκδικητική φλόγα παραμένει άσβεστη και κατακαίει τα πάντα στο πέρασμά της. Το όνομα του 15χρονου Αλέξη γίνεται σύνθημα στα στόματά μας και οπλίζει τα χέρια μας. Είναι ένας από εμάς.

Για έναν ολόκληρο μήνα, παίρναμε εκδίκηση για μια αδικοχαμένη ζωή, όπως και για τις δικές μας αδιέξοδες ζωές. Κι αυτή η εκδίκηση γέννησε με τη σειρά της μια ολόκληρη κουλτούρα βίας, την οποία τώρα αντικρίζουμε με αποτροπιασμό και οργή. Τα σπέρματα του Δεκέμβρη έχουν πλέον γονιμοποιηθεί. Τα μέσα αναβαθμίστηκαν και καθαγιάστηκαν, στο όνομα του απάνθρωπου σκοπού της εξέγερσης.

28 Μαρτίου 2010

Το σώμα ενός άλλου 15χρονου παιδιού διαμελίζεται από την «ορφανή» βόμβα που κατασκεύασαν κάποιοι άλλοι δολοφόνοι. Λίγες μέρες μετά, ο «15χρονος Αφγανός» εξακολουθεί να μην έχει όνομα στα στόματά μας. Σαν να μην είναι κι αυτός ένας από εμάς.

Όλες αυτές τις μέρες, κυριαρχεί απόλυτη σιωπή. Λες και η θεμελιώδης σημασία δεν έγκειται στην ίδια την άσκηση βίας, αλλά μόνο στο πρόσημο του φυσικού αυτουργού. Όπως φαίνεται, απαραίτητη προϋπόθεση για την οποιαδήποτε καταδίκη της βίας είναι ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας (: κάθε δολοφονίας) να ανήκει σε «εχθρικό στρατόπεδο» (κράτος, αστυνομία, ακροδεξιά). Ειδάλλως, το θύμα (: κάθε θύμα) αποτελεί παράπλευρη απώλεια του καθαγιασμένου «κοινωνικού πολέμου»· ενός πολέμου που μετρά μόνο διαμελισμένα σώματα και συντετριμμένες καρδιές (: όπως κάθε πόλεμος).

Όλοι είμαστε (συν)ένοχοι για το θάνατο και των δύο παιδιών, είτε σιωπούμε είτε όχι. Με τη διαφορά ότι όποιοι σιωπούν και προσπερνούν, μπροστά στην απέραντη γοητεία της βίας και με την επιλεκτικά συγκινησιακή (και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιλεκτικά «αντιεξουσιαστική») στάση τους, ίσως έντρομοι αναγνωρίσουν κάποτε τον εαυτό τους στο κάδρο των συναυτουργών του επόμενου φόνου.

Γιάννης Ευαγγέλου, 04.04.2010

***

Οι δικές μας ζωές και οι ζωές των άλλων

«Ζούμε μέσα στον τρόμο, γιατί η πειθώ έχει χάσει τη δύναμή της»
Αλμπέρ Καμύ, Κείμενα για την τρομοκρατία

Στην Ελλάδα των μετεμφυλιακών συνδρόμων, των συμπλεγμάτων ηρωισμού και της κυρίαρχης σταλινικής αριστεράς, η δημοκρατική πειθώ ήταν εξ ορισμού θνησιγενής. Τόσο σε φαντασιακό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο, είχε προλάβει να την υποσκελίσει η βίαιη επιβολή. Έτσι, και η δική μου γενιά αναγκάστηκε να αναζητήσει την εναλλακτική πρόταση (: τη δική της πειθώ μέσω της βίαιης επιβολής) σε πιο ριζοσπαστικούς χώρους, και κυρίως στον αναρχικό χώρο. Μια πρόταση που θα μας επέτρεπε να αυτονομηθούμε ανεμπόδιστα, χωρίς να λογοδοτούμε σε αόρατες ή ορατές ιεραρχίες, και να υλοποιούμε καθημερινά το ανθρωποκεντρικό μας όραμα. Ωστόσο, αντί για τον ορίζοντα της ελευθερίας, ανακαλύπταμε διαρκώς ότι το κόκκινο που αντικρίζαμε στο δρόμο για τον επίγειο παράδεισο (: την πραγμάτωση της επανάστασης) δεν ήταν τίποτε άλλο παρά αίμα. Είχαμε ταυτιστεί με τους αυτόκλητους τιμωρούς. Αφαιρούσαν τις ζωές εκείνες που «δεν άξιζαν»: τις ζωές των «άλλων». Εκείνες που τους παροτρύναμε εμείς οι ίδιοι να αφαιρούν (με τα συνθήματά μας, με τα κείμενά μας, με τον τυφλό φανατισμό μας), αφού δεν τολμούσαμε να λεκιάσουμε τα δικά μας χέρια. Αντί να ασκήσουμε σκληρή κριτική και να διαχωρίσουμε ρητά τη θέση μας, απλώς σιωπούσαμε. Είτε επειδή δειλιάζαμε είτε επειδή δεν θέλαμε να προδώσουμε τον μεταφυσικό σκοπό που μας ένωνε (τη μία και αδιαίρετη επανάσταση, που νομίζαμε πως είναι πάνω από τη ζωή). Ώσπου αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε τον εσωτερικό εχθρό…

20.11.2003: Ο αναρχικός Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν) «απομακρύνεται από τα Προπύλαια». Με άλλα λόγια, δέρνεται αλύπητα (με δολοφονικά χτυπήματα στο κεφάλι) στο κέντρο της Αθήνας. Είχε τολμήσει να ταχθεί ρητά κατά της πολιτικής βίας. Δεν ήταν πλέον «δικός μας». Οι «δικοί μας» δεν του το συγχώρησαν ποτέ. Όσοι βρέθηκαν μπροστά στον ξυλοδαρμό, έμειναν απλοί θεατές, βουβοί χειροκροτητές. Οι υπόλοιποι αρκεστήκαμε στη διάψευση, τη δικαιολόγηση ή τη συγκάλυψη. Συμφωνήσαμε ότι είναι τυχερός που ζει. Με τη διάχυτη αμφιβολία αν του άξιζε να ζει ή όχι. Και δεν μιλήσαμε παραπάνω. Απλώς γνέψαμε συγκαταβατικά το κεφάλι. Ήμασταν σίγουροι ότι δεν έχουν όλες οι ζωές την ίδια αξία. Πόσο μάλλον οι ζωές των «άλλων». Εκείνων που δεν είναι πλέον (ή δεν ήταν ποτέ) «δικοί μας»… Στα χρόνια που πέρασαν, συνεχίσαμε να παρελαύνουμε ναζιστικά, να απειλούμε ζωές (άλλωστε, «δεν έχουν όλες την ίδια αξία»…), να συναινούμε, να σιωπούμε, να χωρίζουμε μανιχαϊστικά τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, να επενδύουμε ιδεολογικά το απάνθρωπο φαντασιακό μας. Ζήσαμε τη δολοφονία του ειδικού φρουρού, κι ήταν και το δικό μας μίσος που όπλισε το χέρι των δολοφόνων. Κρατήσαμε ομήρους στο Πολυτεχνείο, εμείς, οι «υπέρμαχοι της ελευθερίας» και «εχθροί του εγκλεισμού». Λεηλατήσαμε ζωές. Μόνο που δεν ήταν «δικές μας».
06.12.2008: Ένας κτηνώδης δολοφόνος, ο Επαμεινώνδας Κορκονέας, σκοτώνει τον Αλέξη Γρηγορόπουλο. Αυτή τη φορά, χάθηκε μια «δική μας» ζωή. Το όνομα του Γρηγορόπουλου έγινε σύνθημα για τη θρησκεία της εξέγερσης. Και το σύνθημα δεν άργησε να γίνει παράγγελμα. Ένα Wstavać του 21ου αιώνα. Όποιος δεν συμμορφώνεται, είναι προδότης. Όποιος το προφέρει, είναι γνήσιος επαναστάτης. Η ολική αποκτήνωση δεν θα αργούσε. Ακόμη θυμάμαι τη στιγμή που φώναξα «Θάνατος» στο μνημόσυνο του Γρηγορόπουλου. Επανειλημμένα. Τέσσερις φορές. Κάθε φορά και πιο έντονα. Σαν το μαχαίρι που μπήγεται όλο και πιο βαθιά. Ώσπου είδα χιλιάδες άλλα πρόσωπα να συσπώνται, χιλιάδες άλλα μάτια να γυαλίζουν, χιλιάδες άλλα στόματα να ζητούν το «θάνατο». Κατάλαβα ότι το γνέψιμο είχε γίνει τώρα γροθιά ατσάλινη και απάνθρωπη, έτοιμη να μας συντρίψει όλους. Και έφυγα. Όπως είχαν φύγει πολύ νωρίτερα ο Κάιν και τόσοι άλλοι. Από κείνον τον Δεκέμβρη του 2008, ο κόσμος στον οποίο για μια δεκαετία βρέθηκα και πίστεψα, μύριζε παντού θάνατο. Τα τάγματα εφόδου αναβίωναν τις «Νύχτες των κρυστάλλων»: επιδρομές στο Κολωνάκι, ξυλοδαρμοί και γιαουρτώματα «των υπευθύνων» (: πάντοτε των «άλλων»), ένοπλες ληστείες, επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα και στα ΜΑΤ, εμπρησμοί βιβλιοπωλείων. Η εκδίκηση είχε πλέον διαμορφωθεί ως κουλτούρα.

28.03.2010: Μια εκκωφαντική έκρηξη βόμβας διαμελίζει ένα 15χρονο παιδί, τον Χαμί Νατζάφι. Εξίσου εκκωφαντική ήταν και η σιωπή που ακολούθησε. Αρχίζει να πλανάται σιγά-σιγά το ερώτημα: «Τελικά, είμαστε με τη ζωή ή με το θάνατο;» Οι πρώτες απαντήσεις είναι μουδιασμένες, αλλά με κοινό παρονομαστή: «Εξαρτάται ποιος είναι ο δολοφόνος και ποιος το θύμα.» Οι ζωές ήταν ακόμα είτε «δικές μας» είτε «των άλλων». Όπως και οι θάνατοι. Η μούγγα απλωνόταν.

05.05.2010: Τέσσερις συνάνθρωποί μας (Αγγελική Παπαθανασοπούλου και το 4 μηνών βρέφος που κυοφορούσε, Παρασκευή Ζούλια, Επαμεινώνδας Τσακάλης) βρίσκουν τραγικό θάνατο. «Από αναθυμιάσεις», σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση των φασιστοειδών του Indymedia, στις 5 Μαΐου. «Από προβοκάτορες» που δεν έχουν καμία σχέση με την ανόθευτη εξεγερτική ορμή του λαού, σύμφωνα με τις διάφορες συλλογικότητες (ξεχνώντας ότι αυτή η ανόθευτη ορμή στήνει γκιλοτίνες με περισσή σπουδή). Από κάποιο λάθος, από την κακιά στιγμή, από μια εξαίρεση, και όχι από το αυγό του φιδιού που επωάσαμε όλοι εμείς οι ηθικοί αυτουργοί, όταν σιωπούσαμε, όταν συναινούσαμε, όταν δειλιάζαμε, όταν γνέφαμε συγκαταβατικά, όταν χωρίζαμε τις ζωές σε «δικές μας» και σε ζωές των «άλλων».

Το αίμα που χύθηκε εκατέρωθεν όλα αυτά τα χρόνια έγινε το μελάνι για το μεγάλο μαρτυρολόγιο της μεταπολίτευσης. Η επαναστατική-αγωνιστική αρετή προϋπέθετε θυσίες αντάξιες του μεγαλείου της· έτσι, φρόντισε να αυξάνονται (: να τις αυξάνει, είτε έμμεσα είτε άμεσα) με γεωμετρική πρόοδο. Η ζωή άρχισε να υπάγεται στους νόμους της στατιστικής, η οποία πλέον θα χρησίμευε ως εφαλτήριο για νέους αγώνες. Ο άνθρωπος αποπροσωποποιήθηκε και μετατράπηκε σε μέσο. Άλλωστε, η μεσσιανική λογική της εξέγερσης υπαγορεύει ότι ο σκοπός (η πάντοτε ορατή επανάσταση) αγιάζει τα μέσα. Όμως, η γνήσια ανθρωποκεντρική θεώρηση δεν αναγνωρίζει έσχατους σκοπούς, δεν επινοεί μεθόδους, δεν καταστρώνει σχέδια και δεν μετέρχεται μέσα. Δεν ντύνεται με χρώματα, δεν επενδύεται με ιδεολογίες και δεν ανεμίζει λάβαρα. Γιατί τότε γεμίζει βαγόνια με εχθρούς, χτίζει κρεματόρια και περιφράσσει σε συρματοπλέγματα. Αφού πρώτα φροντίσει χειρουργικά να κλείσει μέσα σε συρματοπλέγματα τις καρδιές των ανθρώπων.

Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα. Για τη μία και αδιαίρετη ζωή, που κανένα κριτήριο δεν είναι άξιο να τη διαχωρίζει και κανένα χέρι δεν νομιμοποιείται να την αφαιρεί. Για κάθε επανάσταση, που η μεσσιανική λαχτάρα για την Αποκάλυψή της δαιμονοποιεί το Άλλο και καθαγιάζει το Εγώ. Για κάθε κίνημα, που με την τυφλή ορμή του εξοντώνει αντιφρονούντες και στήνει αυτοσχέδια δικαστήρια. Να μιλήσουμε για ό,τι εμείς οι ίδιοι γεννήσαμε με τη σιωπή και τη συναίνεσή μας. Και να ονειρευτούμε από την αρχή, σαν ελεύθεροι άνθρωποι που αρνούνται να είναι είτε δήμιοι είτε θύματα.

Γιάννης Ευαγγέλου, 20.06.2010

Γιάννης Ευαγγέλου (Άρτα, 1979): Εκδότης και μεταφραστής. Σπούδασε θεωρία της μετάφρασης. Στα χρόνια 2000-2008 συμμετείχε σε διάφορες εκδοτικές και άλλες  προσπάθειες (περιοδικό ContΑct, Οργανωτική πλατφόρµα των ελευθεριακών κοµµουνιστών, Αντιεθνικιστική Κίνηση, Ο.Α.Δ.Ε., Αυτονοµία ή Βαρβαρότητα, UK Anarchist Federation, Πρωτοβουλία Αναρχικών Πειραιά κ.ά.). Το 2008, ίδρυσε τις εκδόσεις διάπυροΝ ενάντια στην κουλτούρα του μίσους και της εκδίκησης (http://diapyron.com/).

Θανάσης Τριαρίδης – Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική (δύο κείμενα)

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 4:26 μμ

Θανάσης Τριαρίδης

Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική

(δύο κείμενα)

[Τα κείμενα που ακολουθούν δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα του Θ.Τ. αμέσως μετά τις δολοφονίες του Χαμί Νατζάφι (28.4.2010 – http://www.triaridis.gr/keimena/keimD065.htm) και των τριών υπαλλήλων της Μαρφίν (05.5.2010 – http://www.triaridis.gr/keimena/keimD067.htm).]

1. Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική

Αny mans death diminishes me, because I am involved in mankind * Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου με λιγοστεύει αφάνταστα γιατί εγώ είμαι η ανθρωπότητα * John Donne, 1624

Τις τελευταίες μέρες οι δοξολογίες του φόνου εναλλάσσονται με την πράξη του φόνου, ξαναδείχνοντας (: ξαναεπιβεβαιώνοντας) το φασιστικό πρόσωπο της πολιτικής βίας. Οι κτηνώδεις Ο.Υ.Κ. που έκαναν παρέλαση στο όνομα της… δημοκρατίας ουρλιάζοντας συνθήματα φόνου («Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι ποτέ, το αίμα σου θα χύσουμε, γουρούνι Αλβανέ…») απέδειξαν για μια ακόμη φορά πως ο στρατός (ο κάθε στρατός) είναι ένας θεσμός θανάτου, μια απάνθρωπη εκπαίδευση στο μίσος, στον φόνο και την κτηνωδία. Η βόμβα που διαμέλισε έναν δεκαπεντάχρονο Αφγανό μετανάστη και τύφλωσε τη δεκάχρονη αδελφή του ενώ έψαχναν στα σκουπίδια για να επιβιώσουν, ξαναϋπογράμμισε το αυτονόητο: πως όποιος φτιάχνει βόμβες (και κάθε άλλο όπλο), τις φτιάχνει για να σκοτώσει ανθρώπους – και πως στο βάθος του ορίζοντα προσδοκίας του υπάρχει ο φόνος, άλλοτε σαφώς στοχοθετημένος κι άλλοτε θαμπός και τυφλός, μα πάντοτε ζωντανός. Έτσι, ο δεκαπεντάχρονος Χαμί Νατζάφι έγινε κομμάτια επειδή ένας άλλος συνάνθρωπός του αποφάσισε πως αξίζει να υπογραμμίσει τις όποιες σκέψεις του φτιάχνοντας μια βόμβα θανάτου και σπέρνοντάς τη μέσα στο πλήθος.

Εδώ και χρόνια γράφω βιβλία και κείμενα ενάντια σε κάθε πολιτική βία από όπου κι αν προέρχεται – είτε από κτηνώδεις θεσμούς θανάτου (όπως ο στρατός), είτε από μηχανές φόνου, τρόμου και ρατσισμού (όπως οι θρησκείες και τα έθνη), είτε από φασιστικές ακροδεξιές ή φασιστικές «αντιεξουσιαστικές» ομάδες. Και πλήρωσα το τίμημα για αυτήν τη στάση με πολύπλευρες επιθέσεις, λοιδορίες και παντοειδή αποκλεισμό – ο οποίος ωστόσο μεταφράζεται μέσα μου ως η μεγαλύτερη δυνατή τιμή για κάποιον που γράφει. Ωστόσο, παρά το ότι έχω ζήσει επί αρκετά χρόνια τον τυφλό ανορθολογισμό του δημόσιου διαλόγου, συχνά προβληματίζομαι με την υποκριτική αφέλεια που συμπλέκεται με την ανυπόκριτη βλακεία: Χρειάζεται κανείς να ακούσει τα απάνθρωπα συνθήματα των Ο.Υ.Κάδων για να διαπιστώσει τον τρόμο και τον φόνο που κηρύσσει κάθε στρατός και κάθε «έθνος»; Και χρειαζόταν να διαμελιστεί ένα δεκαπεντάχρονο παιδί για να διαπιστώσουμε (περίπου έκπληκτοι) πως οι βόμβες διαμελίζουν ανθρώπους; Τι ήταν αυτό που μας έκανε να υποθέσουμε πως μπορούν να υπάρξουν «ανθρώπινοι στρατοί δολοφόνων», «δίκαιοι φόνοι» και «καλές βόμβες»; – εν τέλει, τι ήταν αυτό που μας έπεισε πως μπορεί να υπάρξει μη φασιστική πολιτική βία σε βάρος των συνανθρώπων μας;

Κι αν η καθαρή ναζιστική ιδεολογία θεωρεί τη βία, τον τρόμο και τον φόνο μέσα απόδειξης της «φυσικής ισχύος» του «δυνατού» επί του «αδύναμου» (και άρα θεμιτή πολιτική μέθοδο στο κτηνώδες και απάνθρωπο σύστημα που ευαγγελίζεται), τι κάνει αυτούς που θέλουν να αντιπαραταχτούν στον φασισμό να χρησιμοποιούν τις ίδιες μεθόδους (τη βία, τον τρόμο και τον φόνο); Ιδίως για όσους αυτοπροσδιορίζουν την πολιτική τους δράση στην «αντι-εξουσία» και συνάμα θεωρούν τις βόμβες «μέσο αγώνα», συχνά προβληματίζομαι, πέραν των άλλων, για το μέγεθος της ευήθειάς τους: υπάρχει πιο κτηνώδης εξουσιαστική πράξη από τον φόνο του άλλου; Πώς μπορεί η πολιτική δολοφονία και ο πολιτικός τρόμος να είναι προστάδιο της «ελευθερίας» την οποία επικαλούνται; Δεν καταλαβαίνουν πως «ελευθερία» εν τρόμω και εν φόνω δεν υπάρχει παρά μόνο ως ολοκληρωτικό τέρας; Δεν καταλαβαίνουν πως έχουν γίνει νεοναζί φασίστες – απαράλλακτοι με αυτούς που υποτίθεται πως αντιμάχονται (και με τους οποίους αλληλοτροφοδοτούνται με μίσος και τρόμο);

Επίσης προβληματίζομαι και για όσους επιχειρούν να αρθρώσουν δημόσιο παρεμβατικό λόγο και με τη σειρά τους αυτοπροσδιορίζονται ως διαφόρων αποχρώσεων «ελευθεριακοί», «αναρχικοί» ή ό,τι ανάλογο (σε «καταλήψεις», «στέκια», εκδοτικές ή άλλες προσπάθειες): άραγε, τι περιμένουν για να πουν πως όποιος φτιάχνει μια βόμβα είναι ένας κτηνώδης δολοφόνος (γιατί, στη βάση της χρήσης της, κάθε βόμβα φτιάχνεται για να μακελέψει ανθρώπινες ζωές) ανεξάρτητα από τα «κίνητρα»-νεφελώματα που απλώνονται στο μυαλό του; Κάποιοι από τους ανθρώπους ετούτου του χώρου σιώπησαν (και σιωπούν) επί χρόνια για τους βαθύτατα εξουσιαστές-αυτόκλητους «δικαστές»-δολοφόνους της «17 Νοέμβρη», της «Σέχτας Επαναστατών» και των λογιών άλλων ομάδων δολοφόνων, γιατί θεώρησαν πως κάτι τέτοιο θα ακύρωνε την κριτική τους για τα εγκλήματα του αστικού κράτους (ποιος πανηλίθιος τούς έπεισε για κάτι τέτοιο; – όσοι δηλαδή κάνουμε επί χρόνια κριτική για αυτά τα εγκλήματα των αστικών κρατών και ταυτόχρονα μιλάμε καθαρά για τα εγκλήματα των λογής ολοκληρωτισμών, αυτοακυρωνόμαστε;). Κάποιοι (και, αλίμονο, όχι λίγοι) φτάσανε στο σημείο να θεωρούν τα «αντιεξουσιαστικά»-ναζιστικά τάγματα εφόδου με τις βαριοπούλες ως χαριτωμένα «μπάχαλα» (δικιά τους έκφραση) και να λογαριάζουν τα γκαζάκια (μια φασιστική μαφιόζικη πράξη ακραίου πολιτικού τρόμου) ως κάτι περίπου ασήμαντο και περίπου άμεμπτο, με το οποίο συνταυτίζονται ή (στην καλύτερη περίπτωση) «απλώς διαφωνούν» (αλίμονο, οι ίδιοι άνθρωποι ενοχλήθηκαν βαθύτατα που στο βιβλίο μου Κόψε-κόψε έβαλα τους δήθεν «αντι-εξουσιαστές» να χαιρετούν ναζιστικά, γιατί όπως είπαν «τσουβαλιάζω απαράδεκτα…») Και τις τελευταίες μέρες βλέπω (με κλιμακούμενη φρίκη) πως οι ίδιοι πάνω-κάτω άνθρωποι περιμένουν να δουν τι πολιτικό πρόσημο είχε ο ηθικός αυτουργός της βόμβας που διαμέλισε το δεκαπεντάχρονο παιδί, ώστε να τοποθετηθούν για το εάν είναι φασίστας δολοφόνος (παρόμοιος με τον Κουφοντίνα, τον Κορκονέα, τους νεοναζί που μαχαιρώνουν μετανάστες, τους φονιάδες της «Σέχτας») ή κάτι άλλο (τι άραγε;). Πώς μπορούν να εκπέφτουν σε τόση απανθρωπιά; Πώς μπορούν με τη βουερή σιωπή τους να γίνονται ηθικοί αυτουργοί του πολιτικού φόνου;

Ας είναι. Οι άνθρωποι κρινόμαστε από την επιλεκτική ή καθολική σιωπή μας όσο και από τα λόγια μας – και πρώτα από όλους σταθμίζουμε οι ίδιοι τις πράξεις μας στο όποιο ζύγι λογαριάζει ο καθένας ως δραστικότερο. Εγώ πιστεύω πως πρέπει να μιλούμε για όλους και για τα εγκλήματα όλων – πρωτίστως για τα δικά μας. Όλοι όσοι διαβάζουν τα βιβλία μου ξέρουν πως στην κριτική μου για τα εγκλήματα των αστικών κρατών, ποτέ δεν έβγαλα τον εαυτό μου από το κάδρο των φονιάδων (το αντίθετο θαρρώ). Μα αυτό δεν σημαίνει πως θα πάψω να μιλάω για τα εγκλήματα των εθνών και των θρησκειών, για τα εγκλήματα κάθε λογής ολοκληρωτισμού (μαύρου, λευκού, γαλάζιου, κόκκινου, μαυροκόκκινου ή όπου άλλου) και κάθε φονικής ανθρωποδιόρθωσης που λογαριάζει μια ντούμπα με πτώματα ως προϋπόθεση της αγάπης.

Έτσι επιμένω στο ίδιο αμόνι – και όσο πιο καθαρά μπορώ: Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, από όπου κι αν προέρχεται. Όσοι την ασκούν (είτε με το ρόπαλο, είτε με την πέτρα, είτε με το πιστόλι, είτε με τη βόμβα είτε με όποιον άλλο τρόπο) είναι διαφόρων διαβαθμίσεων νεοναζί. Και όσοι σιωπούμε απέναντι σε τούτη την πολιτική βία, είτε περιμένοντας να δούμε αν αυτοί που την άσκησαν είναι οι «δικοί μας» «καλοί» δολοφόνοι ή οι «κακοί άλλοι», είτε θεωρώντας πως με τη σιωπή μας υπηρετούμε την ηθική τάξη της «ανώτερης ιδεολογίας» μας, είμαστε αδιαβάθμητοι συνένοχοι.

Θ. Τ. — 01.4.2010

***

2. Θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν;

Μια μέρα μετά την κτηνώδη δολοφονία της Παρασκευής Ζούλια, της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου και του Επαμεινώντα Τσακάλη στον πρώτο όροφο της Τράπεζας Marfin, στην οδό Σταδίου, στην Αθήνα, το μεσημέρι της 5ης Μαΐου του 2010, και προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω το γεγονός ως σημείο της αλληλουχίας μιας πολύ μακρύτερης αλυσίδας γεγονότων, περίπου αντανακλαστικά (σχεδόν αυτιστικά – ή ακόμη και αμυντικά) παραπέμπω στο κείμενό μου με τίτλο «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» http://www.triaridis.gr/keimena/keimD065.htm. Όταν το κείμενο αυτό (γραμμένο για το διαμελισμό του 15χρονου Χαμί Νατζάφι) δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα μου πριν από ένα μήνα, χρειάστηκε κάμποσες φορές να επιχειρηματολογήσω για πράγματα που τα λογάριαζα αυτονόητα από την πρώτη μου εφηβεία. Πως οποιαδήποτε πράξη συνειδητά βλάπτει το τρεμάμενο σώμα του άλλου δεν είναι «αγώνας για την ελευθερία» μα άσκηση σκλαβιάς και υποταγής. Πως ο τρόμος είναι πολιτικό εργαλείο του φασισμού. Πως όσοι φτιάχνουν βόμβες για να διαμελίσουν, να κάψουν ή να χουγιάξουν ανθρώπους είναι φονιάδες. Πως όσοι ασκούν συνειδητά πολιτική βία είναι διαφόρων διαβαθμίσεων νεοναζί. Πως η ανοχή και η σιωπή μας απέναντι στην πολιτική βία και τον τρόμο που σπέρνει είναι συνενοχή.

Γυρεύοντας (εξακολουθητικά) την ενδεχόμενη αντιπρόταση σε τούτη τη βία και την απανθρωπιά της παραπέμπω και σε άλλα τρία κείμενα, γραμμένα κι αυτά μετά τον φόνο του Χαμί Νατζάφι – τα οποία ωστόσο μπορούν αν διαβαστούν και σήμερα, δίχως να αλλοιωθούν οι άξονές τους. Είναι τα κείμενα του Γιάννη Ευαγγέλου («Ο τυχαίος θάνατος του Χαμί Νατζάφι»), του Κυριάκου Αθανασιάδη («Εγώ είμαι ο Σπάρτακος») και του Παναγιώτη Παπαδόπουλου, γνωστότερου και ως Κάιν («Το αίμα μας δεν θα χυθεί για τα σκουπίδια σας») – όλα συγκεντρωμένα στην ιστοσελίδα των εκδόσεων διάπυροΝ: http://diapyron.com/category/www-diapyron-comtexts/

Κάπου εδώ κάποιος, ίσως εύλογα, θα αναρωτηθεί: μπορούν τα κείμενα να σταματήσουν το θάνατο που απλώνει; Τι αξία έχει να τοποθετείται κανείς, όταν τα χέρια του είναι δεμένα, όταν είναι ανήμπορος να σταθεί απέναντί στην ισχύ της βίας, όταν τα λόγια του μοιάζουν με σκόνη στον άνεμο;

Αξίζει να σκεφτεί κανείς μιαν απάντηση: είναι στ’ αλήθεια τα λόγια σκόνη στον άνεμο; στ’ αλήθεια η βία λόγω της φύσης της θα υπερισχύει κάθε προσπάθειας για ανθρωπιά;

Καταγράφω τη σκέψη μου: Είναι προφανέστατο πως η πολιτική βία, όχι μόνο δε θα σταματήσει, αλλά θα πολλαπλασιαστεί – θα ανατροφοδοτείται από τη θεσμοθετημένη βία, την προγραμματική αμορφωσιά, την κρατική καταστολή και κτηνωδία, την κοινωνική αδικία, από τη φτώχεια, την υπαρξιακή σύγχυση και τον διάσπαρτο τρόμο. Κι άλλοι νεκροί θα υπάρξουν, θύματα δολοφόνων που πιστεύουν πως έχουν το δικαίωμα να υπογραμμίζουν τις απόψεις τους με το αίμα των άλλων. Οι ιερουργοί της πολιτικής βίας θα επιμένουν πως έτσι πολεμούν το «σύστημα», θα λένε πως η βία τους είναι «αντι-συστημική» (δίχως φυσικά να γνωρίζουν καν τι σημαίνει η λέξη – ούτε ποιος και πώς την εισηγήθηκε), θα διατρανώσουν πως όσοι εναντιώνονται στην κτηνωδία τους είναι «δεκανίκια του συστήματος». Στον συγκεχυμένο κόσμο του τρόμου τους (όπου η αμάθεια θεωρείται αρετή, η βία ανδρεία και το κάψιμο ανθρώπων αγώνας), το «σύστημα», όπως το ορίζουν στο φαντασιακό τους, είναι το τέρας που τους μοιάζει απελπιστικά. Αυτοί οι ίδιοι είναι ζωτικά κομμάτια ετούτου του συστήματος: το υποστηρίζουν, το αναπαράγουν, το ανατροφοδοτούν, το ζωογονούν. Ο τρόμος και ο θάνατος που σκορπούνε είναι μια βαθιά συστημική επιβεβαίωση.

Μα οι υπόλοιποι (όσοι δεν πιστεύουμε στη βία, όσοι δε θρησκευόμαστε με αυτήν) τι θα κάνουμε; Θα μείνουμε να βλέπουμε μια ακόμη δοξολογία του επικείμενου φόνου να γίνεται συνήθεια, συγκατάβαση, κοινωνικός θεσμός; Πέρα από την όποια οπτική μας για τη ζωή, πέρα από την όποια ιδεολογία μας, πέρα από τις προφανείς ή δυσδιάκριτες διαφορές μας (που εντέλει δίνουν περιεχόμενο στη ζωή), δε θα εκφράσουμε καθαρά και ρητά την αντίθεσή μας σε τούτη την πολιτική βία; Θα προσκυνήσουμε το τέρας επειδή μάς μοιάζει; Θα γίνουμε συνένοχοι διά της σιωπής μας, διά της εκκωφαντικής μας μούγγας; Θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν;

Το ερώτημα είναι ανοιχτό για τον καθένα μας – και στον κόσμο τής διαρκώς ερχόμενης βίας ποτέ δεν είναι αργά: ελπίζω τώρα να μιλήσουν λίγο περισσότεροι, να τοποθετηθούν ενάντια στους λογής διαβαθμίσεων νεοναζί, να αντισταθούν στη φονική σιωπή μας, στην παναθεματισμένη μούγγα μας… Το λέω ειλικρινά: ελπίζω να μη φοβηθούν το τέρας και να μιλήσουν.

Ωστόσο, μπορεί κανείς να σκεφτεί πως το πιο πάνω ερώτημα (θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν;) είναι υπερβολικά γενικό για τα μέτρα του – πως θα ήθελε ένα ερώτημα ειδικό, προσωπικό, έξω από σχήματα κοινωνικής ευθύνης και μουγγής συνενοχής. Παρόλο που θεωρώ πως κάθε ερώτημα είναι προσωπικό (και κυρίως το ερώτημα για το πότε σιωπά κανείς, πότε φοβάται και πότε μιλά), θα επιχειρήσω να συμμεριστώ τη σκέψη ετούτου του φανταστικού αναγνώστη – θα προσπαθήσω να σχηματίσω ένα ερώτημα προσωπικότερο, δικό του

Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, μία από τους τρεις καμένους, ήταν έγκυος τεσσάρων μηνών. Μονομιάς όλοι παρατηρήσαμε πως γεννήθηκε ένα ζήτημα εκφραστικής ορθότητας: μιλάμε για τρεις ή για τέσσερις νεκρούς; Άραγε ήτανε ένας ακόμη νεκρός το αγέννητο μωρό – ή μήπως όχι; Τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε γι’ αυτό; Θα ήταν αγόρι ή κορίτσι, θα έπαιζε τα παιδικά καλοκαίρια του στη θάλασσα, θα ανέβαινε στη νεροτσουλήθρα του Λούνα Παρκ, θα έβγαζε τις πίστες στο Nintendo; Θα πήγαινε στο γήπεδο, θα ήταν καλή ή μέτρια μαθήτρια, θα κάπνιζε στα κρυφά στις τουαλέτες του σχολείου; Θα γινόταν μπασκετμπολίστας, μαθηματικός, δασκάλα, νοσοκόμα, κομμώτρια; Αν πέρναγε στο πανεπιστήμιο, θα ήταν σπασίκλας ή θα έκανε συνελεύσεις στα γρασίδια; Θα ερωτευόταν, θα απελπιζόταν από έρωτα, θα έκανε δικά του (ή δικά της) παιδιά; Θα περνούσε τις νύχτες του ακούγοντας το Παπάκι του Άσιμου ή θα χόρευε το Greenfields σώμα με σώμα; Άραγε, πριν να γεράσει, θα πρόφταινε να δακρύσει έστω σε ένα δειλινό ακούγοντας τη Σερενάτα του Σούμπερτ;

Οι υποθέσεις μπορούν να συνεχιστούν, σαν κήπος με διακλαδωτά μονοπάτια. Ωστόσο το προσωπικό ερώτημα θαρρώ πως έχει ήδη αναδυθεί – κι ο φανταστικός αναγνώστης το επιλέγει εφόσον το θέλει και το απαντάει μόνος του:

Σε συνδέει κάτι με εκείνο το νεκρό έμβρυο της 5ης Μαΐου του 2010; Είναι δική σου απώλεια το αγέννητο παιδί που κάηκε μες στην κοιλιά της μάνας του στον πρώτο όροφο της Marfin;

Θ. Τ. – 06.5.2010

Γιάννης Κορομηλάς * Κώστας Μπακόπουλος * Θανάσης Πολλάτος * Παναγιώτης Σιαβελής – Για τους νεκρούς της Marfin

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 4:18 μμ

Γιάννης Κορομηλάς * Κώστας Μπακόπουλος

* Θανάσης Πολλάτος * Παναγιώτης Σιαβελής


Για τους νεκρούς της Marfin

[Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2010/05/marfin.html στις 7.5.2010, όπου μπορεί κανείς να ανατρέξει για να παρακολουθήσει και το διάλογο που ακολούθησε υπό μορφή σχολιασμού.]

«Οι φασίστες, εκατό εναντίον ενός, δολοφονούν, ξυλοκοπούν, βασανίζουν, προσβάλλουν γυναίκες, παιδιά, αδύναμους και ανυπεράσπιστους ανθρώπους, πυρπολούν, καταστρέφουν περιουσίες που υπήρξαν προϊόν μεγάλων θυσιών των εργαζομένων, σκλαβώνουν ολόκληρους πληθυσμούς· (…) και παρ’ όλα αυτά τα χείριστα, θεωρούνται πολιτικά όντα, αγωνιστές ενός σκοπού, και πολλοί έντιμοι άνθρωποι, που σίγουρα δεν θα διέπρατταν αυτά τα εγκλήματα, δεν αποστρέφονται να τους σφίγγουν το χέρι και να διατηρούν επαφές μαζί τους. Μιλούν πολύ για τη βία και λίγο για την ηθική· και το φυσικό αποτέλεσμα ήταν πως, όταν μετήλθαν βίαιων πράξεων με περισσή ιταμότητα, δεν συνάντησαν ούτε φυσική αντίσταση ούτε ηθική καταδίκη.» (…) «Αν, προκειμένου να νικήσουμε, θα έπρεπε να στήσουμε κρεμάλες στις πλατείες, θα προτιμούσα να χάσουμε»

Ερρίκο Μαλατέστα

 

Προχθές, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης διαδήλωσης ενάντια στα νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, μερικοί διαδηλωτές έκαψαν τρεις εργαζόμενους σε μια τράπεζα. Απείλησαν να κάψουν και όσους βρίσκονταν μέσα στο (κλειστό λόγω της απεργίας) βιβλιοπωλείο Ιανός, περιλούζοντας τρεις απ’ αυτούς με βενζίνη. Δεν θέλουμε να σταθούμε πολύ στις ευθύνες των άλλων, όπως επιτάσσει η κυριαρχούσα ανευθυνότητα, που φτάνει μέχρι τα όρια της συνέργειας στη δολοφονία αυτών των ανθρώπων. Εμείς προτιμάμε να σταθούμε στις δικές μας ευθύνες. Γιατί πρώτα διαπιστώνουμε μια ασυμμετρία ανάμεσα στις αντιδράσεις για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβρη του 2008 και στις αντιδράσεις για τη δολοφονία των τριών υπαλλήλων της Marfin από τους αναρχικούς. Γι’ αυτούς τους τρεις δεν θα γίνουν πιθανότατα διαδηλώσεις, δεν θα καεί η Αθήνα, δεν θα φωνάξουμε «αναρχικοί, γουρούνια, δολοφόνοι». Γι’ αυτό το γεγονός είμαστε βέβαιοι από τη στιγμή που, το απόγευμα της Τετάρτης, το συγκεντρωμένο πλήθος των διαδηλωτών στη Σταδίου προτίμησε να πιστέψει πως δεν υπάρχουν νεκροί και πρόκειται για προπαγάνδα του «κράτους» και να φωνάξει «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», ενώ δεν τόλμησε και ούτε θα τολμήσει ποτέ να φωνάξει «αλήτες, δολοφόνοι, αναρχικοί». Κι αυτό γιατί ο κόσμος είναι χωρισμένος σε μανιχαϊκά ιδεολογικά στρατόπεδα. Η βία της μιας μεριάς είναι ηθικά απονομιμοποιημένη, ενώ η βία της άλλης είναι νόμιμη «αντιβία», καθαγιασμένη από τον ιερό αγώνα ενάντια στο κράτος και στον καπιταλισμό και από την κατοχή της απόλυτης Αλήθειας.

Ας διευκρινίσουμε πως όλα τα παραπάνω συνθήματα είναι απαράδεκτα επειδή βασίζονται στη λογική της συλλογικής ευθύνης, που βρίσκεται στον πυρήνα της μανιχαϊκής ιδεολογίας. Δεν είναι όλοι οι δημοσιογράφοι ρουφιάνοι, δεν είναι όλοι οι αναρχικοί και οι αστυνομικοί δολοφόνοι. Αλλά ας εξετάσουμε πόσο λίγο δολοφόνοι είμαστε όλοι μας.

Όσοι από μας ανεβαίναμε τη Σταδίου γύρω στις 2 είδαμε αυτό το κτήριο να φλέγεται και τους ανθρώπους απεγνωσμένους στα μπαλκόνια. Μερικοί δίπλα μας είπαν «καλά να πάθουν, αφού δούλευαν σε μέρα απεργίας», άλλοι τούς κορόιδευαν, άλλοι έβγαζαν φωτογραφίες με τα κινητά τους, κάποιος έπαιρνε τηλέφωνο την πυροσβεστική. Οι περισσότεροι ήμασταν απαθείς, απλώς κοιτούσαμε πιστεύοντας πιθανόν ότι τους χρειαζόταν ένα μάθημα και πως τελικά ένας από μηχανής θεός –και όχι εμείς– θα τους σώσει. Μερικά λεπτά αργότερα, κοιτάζοντας πίσω, διαπιστώναμε ότι η φωτιά είχε επεκταθεί και πως οι άνθρωποι δύσκολα θα γλίτωναν. Λίγο παραπάνω, Βουκουρεστίου και Πανεπιστημίου, ένας εξαγριωμένος νεαρός απαγόρευε στην κρατική εξουσία, δηλαδή στην πυροσβεστική, να περάσει στο άβατο της Πανεπιστημίου για να προσεγγίσει –πιθανότατα– το σημείο.

Όλο αυτό ήταν το χρονικό μερικών προαναγγελθέντων θανάτων, η συνέχεια του Δεκέμβρη του 2008, όπου μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Opel, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στην Αλεξάνδρας, είχε πυρποληθεί και οι ένοικοι της πολυκατοικίας φώναζαν έντρομοι από τα μπαλκόνια να κάνει κάποιος κάτι. Κανένας δεν έκανε τίποτα όμως. Κανένας από όσους συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις δεν ανέλαβε το βάρος να διαχωρίσει τη θέση του με αυστηρότητα, όλοι πορευόμαστε μαζί με αυτούς τους μικρούς ναζί γιατί θεωρούμε ότι βρισκόμαστε στο ίδιο στρατόπεδο, πως είναι «παραστρατημένοι σύντροφοι», πως δεν πρέπει «να κάνουμε δήλωση νομιμοφροσύνης στο κράτος», πως «το κράτος είναι ο μόνος τρομοκράτης», πως οι ρίζες του Κακού βρίσκονται αλλού, πως «φταίει ο Βγενόπουλος που δεν είχε βάλει ρολά» και άλλες μπούρδες που κρύβουν κάτω από το χαλί τις δικές μας ευθύνες.

Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε ποτέ πόση ευθύνη έχει η βία των «εξεγερμένων» για το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου και του Μιχάλη Καλτεζά. Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε αν τα παιδιά αυτά θα ζούσαν, αν οι ίδιοι δεν είχαν επιλέξει τη στρατηγική της βίας. Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε αν η στρατηγική της έντασης δημιουργεί Κορκονείς και Μελίστες. Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε αν αυτή η στείρα λογική της αντιπαράθεσης μπορεί και θέλει πραγματικά να αλλάξει την κοινωνία και να την κάνει ανθρωπινότερη. Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε αν το δίπολο «αναρχικός» και «μπάτσος» πάει μαζί, όπως μαζί πάει και το γενικότερο δίπολο που τους οπλίζει τα χέρια και τους «στέλνει» στην αρένα εξ ονόματός μας, το δίπολο της «αθώας κοινωνίας» που πολεμά το «διεφθαρμένο κράτος».

Τώρα, για όσους από εμάς αισθανόμαστε ακόμα άνθρωποι, η διαχωριστική γραμμή έχει χαραχτεί, δυστυχώς με αίμα, από τα γεγονότα τα ίδια και χαράχτηκε έξω από αυτά τα δίπολα. Πρέπει απλά, αλλά επιτακτικά, να μπορέσουμε να την διακρίνουμε: Χρειάζεται να αποφασίσουμε αν είμαστε με τη βία ή αν είμαστε εναντίον της. Αν το πρόβλημά μας είναι να «καεί το μπουρδέλο η βουλή» ή αν θέλουμε να φτιάξουμε μια κοινωνία όπου κανένας δεν θα καίγεται ζωντανός. Αν θέλουμε να κρεμάσουμε τους βουλευτές και να κάψουμε τις τράπεζες ή να φτιάξουμε έναν κόσμο χωρίς κρεμάλες. Πρέπει, για να σταματήσουμε να θρηνούμε θύματα, να σταματήσουμε να τροφοδοτούμε με παρακλήσεις μίσους και οργής την ατμόσφαιρα, πρέπει να αποφασίσουμε αν θα έρθουμε σε ρήξη με το κομμάτι αυτό του εαυτού μας που ζητάει αίμα, φωτιές, κρεμάλες· και που, όταν τα καταφέρνει, στέκει αμήχανα και καταδικάζει υποκριτικά τη βία. Πρέπει να βρούμε το θάρρος (κυρίως απέναντι στους εαυτούς μας) και να τολμήσουμε να διαδηλώσουμε ενάντια στην αριστερή και την αναρχική τρομοκρατία, στη μνήμη όλων των θυμάτων της. Γιατί, ναι, πρόκειται για τρομοκρατία. Πρόκειται για πτώματα, για αίμα και πόνο. Πτώματα που δεν πάψαμε να ζητάμε, τραυλίζοντας ύμνους οργής, δημιουργώντας αντίπαλα στρατόπεδα εκεί που θα έπρεπε να υπάρχουν απλά άνθρωποι, δίνοντας δικαιολογίες στο ακροαριστερό και αναρχικό φασισταριό να δολοφονεί. Πρέπει να διαδηλώσουμε ενάντια σε αυτήν την τρομοκρατία για να καταλάβουν κάποιοι ότι δεν δεχόμαστε να δικαιολογούν τις μακάβριες πρακτικές τους στο όνομά μας, ότι ονειρευόμαστε έναν κόσμο διαφορετικό, όχι απλώς από αυτόν που υπάρχει, αλλά και διαφορετικό από αυτούς τους ίδιους. Υπάρχει και άλλη τρομοκρατία; Υπάρχει. Υπάρχουν τα τουμπανιασμένα πτώματα των μεταναστών στο Αιγαίο. Υπάρχει όμως και το ακρωτηριασμένο σώμα του Χαμί Νατζάφι.

Γιάννης Κορομηλάς, Κώστας Μπακόπουλος, Θανάσης Πολλάτος, Παναγιώτης Σιαβελής  (μέλη της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα)

 


Γιάννης Κορομηλάς (Αθήνα, 1987): Σπουδάζει στο Ε.Μ.Π. και είναι μέλος της διαχειριστικής ομάδας του πολιτικού site arguments (www.arguments.gr). Υπήρξε μέλος της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/) και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μάγμα (http://magmareview.blogspot.com/) την περίοδο 2009-2010.

Κώστας Μπακόπουλος (Αθήνα, 1985): Σπούδασε Οικονομικά στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. μέλος της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/) και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μάγμα (http://magmareview.blogspot.com/) από το 2009.

 

Θανάσης Πολλάτος (Σύρος, 1979). Αντιρρησίας συνείδησης, μέλος του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης (http://www.antirrisies.gr/) και μέλος της διαχειριστικής ομάδας του πολιτικού site arguments (www.arguments.gr). Υπήρξε μέλος της ομάδας Αυτονομία ή βαρβαρότητα (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/) και της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μάγμα (http://magmareview.blogspot.com/) από την ίδρυσή τους (2004 και 2007 αντίστοιχα) ως το 2010.

Παναγιώτης Σιαβελής (Τρίπολη, 1982): Αντιρρησίας συνείδησης, μέλος του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης (http://www.antirrisies.gr/) και μέλος της διαχειριστικής ομάδας του πολιτικού site arguments (www.arguments.gr). Υπήρξε μέλος της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/) και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μάγμα (http://magmareview.blogspot.com/) την περίοδο 2009-2010. Εργάζεται ως φυσιοθεραπευτής.

Γιώργος Μοναστηριώτης – Είμαστε όλοι αστυνομικοί

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 4:15 μμ

Γιώργος Μοναστηριώτης

 

 

Είμαστε όλοι αστυνομικοί

 

[Το άρθρο που αναδημοσιεύεται παρακάτω γράφτηκε λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία αστυνομικών έξω από το Α/Τ Αγίας Παρασκευής τον Οκτώβριο του 2009 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία με τον αλλαγμένο τίτλο «Ο σκοπός, τα μέσα, τα άκρα» στις 6/11/09. Η εισαγωγή που προτάσσεται εδώ γράφτηκε τον Ιούλιο του 2010.]

1. Το εν θερμώ του κειμένου μπορεί να είναι πρόδηλο. Δεν αναιρεί όμως, κατά τη γνώμη μου, τις περίεργες συμπτώσεις των μέσων που χρησιμοποιούνται από ιδεολογίες οι οποίες ναι μεν ξεκινούν από αντίθετες αφετηρίες, αλλά στην πορεία τους –όταν υπεισέρχεται το στοιχείο της βίας– μας αποκαλύπτουν τις ομοιότητές τους. Αυτές οι ομοιότητες φανερώνουν την απομάκρυνση από την παράδοση του ανθρωπισμού και την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, όπως την επικαλούνται πλέον όλο και πιο ανοιχτά, με σωτηριολογικό περιεχόμενο, διάφορες ακροαριστερές και αναρχικές οργανώσεις.

Η Χ. Άρεντ, στο βιβλίο της Περί βίας, αναφέρει τα εξής: «Οι πολιτικές δολοφονίες, πέρα από κάποιες πράξεις τρομοκρατίας εναντίον μεμονωμένων ατόμων που διαπράχθηκαν από μικρές ομάδες αναρχικών, αποτελούσαν κυρίως προνόμιο της Δεξιάς, ενώ οι οργανωμένες ένοπλες εξεγέρσεις παρέμειναν ειδικότητα των στρατιωτικών.»

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, βέβαια, δεν έχουμε καν πολιτική δολοφονία· δεν έχουμε καν δολοφονία ανθρώπων που έχουν κάνει κάποια αυθαιρεσία ή κάποιο έγκλημα· έχουμε 6 αστυνομικούς που έτυχε να βρεθούν στο σημείο εκείνο και έγιναν, χωρίς λόγο και αιτία, θύματα μιας βίας ανήκουστης και πέρα από κάθε ιδεολογική –έστω και επαναστατική– νομιμοποίηση.

Αξίζει όμως να σημειώσουμε και κάτι άλλο. Μια μικρή παρέκβαση.

Στην Ελλάδα, οι δολοφονικές ενέργειες διαπράττονται κυρίως από κομμουνιστικές ακροαριστερές οργανώσεις, και όχι τόσο από αναρχικές ομάδες. Συναντάμε όμως μιαν αξιοπερίεργη ταύτιση και υποστήριξη των οργανώσεων αυτών από αναρχικούς, το οποίο βέβαια μπορεί για κάποιον γνώστη ιδεολόγο αναρχικό να αποτελεί άλλο ένα ακραίο παράδοξο στον ελληνικό αναρχισμό –δηλαδή οι αναρχικοί να υποστηρίζουν τρομοκρατικές οργανώσεις, σταλινικούς, μαοϊκούς κλπ.

Μια πιο προσεκτική ματιά, όμως, στα πεπραγμένα και τη ρητορική των αναρχικών δεν θα βρει ιδιαίτερη δυσκολία να ανακαλύψει το μονοπάτι εκείνο που οδηγεί πολλούς αναρχικούς στην υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού: είναι η κοινή αντίληψη ότι το κράτος αποτελεί απλώς ένα εργαλείο βίας και καταναγκασμού στα χέρια της άρχουσας τάξης και των κρατιστών και ότι, πέρα απ’ όλα, πρωτεύων στόχο αποτελούν ο καπιταλισμός και το κράτος. Έτσι, η ακρισία και ο αθεωρητισμός των νεο-αναρχικών μπορούν με ευκολία να τους οδηγήσουν στον σταλινισμό.

2. Ο τίτλος του άρθρου μπορεί να φαντάζει προκλητικός, άλλα δεν είναι. Φανερώνει πως είμαστε πάντοτε με την πλευρά των θυμάτων. Ή πιο σωστό θα ήταν να ειπωθεί πως είμαστε πάντοτε με τα θύματα και τη δικαιοσύνη.

Δικαιοσύνη, με την έννοια πως η δημοκρατική παράδοση φέρει μέσα της την ερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης έτσι όπως την εποίησε στην Αντιγόνη του ο Σοφοκλής: «Ποτέ μεν κακόν, άλλοτ’ επ’ εσθλόν έρπει.» Ο άνθρωπος, δηλαδή, βαδίζει άλλοτε προς το κακό και άλλοτε προς το καλό, οπότε κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες κάθε άνθρωπος θα μπορούσε να διαπράξει κάποιο κακό, κάποιο έγκλημα –εν δυνάμει, δηλαδή, όλοι θα μπορούσαμε. Γι’ αυτό η δημοκρατική αντίληψη δεν τιμωρεί τελεσίδικα. Γι’ αυτό και είμαστε κατά της θανατικής ποινής καθολικά: γιατί δίνεται η ευκαιρία ακόμα και στον χειρότερο εγκληματία κάποτε, αν θελήσει και μπορέσει, να επιστρέψει στην κοινωνία του ως εν πολλοίς δημιούργημά της.

Στις επαναστατικές τρομοκρατικές οργανώσεις κάθε απόχρωσης, άλλα και στους υποστηρικτές τους, θα διαπιστώσουμε σε έντονο βαθμό την υποστήριξή τους στον αυταρχισμό, είτε αυτός εκδηλώνεται με τις πράξεις τους είτε με την υπεράσπιση ανελεύθερων καθεστώτων και μεθόδων από αριστερούς φασίστες. Όπως, για παράδειγμα, στην υπεράσπιση της Κούβας, του Ιράν, του Σ. Χουσεΐν, του Τσάβες κλπ.

Η τάση αυτή προς τον αυταρχισμό, εμφανής και στο λεξιλόγιό τους, προϊδεάζει ή και προειδοποιεί για το πού στοχεύουν και σε τι καθεστώς μπορούν να οδηγήσουν απόψεις και αντιλήψεις που εχθρεύονται τα σημερινά καθεστώτα και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Γ. Μ., 25.07.2010

 

 

Είμαστε όλοι αστυνομικοί.

 

Είτε προέρχεται από τον νετσαγεφικό αναρχισμό είτε από την γκεβαρική αριστερά, η μέθοδος του εκτελεστικού αποσπάσματος –εμπνευσμένη από τα τάγματα εφόδου– αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως τα άκρα συναντώνται και πως ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλά τα μέσα αργά ή γρήγορα αποκαλύπτουν τον σκοπό.

Ο μαύρος και ο κόκκινος φασισμός που συμπορεύτηκαν στη διάρκεια του 20ού αιώνα είχαν κοινή ιδεολογική αναφορά: την εναντίωσή τους στη δημοκρατία και στα ανθρώπινα δικαιώματα ως αστικά κατασκευάσματα που σκοπό έχουν να παραπλανήσουν και να αποπροσανατολίσουν το λαό. Οι νετσαγεφικές/μουσολινικές πρακτικές που χρησιμοποιούν οι τρομοκράτες δεν χωρά αμφιβολία ότι ωθούνται από εξολοθρευτικές τάσεις που μας δίνουν το δικαίωμα να μιλήσουμε από τα σπάργανά τους ότι οδηγούν σε έναν νέο ολοκληρωτισμό. Οι επαναστατικές ακροαριστερές σέχτες, ή άλλως οι επαναστατικές elite, με τον μονολιθικό τους ψυχισμό και τη μεθυστική εικόνα του τυχοδιώκτη και του επαναστάτη, οδηγούνται κυρίως από αρνητικά πάθη και δικτατορικές μεθόδους, ικανές να εκκολάψουν το αβγό του φιδιού, κόκκινο ή μαύρο. Όμως, αλίμονο αν ο θρίαμβος της επανάστασης δεν είναι ο σεβασμός και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Τότε, η Αριστερά που γοητεύεται από τον μιλιταρισμό και τις στρατιωτικές μπότες θα αντικρίσει στον καθρέφτη της Ιστορίας μια βαθιά υποκριτική και αυταρχική σχέση με την πανίσχυρη εξουσία, που ξεκινάει από τον Σεργκέι και καταλήγει στον Τζουγκασβίλι…

 

Γιώργος Μοναστηριώτης, Οκτώβριος 2009

Γιώργος Μοναστηριώτης (Κέρκυρα, 1979): Ιδιωτικός υπάλληλος. Τον Μάιο του 2003, ως Εθελοντής Πενταετούς Υποχρέωσης (Ε.Π.Υ.) αρνήθηκε να μεταβεί στον Περσικό Κόλπο με τη φρεγάτα «Ναβαρίνο» (ήταν μέλος του πληρώματός της), ενώ ταυτόχρονα παραιτήθηκε από το Πολεμικό Ναυτικό και έγινε αντιρρησίας συνείδησης. Ακολούθησαν διαδοχικές καταδίκες, συλλήψεις και φυλακίσεις για λιποταξία. Σήμερα είναι μέλος της Δημοκρατικής Αριστεράς στην Κέρκυρα.

Θοδωρής Ηλιόπουλος – Omerta

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 4:13 μμ

Θοδωρής Ηλιόπουλος

 

 

Omerta

Η πολιτική βία θα έπρεπε αναμφισβήτητα να αποτελεί σε καθημερινή βάση σημείο προβληματισμού από όσους/ες οραματίζονται μια κοινωνία δικαίου, και όχι απολογία όταν πια θα αναζητούνται ευθύνες για τα αποτελέσματά της.

Η κριτική της πολιτικής βίας είναι αυτοκριτική και μέρος της διαδικασίας αυτοπροσδιορισμού. Είναι ταυτότητα πολιτικής συνείδησης και πρέπει να τεκμηριώνεται είτε κάποιος/α συμφωνεί είτε την κατακρίνει. Εδώ η σιωπή δεν χωρά.

Από όπου και αν προέρχεται η πολιτική βία, είτε από το κράτος ως καταστολή ή πρόκληση είτε από ομάδες που συγκρούονται με αυτό ως απάντηση ή διεκδίκηση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ανθρώπινες απώλειες.

Είναι αυτές οι απώλειες που, αν όχι αυτόματα, μετέπειτα θα ευνοήσουν και θα ενδυναμώσουν το ίδιο το κράτος, όταν σε ρόλο προστάτη θα εγκλωβίσει τις μάζες στην καταστολή. Είναι τέτοιο το συμφέρον, που ο προστάτης αυτός από «θύμα» δεν θα αργήσει να γίνει θύτης, δημιουργώντας εστίες που το ίδιο θα κληθεί να σβήσει. Έτσι, ένα οπλισμένο χέρι, αν δεν είναι του κράτους, σίγουρα του το χαϊδεύει.

Στα κόκκινα ποτάμια από όπου πηγάζουν τα κράτη, τα πολιτικά συστήματα, τα ιδεολογήματα και οι ελευθερίες, πλέουν πτώματα που είτε κάποτε αποτέλεσαν εχθρό των άνωθεν είτε «παράπλευρες» απώλειες.

Η πολιτική βία είναι αυτή που σκεπάζει τις κάσες με αιματοβαμμένες σημαίες και σύμβολα. Η απελπισία και το άδικο δεν ωφελούν να οπλίζουν το χέρι, αλλά το σθένος και τη φωνή.

Υπάρχουν αναρίθμητα παραδείγματα ανθρώπων σε παγκόσμια κλίμακα που, ενώ δεν έπαιξαν με σφαίρες, έδωσαν πολλά περισσότερα στην ανθρωπότητα απ’ αυτά που περίμεναν ακόμη και οι ίδιοι. Πολλά περισσότερα από κάθε αιμοσταγή δολοφόνο που τρέφει αυταπάτες, νομίζοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο είτε θα κατευθύνει την κοινωνία είτε θα κόψει τα συρματοπλέγματα που την κρατούν δέσμια.

Θ. Η. – Ιούνιος 2010

Θοδωρής Ηλιόπουλος (Αθήνα, 1978). Ελεύθερος επαγγελματίας. Στις 18 Δεκεμβρίου του 2008 συνελήφθη από την αστυνομία επειδή κουβαλούσε ένα σακίδιο με προσωπικά αντικείμενα, του απαγγέλθηκε κατηγορία, χωρίς κανένα στοιχείο, για τρία κακουργήματα και δύο πλημμελήματα και κρατήθηκε προφυλακισμένος επί οχτώ μήνες. Αποφυλακίστηκε τον Αύγουστο του 2009 μετά από 49 ημέρες απεργίας πείνας και πολλές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ενδεικτικά βλ. http://apofylakisithodoriiliopoulou.blogspot.com/ και http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=72960.

Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν) – Η αγάπη είναι το «όπλο» μου

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 4:10 μμ

Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν)

 

 

Η αγάπη είναι το «όπλο» μου

Έξι κείμενα από ένα «μεμονωμένο άτομο»

[Τα κείμενα που ακολουθούν δημοσιεύτηκαν από το 2005 μέχρι το 2010 σε διάφορες μορφές (αρχικά κοινοποιούνταν μέσω της προσωπικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και, στη συνέχεια, δημοσιεύονταν σε δικτυακούς τόπους και εφημερίδες), συχνά με την υπογραφή «από ένα μεμονωμένο άτομο του αναρχικού χώρου». Καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα των παρεμβάσεων του Παναγιώτη Παπαδόπουλου (Κάιν), τόσο χρονικά, όσο και από πλευράς περιεχομένου (κινήσεις οικονομικής ενίσχυσης, κείμενα για εμπρησμούς, κείμενα για θύματα τρομοκρατικών ενεργειών από κάθε «πλευρά»). Η παρούσα επιλογή έγινε από τον συγγραφέα ειδικά για αυτό το βιβλίο και σε συνεργασία με τους επιμελητές αυτής της έκδοσης. Τα κείμενα του Κάιν βρίσκονται διάσπαρτα στο Διαδίκτυο.]

1. Δεκαπέντε λουλούδια στον αδικοχαμένο ειδικό φρουρό Χαράλαμπο Αμανατίδη

 

4/3/05, Κηφισιά, Καρπάθου 47α, στο μέρος όπου δολοφονήθηκε ο ειδικός φρουρός Χ. Αμανατίδης την παραμονή της Πρωτοχρονιάς… Εγκληματική συμμορία οι φονιάδες του άτυχου ειδικού φρουρού Χ. Αμανατίδη, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, έξω από το σπίτι του βρετανικού στρατιωτικού ακολούθου στην Κηφισιά.

Οι αναρχικοί δεν είναι βομβιστές, φονιάδες και τρομοκράτες. Δεκαπέντε λουλούδια στον αδικοχαμένο ειδικό φρουρό Χαράλαμπο Αμανατίδη

«[…] Διακηρύσσοντας ότι είμαστε αναρχικοί, διακηρύσσουμε εκ προοιμίου ότι αρνούμαστε να κάνουμε στους άλλους ό,τι δεν θα θέλαμε να μας κάνουν εκείνοι.» Πέτρος Κροπότκιν

Όταν τον Οκτώβρη του 2004 είχαμε σταθεί στο πλευρό του δημοσιογράφου Φίλιππου Συρίγου, μετά τη δολοφονική επίθεση εναντίον του από τραμπούκους στην Καλλιθέα, είχαμε πει σε εκείνη την προκήρυξη έξω από το νοσοκομείο πως όλοι εμείς που αγωνιζόμαστε για την κατάκτηση μιας ελεύθερης και δίκαιης κοινωνίας –που θα ανήκει στους ανθρώπους και όχι στην εξουσία της βίας και του κάθε χουλιγκανισμού– είναι αυτονόητο πως θα μείνουμε μέχρι τέλους ενάντιοι σε άθλιες και εγκληματικές «συμπεριφορές» και «πρακτικές».

Έρχεται, δυστυχώς, η δολοφονία του Χ. Αμανατίδη για να το επαναλάβουμε και να το θυμίσουμε σε εκείνους που προσπαθούν να κατασκευάσουν «ενόχους» και να βουτήξουμε με τη βία τα χέρια των αναρχικών στο αίμα του ειδικού φρουρού.

Τη στιγμή που το σύνολο του λαού δίνει το υστέρημά του (η πραγματική φιλανθρωπία, και όχι τα υποκριτικά «αποφάγια» καπιταλιστών και κράτους) για να σώσει και να στηρίξει τη ζωή των φτωχών από το σεισμό στη Ν. Ασία, κάποιοι εδώ αμαυρώνουν για ένα «αυτόματο όπλο» αυτήν την εικόνα προσφοράς στη ζωή, δείχνοντας πως δεν έχουν τίποτα μάθει από την ιστορική εμπειρία, τις τραγωδίες και τα αδιέξοδα του παρελθόντος.

Εμείς, λοιπόν, που είμαστε αντίθετοι με ό,τι οδηγεί την κοινωνία στο Νταχάου της βαρβαρότητας και του ρατσισμού χωρίς «πόρτα εξόδου», με ό,τι καταλήγει στην αποκτήνωση που καθοδηγεί ο φανατισμός, με ό,τι συνθλίβει ολότελα τους ανθρώπους με σχέση μίσους και εκδικητικότητας, δεν είναι ποτέ δυνατό να συμφωνήσουμε με την ψευτομαγκιά των περιστρόφων που «μίλησε» με 15 σφαίρες στο κορμί του άτυχου Χ. Αμανατίδη.

Εμείς, λοιπόν, που τιμούμε τη ζωή και έχουμε αφοσιωθεί στην υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να «στρατευθούμε» με αλήτες και δολοφόνους. Γιατί το πραγματικό λιθαράκι μας στην ταξική πάλη των καταπιεσμένων απέναντι στην εξουσιαστική βία δεν είναι στη «σκανδάλη» και στον «πυροκροτητή», στις «ενέδρες» και στις κενές σελίδες της δήθεν «επιθετικής αριστεράς», αλλά στους πραγματικούς αγώνες της μαζικής κοινωνικής αυτοοργάνωσης για την ανατροπή της ανισότητας και της εκμετάλλευσης από κράτος και κεφάλαιο.

Θέλουμε να μείνουμε πιστοί ονειροπόλοι και γνήσια συνειδητοποιημένοι μιας κοινωνικής επανάστασης που ο δρόμος προς και για αυτή δεν περνάει μέσα από τη θανατική καταδίκη των άλλων. Ακόμα και των ίδιων των ταξικών εχθρών ή πολιτικών μας αντιπάλων.

Άδικα, λοιπόν, πάλι οι «τρομολάγνοι» θα προσπαθήσουν να «φορτώσουν» στις πλάτες του αναρχικού χώρου τη στυγνή δολοφονία του ειδικού φρουρού για να τον «δυσφημήσουν».

Άδικος κόπος, γιατί το πάθος μας για την ουσιαστική απαλλαγή του κόσμου από τον τρόμο είναι δυνατότερο από κάθε σκευωρία ή σύνδεση των αγωνιστών με την τυφλή βία, την αυτοδικία και την ατομική τρομοκρατία.

Γιατί οι αναρχικοί και όλοι οι αγωνιστές δεν θα «νομιμοποιήσουν» ποτέ στο όνομα της αντίστασης στην κρατική καταστολή, κοινούς εγκληματίες από όποια «υπηρεσία», «σπείρα», «κλίκα», «μαφία» ή «φράξια» προέρχονται. Μακριά λοιπόν από τους αναρχικούς η άθλια προβοκάτσια του κράτους που επαναλαμβάνεται και εδώ ως φάρσα.

Και όση φρίκη και οργή μάς προκαλούν τα βασανιστήρια μεταναστών στα μπουντρούμια της μετα-ολυμπιακής διαπλοκής και διαφθοράς ή η στυγνή εκτέλεση του Ηρακλή Μαραγκάκη στις 5/12/2003 από αστυνομικούς, άλλο τόσο τα ίδια συναισθήματα έχουμε στη θέα ενός άγρια βασανισμένου ειδικού φρουρού από το «πλήθος» σε συναυλία στο Λυκαβηττό ή ενός εκτελεσμένου συναδέλφου του από τον φονταμελισμό της «απονομής απόλυτης δικαιοσύνης» (που είναι ανίκανος να πάρει την όποια «ευθύνη» για αυτό το κακούργημα).

Οι άνθρωποι, «ένστολοι» ή όχι, δεν θα πεισθούν να πετάξουν ποτέ τις στολές, τα σήματα και τα σύμβολα της εξουσίας με την απειλή της κάννης στον κρόταφο. Και είναι άδικο και απάνθρωπο να εκτελούνται επειδή είναι μπάτσοι ή ειδικοί φρουροί.

Ποιος από εμάς είναι «δικαστής» που θα αποφασίζει τραβώντας από το «σωρό» ποιος, πώς και το ποτέ θα πεθάνει; Αρκετούς Ροβεσπιέρους και Χίτλερ, Στάλιν, Πινοσέτ, Μπους, Σαρόν, Πούτιν ή Λάντεν, Μπασάγεφ και Ζαρκαουί ξέβρασε στον κόσμο ο σκοταδισμός και η αλαζονεία.

 

Φτάνει!

 

Είπαμε να καταργήσουμε το κτήνος που «ψάχνεται» μέσα μας, όχι να γίνουμε ένα με αυτό γεννώντας από το «αυγό του φιδιού» και άλλες «λερναίες ύδρες». Κάθε χρόνο, γίνεται ετήσιο μνημόσυνο για τα θύματα από τη δράση της «17Ν» («Ν» χωρίς Νοέμβρη και χωρίς «ΕΣΟ»). Είναι αυτονόητο πως σεβόμαστε την οδύνη των συγγενών των θυμάτων. Ας θυμηθούν όμως –και η κυρία Αξαρλιάν περισσότερο– να βάλουν δίπλα στους δικούς τους νεκρούς και τα δεκάδες θύματα της κρατικής τρομοκρατίας από το ’74 και μετά. Αυτό το «ξεχασμένο μνημόσυνο»… Και να συσπειρωθούν δίπλα μας στον αγώνα για να νικήσουμε τις αιτίες και τους λόγους που έχουν μεταμορφώσει τον πλανήτη σε ένα μεσαιωνικό κολαστήριο και την κοινωνία σε μια απέραντη φυλακή. Να γκρεμίσουμε μαζί τους «αρχιτέκτονες» που έχουν βυθίσει την κοινωνία στο αίμα, στην εξαθλίωση και στην αλληλοεξόντωση.

Ούτε δήμιοι ούτε θύματα

Ελευθερία ή βαρβαρότητα

Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα

Συλλυπητήρια στους συγγενείς του δολοφονημένου ειδικού φρουρού Χαράλαμπου Αμανατίδη.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ-ΕΥΘΥΝΗ: Ομάδα Μαύρο και κόκκινο

Αναρχικοί/αντιεξουσιαστές από τα νότια προάστια της Αθήνας

Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν) – 04.03.2005

***


2. Για τον εμπρησμό του περιπτέρου της Χαρίκλειας Ανανιάδου

Τα ξημερώματα της Κυριακής 2/11/08 και κατά την διάρκεια συγκρούσεων νεαρών και ΜΑΤ έξω από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης δεν υπήρξε άλλη μια φορά θύμα ο δημόσιος χαρακτήρας τού πανεπιστημιακού ασύλου αλλά και η 70χρονη εργαζομένη Χαρίκλεια Ανανιάδου που είδε τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής, το περίπτερό της, να καίγεται και να γίνεται στάχτη.

Επειδή είμαστε αντίθετοι με ενέργειες αδιάκριτης τυφλής βίας ενάντια στην Κρατική τρομοκρατία και καταστολή πού έχουν αρκετές φορές «παράπλευρες απώλειες» ανάμεσα σε συνανθρώπους μας πού και αυτοί βιώνουν την ίδια καταπίεση και εκμετάλλευση από τις μονάδες βαρβαρότητας τού άγριου καπιταλισμού, αποφασίσαμε να ανοίξουμε λογαριασμό οικονομικής ενίσχυσης ώστε να συγκεντρωθούν 10.000 ευρώ για να αγορασθεί νέο περίπτερο και να καλυφθούν οι πρώτες ανάγκες της άνεργης ηλικιωμένης Χαρίκλειας Ανανιάδου πού παραμένει δύο μήνες στο περιθώριο, με πρόβλημα υγείας και αβοήθητη παρά τις μεγαλόσχημες υποσχέσεις τού Ψωμιάδη, της νομαρχίας Θεσσαλονίκης και των παραγόντων της εξουσίας στα ΜΜΕ για δήθεν και μάλιστα «γρήγορη αποκατάστασή της»…

Όποιος και όποια νοιώθει την ανάγκη να βοηθήσει αυτήν την κίνηση, ας καταθέσει στον αριθμό 0026-0221-33-0101271081 (Eurobank) το ποσό που μπορεί.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΑΣ ΔΕΙΞΕΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Αναρχική πρωτοβουλία από Αθήνα, Κορινθία και Αχαΐα

* * *

ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

ΓΙΑΤΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ(ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 31/12/08) ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ 10.000 ΕΥΡΩ, ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΗΝ 70ΧΡΟΝΗ

Εδώ και λίγες ημέρες και πριν ακόμη εκδηλωθεί το ΔΙΚΑΙΟ μαζικό κύμα κοινωνικής αγανάκτησης για την εκτέλεση τού νεαρού μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλου από τον εγκληματία ειδικό φρουρό Επαμεινώνδα Κορκονέα στις 6/12/08,στά Εξάρχεια, έχουμε ξεκινήσει έναν αγώνα οικονομικής αλληλεγγύης στην 70χρονη εργαζομένη Χαρίκλεια Ανανιάδου από την Θεσσαλονίκη, η οποία είχε την ατυχία στις 2/11/08, έξω από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, να δει το περίπτερό της να καίγεται ολοκληρωτικά από «επαναστάτες» τού Σαββατόβραδου οι οποίοι θέλοντας να πρωταγωνιστήσουν άλλη μια φορά μαζί με τις μονάδες κρατικής καταστολής για τις ανάγκες του θεάματος και της σχεδιαζομένης από το Κράτος κατάργησης του ασύλου, βρίσκονται σε τέτοια σύγχυση και «ιδεολογική» θολούρα ώστε θεωρούν προφανώς την καταστροφή μικροεπιχειρήσεων(πού ήδη φυτοζωούν από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και την κυριαρχία των σουπερμάρκετ και των πολυκαταστημάτων στην καταναλωτική αγορά) και το πλιάτσικο, «αντικαπιταλιστική» και «εξεγερσιακή» δράση!

Επανερχόμενοι στο σοβαρό για μας ζήτημα της αλληλεγγύης στην πράξη σε έναν συνάνθρωπό μας πού όχι μόνο δεν φταίει σε τίποτα να γίνεται θύμα τυφλής εκτόνωσης και βίας πού έχει γίνει από κάποιους πλέον αυτοσκοπός πού προβοκάρει το κίνημα και καλλιεργεί τον μηδενισμό, σε έναν συνάνθρωπό μας ο οποίος βρέθηκε στον δρόμο, στους κινδύνους και στα προβλήματα πού οξύνουν την βαρβαρότητα της επιβίωσης όταν χάνεις ξαφνικά την εργασία σου και σε μια ηλικία πού όλοι ξέρουμε πώς τίποτα δεν κτίζεται ξανά από το μηδέν, ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΝΑ ΞΑΝΑΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ της Χαρίκλειας Ανανιάδου.

Αν και είχαμε δεσμευθεί, στο πρώτο μας κείμενο, για το ποσό των 10.000 ευρώ θεωρώντας το ικανό να καλύψει τα έξοδα όλης αυτής της προσπάθειας, θέλουμε να ανακοινώσουμε ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, πώς τελικά η αποτελεσματικότητα αυτού τού σκοπού απαιτεί την υπέρβαση τού ανωτέρω ορίου πού είχαμε βάλει στην αρχή σαν στόχο και έτσι αποφασίσαμε να αφήσουμε τον λογαριασμό να κινηθεί μέχρι την παραμονή τής πρωτοχρονιάς ώστε να συγκεντρωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για την στήριξη της 70χρονης άνεργης.

Με το τέλος αυτής της μορφής αλληλεγγύης (η οποία είναι η δεύτερη μετά από εκείνη στην οικογένεια τού μετανάστη εργάτη Λευτέρη Τράλο πού δολοφονήθηκε στις 28/2/08, μέσα στο περίπτερο πού εργαζόταν στο Π. Φάληρο) θα εκδοθεί από την πρωτοβουλία μας νέο δελτίο τύπου με το συνολικό ποσό πού συγκεντρώθηκε και σχετική αναλυτική φωτοτυπία από τα ποσά και τις ημερομηνίες κατάθεσης στον λογαριασμό ο οποίος θα κλείσει και θα διαλυθεί ταυτόχρονα με την παράδοση των χρημάτων στην Χαρίκλεια Ανανιάδου.

Ευχαριστούμε όσους και όσες μέχρι σήμερα έχουν βοηθήσει και ειδικά τον αλληλέγγυο ή αλληλέγγυα πού έχει συμβάλλει καθοριστικά με ένα αρκετά μεγάλο ποσό στον λογαριασμό με αριθμό 0026-0221-33-0101271081 (Eurobank) στον οποίο προσδοκούμε την συμμετοχή όλων σας με το ποσό πού ο καθένας έχει δυνατότητα, μέχρι τις 31/12/08.

ΕΜΕΙΣ, Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΘΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ ΤΗΣ 70ΧΡΟΝΗΣ ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΑΝΑΝΙΑΔΟΥ ΠΟΥ ΚΑΗΚΕ ΣΤΙΣ 2/11/08, ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΑΠΟ ΤΙΣ «ΦΛΟΓΕΣ» ΤΟΥ ΑΥΤΟΣΚΟΠΟΥ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΟ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΑΣ ΔΕΙΞΕΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΗΘΙΚΗ ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ, ΣΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗ «ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ» ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

με την κοινωνία

Αναρχική πρωτοβουλία από Αθήνα, Κορινθία και Αχαΐα

Δεκέμβρης 2008

 

Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν)

***

3. Για τον εμπρησμό του περιοδικού Ρεσάλτο

Μπορείς να διαφωνήσεις σε όλα μαζί μου, αλλά, αν με παραδώσεις στη φωτιά και το τσεκούρι, έχεις γίνει ένας ακόμη φασίστας!

Η επίθεση και ο εμπρησμός στο περιοδικό «Ρεσάλτο» είναι προσφορά στα στρατόπεδα στρατολόγησης του χρυσαυγιτισμού και σε όσους οργανώνουν μια κοινωνία φιμωμένη, ελεγχόμενη, ξενόφοβη και ανελεύθερη

«[…] Ο λαός επίσης είναι από τη φύση του πατριώτης. Αγαπά τη γη όπου γεννήθηκε, το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε. Αυτή η αγάπη, όπως γενικά όλες οι ανθρώπινες αγάπες, είναι στη βάση τους ένα αίσθημα εντελώς φυσιολογικό, ζωώδες. Δεν είναι καθόλου αρετή, ούτε καθήκον, ούτε θεωρία. Είναι φυσικό γεγονός, αρχικά πολύ περιορισμένο, που δεν ξεπερνά καθόλου τα στενά όρια τής κοινότητας.

Ο πραγματικός, ζωντανός, ισχυρός, φυσικός πατριωτισμός του λαού δεν είναι καθόλου εθνικός πατριωτισμός, ούτε καν τοπικός, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του αποκλειστικά κοινοτικός. Αλλά αγαπά ακόμα τη γλώσσα πού μιλά ή μάλλον δεν γνωρίζει άλλη και μόνο με τη δική του μπορεί να εκφράσει ό,τι σκέφτεται, ό,τι αισθάνεται και να ζήσει κοινωνικά, ανθρώπινα.

Ταυτίζεται επίσης με τα έθιμα και τις αληθινές και λαθεμένες αντιλήψεις τής χώρας του.

Αν αυτά τα έθιμα, αυτές οι ιδέες και αυτή η γλώσσα καλύπτουν μια περιοχή, τότε αρχίζει να γίνεται πραγματικά ένας τοπικός πατριώτης.

Αν καλύπτουν ένα έθνος, τότε γίνεται ένας εθνικός πατριώτης. Με την έννοια αυτή, κανείς δεν είναι τόσο βαθιά ούτε τόσο ειλικρινά πατριώτης όσο ο λαός.

Αλλά για μια φορά ακόμη αυτός ο πατριωτισμός, έστω και αν καλύπτει ένα ολόκληρο έθνος, δεν είναι αρετή, καθήκον ή δόγμα, είναι γεγονός μοιραίο, φυσικό, που πρέπει να το δούμε, να το αναγνωρίσουμε, να το σεβαστούμε, όπως πρέπει να παρατηρήσουμε, αναγνωρίσουμε, σεβαστούμε κάθε τι που υπάρχει και όπως πρέπει να σεβαστούμε κάθε φυσική μορφή της ανθρώπινης ελευθερίας.» Μιχαήλ Μπακούνιν (εκδόσεις Πλέθρον,1984)

Υπάρχουν θέσεις και απόψεις γύρω μας πού διαφωνούμε, πιθανά και να μας εξοργίζουν. Η ελληνική σημαία, όμως, πίσω από το γραφείο του Μιχαλολιάκου και το «Αίμα, τιμή» των συντρόφων του Περίανδρου Ανδρουτσόπουλου δεν είναι σε καμιά περίπτωση η ίδια σημαία, οι ίδιες μισάνθρωπες πολεμικές κραυγές γι’ αυτόν που έχει αγνή και άδολη αγάπη και αγωνία για την πορεία της χώρας του από την κακοδιαχείριση, την κλοπή, την αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό τής εξουσίας που τον έχουν φθάσει στον πάτο της οριακής επιβίωσης.

Ο φασίστας είναι σε διαρκή πόλεμο και μίσος με τους γείτονές του, με τους μετανάστες, τους άλλους λαούς, που τους θεωρεί «απολίτιστους» και «βάρβαρους», που οφείλουν να δώσουν «γη και ύδωρ» στα τάγματα εφόδου και τις συμμορίες τής «ανώτερης λευκής δύναμης».

Ο απλός άνθρωπος, ο «φοβισμένος νοικοκυραίος» και ο «υποταγμένος μικροαστός» κατά την «αυθεντία» μας, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας που δεν είναι «πεφωτισμένος» όπως εμείς, αλλά και δεν γίνεται να μην ζήσουμε χωρίς αυτόν και αυτός χωρίς εμάς, είναι ο ίδιος που δεν αφήνει τους εκμεταλλευτές και παραχαράκτες της αγάπης του για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε και αγωνίσθηκε να βάλουν ανάμεσα σε αυτόν και τον γείτονά του τον φανατισμό, τα κανόνια, τη διχόνοια, τη διαίρεση και την αλληλοεξόντωση. Είναι ο ίδιος που καλλιεργεί την αλληλεγγύη, τη φιλία και διεθνιστική ένωση όλων των λαών, όλων των εργαζομένων, όλων των αγροτών!

Οι ανόητες αυτές λοιπόν ταυτίσεις – πατριωτισμού και εθνικισμού – κυοφορούν επικίνδυνες αντικοινωνικές και αντιλαϊκές μεθόδους που γλιστρούν εύκολα στη συκοφάντηση, στη λασπολογία, στο άδικο και στον φασισμό απέναντι σε πρόσωπα, χώρους και συλλογικότητες!

Είναι ταυτίσεις και γενικεύσεις που προκαλούν απογοήτευση και ρήξη με την κοινωνία, τεράστια ήττα για την Αριστερά και όλο το κίνημα, βήμα ανόδου σε συντηρητικές και ακροδεξιόστροφες πολιτικές που όραμά τους είναι να «κλειδώσουν» τους λαούς στον πάγο της απόλυτης αστυνομοκρατίας και καταστολής νομιμοποιώντας σκληρά μέτρα για κάθε απόπειρα αντίστασης!

Εύκολο και ανώδυνο είναι να αποκαλέσεις κάποιον «φασίστα» και «ρατσιστή». Δύσκολο είναι να κρατηθείς μακριά από τον φασισμό, δύσκολο είναι να μην πάρεις από την πρέζα τής ολέθριας ιδεολογίας του, που σκοτώνει αργά όπως η ηρωίνη και το αλκοόλ εδώ δίπλα στην πλατεία και στους δρόμους των Εξαρχείων, πολύ κοντά στα αποκαΐδια της Σολωμού 5, που γι’ αυτά «δεν άκουσε, δεν είδε» (παρά την πληροφορία με τον χαιρέκακο απαράδεκτο σχολιασμό και εγκωμιασμό του γεγονότος στο Athens Ιndymedia) κανένα δημοσιογραφικό «αυτί» ή φακός των ΜΜΕ.

Ακόμη όμως και τον φασισμό αν θέλεις να τον νικήσεις και να τον ξεπεράσεις, δεν θα το καταφέρεις ποτέ όσο χρησιμοποιείς τον στόλο των δικών του όπλων, της δικής του ισοπεδωτικής ολοκληρωτικής αντίληψης για το ξεπάστρεμα και τον αφανισμό όσων τολμούν να σκέφτονται διαφορετικά και να κινούνται έξω από το νεοναζιστικό κλειστό κύκλωμα για την «ομοιόμορφη εξέλιξη» τού Κόσμου.

Η «αλάνθαστη αλήθεια» της ψευτοαντιφασιστικής ελίτ, που με τη βαριοπούλα και το στουπί έκαψε και κατέστρεψε τα γραφεία του περιοδικού «Ρεσάλτο» γελιέται πως «εναντιώθηκε στον φασισμό». Στον ίδιο τον φασισμό προσκύνησε και του «έκανε» ένα ακόμη «αυγό» δίπλα στα υπόλοιπα και διαφόρων χρωμάτων και υπογραφών «αυγά» που προστατεύει γύρω του το «φίδι».

Τον δικό της φασισμό κατήγγειλε πάνω στις στάχτες του κατεστραμμένου εντύπου «Ρεσάλτο», που δήθεν ήθελε να το καταγγείλει για δήθεν «φασισμό» και «σύνδεση με τους ρατσιστές»!

Στον Χρυσαυγιτισμό έδωσε το χέρι της αφήνοντας πίσω από τα συντρίμμια το μήνυμα πως «εκείνη η μέρα» που τραγουδήσαμε πραγματικά θα αργήσει ή δεν θα έρθει ποτέ!

Πίσω από τον πατριωτισμό κρύβονται αρκετές φορές ρατσιστές, πατριδοκάπηλοι και εθνοφασίστες, κοινοί δολοφόνοι που στο όνομα της «εθνικής υπερηφάνειας και ενότητας» είναι πρόθυμοι να ρίξουν τους λαούς στον εμφύλιο και στο σφαγείο.

Πίσω από τον αναρχισμό όμως δεν μπορεί να κρυφτεί κανείς τραμπουκισμός και φασισμός. Ο αναρχισμός ήταν και θα είναι σε σύγκρουση με μηδενιστικές ομάδες και επιτροπές που αναπαράγουν τον φασισμό, τον ατομισμό και την τυφλή βία μέσα στην κοινωνία, είτε είναι στα Εξάρχεια είτε στον Άγιο Παντελεήμονα και την Πάτρα.

Όποιος δεν θέλει ή δεν μπορεί να καταλάβει ας αφήσει την αναρχία έξω από τη «Νύχτα των κρυστάλλων» που τον έχει τυλίξει στον σεχταρισμό και στο αφιόνι της! Όποιος έχει κάτι να πει, όποιος έχει λόγο και στόμα, ας πάει στο κάθε «Ρεσάλτο» και στο κάθε βιβλιοπωλείο ή περιοδικό ή εφημερίδα να «ξεσπάσει» τις διαφορές του και να προβάλει μέσα από τη συζήτηση και την υγιή πολιτική αντιπαράθεση τα προβλήματα και τη διαμαρτυρία του!

Αλλά δεν είχατε ούτε στόμα ούτε λόγο, παρά μόνο έναν νέο αναδυόμενο και καλοθρεμμένο Χιτλερίσκο και Μουσολίνι στο κεφάλι και στην κοιλιά σας, που σας κατέβασε άλλη μια φορά στο επίπεδο που ήθελαν!

Είναι αθάνατοι γιατί τους συντηρείτε με τη δράση σας ζωντανούς. Ο Φύρερ και ο Μουσολίνι σάς το γάζωσαν το μυαλό γιατί εκεί ήταν ο στόχος και δεν είχατε καθόλου τον νου σας. Κάντε αυτοκριτική γρήγορα για τις επιλογές σας, αλλιώς είσαστε χαμένοι από χέρι… «κάτοικοι των Εξαρχείων». Τα Εξάρχεια, ελπίζω και εύχομαι, δεν είναι υπερήφανα (άλλη μια φορά) για τις «αντιφασιστικές» επιχειρήσεις αρετής σας που συνεχίζουν να δαιμονοποιούν και να στοχοποιούν την περιοχή της «αδιαμεσολάβητης και ελεύθερης έκφρασης».

Τα χειρότερα έρχονται και, όσο συνεχίζετε μερικοί και μερικές έτσι, τις συνέπειες θα τις δούμε και θα τις υποστούμε όλοι και όλες μας πολύ γρήγορα. Μάταια θα φωνάζουμε «αλληλεγγύη» και συνθήματα, κανείς δεν θα είναι γύρω μας να μας ακούσει όταν η φωτιά θα καίει «και το δικό μας σπίτι».

Τους διώξατε, τους διώξαμε, τους απαξιώσαμε όλους γιατί η αλαζονεία, η αδιαλλαξία και η έπαρση στάθηκαν πιο δυνατές γράφοντας στον τοίχο, με μπογιά που δεν σβήνει, πως «και από εδώ πέρασε ο φασισμός»…

Μισή ντροπή και ευθύνη δική μου για εδώ που φθάσαμε, μισή ντροπή και ευθύνη δική σας για το αίσχος που κάνατε (για να το μοιραστούμε δίκαια…).

Όχι συντροφικά (παντού και πάντα) σε φασιστικές πρακτικές.

Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν) – 01.10.2009

***

4. Το αίμα μας δεν θα χυθεί για τα σκουπίδια σας

Ένα φιλί ζωής στον δολοφονημένο 15χρονο Χαμί Νατζάφι

Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι «παράπλευρη απώλεια», δεν είναι «στολή», δεν είναι «αριθμός». Καθόλου δεν με ενδιαφέρει αν θα υπάρξει ή όχι πειστική «ανάληψη ευθύνης» για τις «παράπλευρες απώλειες» στα Πατήσια όπου ένας 15χρονος Αφγανός ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ, η μικρότερη αδερφή του βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο να τυφλωθεί, η μητέρα τους τραυματίστηκε και συνολικά μία οικογένεια διαλύθηκε, αναζητώντας μετά το ξερίζωμα από τη χώρα της τη δική της Ιθάκη στην «ασφαλή» και «φιλόξενη» Δύση!

Από παρόμοιες τραγωδίες, κανείς ποτέ δεν επιστρέφει «ο ίδιος» την επόμενη μέρα και τα βήματα στην καθημερινότητα πλέον είναι τόσο βαριά όσο η «αγκαλιά» του θανάτου στο παιδί σου και το αδέρφι σου!

Δεν με ενδιαφέρει ποιο από τα πολλά πτώματα που σαπίζουν στον χώρο της βιαιολαγνείας και του μηδενισμού θα υπογράψει κάτω από το φονικό, ούτε θα κρατήσω «στάση αναμονής» (δεν το έκανα ποτέ αυτό το λάθος, δεν θα το κάνω πολύ περισσότερο τώρα) που απλώνει παντού σιωπή και συνενοχή, για να τοποθετηθώ με όλη μου την απέχθεια και το μίσος για τα ανεύθυνα σκουπίδια του δυναμίτη από τον κάδο-φέρετρο της όποιας φασίζουσας «πρωτοπορίας»!

Γιατί είναι γνωστό πως η επιλεκτική στάση στην κτηνώδη απόλυτη βία και στο μακελειό της ανθρώπινης ζωής, μόνο αναρχική και αντιεξουσιαστική στάση δεν είναι.

Δεν με ενδιαφέρει ποιος άψυχος, δειλός και ανεγκέφαλος επιμένει μέρες να κρύβεται πίσω από αυτό το έγκλημα, δεν θα με καθορίσει το »χρώμα», η σημαία, οι «απόψεις», τα «κίνητρα», οι «προθέσεις» ή οι δικαιολογίες της «επιχειρησιακής» του βλακείας, αφού κάθε μορφής μιλιταριστικές πρακτικές είναι αντικοινωνικές, φασιστικές και εχθρικές για τον αναρχισμό, για το κίνημα οργάνωσης ενός άλλου κόσμου που δεν θα έχει διαμελισμένους ανθρώπους από την πείνα, τη φτώχεια, την προσφυγιά, τους πολέμους, τον ρατσισμό, την εκμετάλλευση και την αλληλοεξόντωση!

Δεν περιμένω την «απολογία» ή την «αιτιολογία» της όποιας ένοπλης «κουλτούρας», δεν με αφορούν ως «προϋπόθεση» και «συνθήκη» για να προχωρήσω στην καταδίκη αυτής της κτηνωδίας.

Δεν ενδιαφέρει την οργή μου αν τα θύματα ήταν ή όχι μετανάστες, μπορεί να ήταν ο εργαζόμενος στα σκουπίδια, η καθαρίστρια στις σκάλες, ένας άστεγος, ένας χρήστης ναρκωτικών, ένας από εμάς, ένας από όλους τους άλλους…

Η αλληλεγγύη και έμπρακτη συμπαράσταση στην οικογένεια Νατζάφι από το Αφγανιστάν είναι η ίδια μας η ιδέα, ο στόχος, η ηθική, τα θεμέλια για την παγκόσμια κοινότητα όπου το »εγώ» και η αποξένωση θα έχει ανατραπεί από το «εμείς» και τη συλλογικότητα!

Είναι ταυτόχρονα η άρνηση και η αντίστασή μας σε κάθε εξουσία που «παίζει» στις βόμβες, στα όπλα και στις σφαίρες της την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι η άρνηση σε κάθε σκουπίδι εξουσιαστή, «σωτήρα», «εκπρόσωπο», «διαμεσολαβητή» που έχει σαν μόνη «γλώσσα» τη βαρβαρότητα, την εκδίκηση και τον τρόμο.

ΟΧΙ και ξανά ΟΧΙ στον αυτοσκοπό και στην εξουσία της βίας

Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν) – 02.04.2010

***

5. Κανένας θάνατος δεν είναι δίκαιος – Καλό ταξίδι, Σωκράτη Γκιόλια

Με αφορμή τη μαφιόζικη εκτέλεση του δημοσιογράφου Σωκράτη Γκιόλια: Η απόφαση του «ποιος θα ζήσει και ποιος όχι», η καθιέρωση της εξουσίας του θανάτου σε μια κοινωνία ήδη φοβισμένη και ακρωτηριασμένη από τις αποφάσεις και τις ενέδρες ενός απάνθρωπου πολιτικού συστήματος, διευκολύνουν το δρόμο της απόλυτης βίας, το ρίζωμα ενός ισχυρότερου νεοφασισμού, της προσφυγής στον μιλιταρισμό «για κάθε πρόβλημα ή διαφωνία».

Κανένας θάνατος δεν είναι δίκαιος και τίποτα δεν μπορεί να νομιμοποιήσει τη βαρβαρότητα και τη βία που κρατά μέσα στα εξουσιαστικά χέρια της την απόφαση της «αυτόκλητης δικαιοσύνης» της αν ο άλλος θα ζήσει ή όχι.

Αν δεν είναι αυτό τελικά ο φασισμός και η αναπαραγωγή της κυριαρχίας του τρόμου και του φόβου των λίγων επάνω στους πολλούς, τότε ποιος είναι; Μπορεί σε αρκετά να διαφώνησα, μα ποτέ δεν σκότωσα. Και λόγο έχουμε και άποψη, μα πάνω απ’ όλα σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή.

Επειδή αυτοί που μένουν πίσω έχουν το πρόβλημα, τι να βρω να πω στη σύντροφό του που, έχοντας ήδη ένα παιδί, είναι έγκυος στο δεύτερο;

Όταν τα προβλήματα σε μια κοινωνία «λύνονται» όλο και περισσότερο με τα όπλα, το μίσος και την αλληλοεξόντωση, κανένας μας δεν έχει το δικαίωμα να κοιμάται ήσυχος. Σύμπτωμα της κακοδιαχείρισης από την εξουσία που εγκαταλείπει σιγά-σιγά τον κοινωνικό ιστό στη βαρβαρότητα είναι και η φασιστική πολιτική βία που επιδιώκει το άθλιο σεχταριστικό της πτώμα να γίνει η νέα ελίτ-εξουσία… και ίσως χειρότερη από την προηγούμενη.

Όσο σκυφτοί κι αμίλητοι προσπερνάμε τις λίμνες αίματος των «αγνώστων», των «άλλων» δίπλα μας, το σώμα αύριο που θα πέσει ανυπεράσπιστο και μόνο μπορεί να είναι και το δικό μας ή, όπως έγραψε ο Τάσος Λειβαδίτης κάποτε, «αν δεν πεθάνουμε ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας όλοι νεκροί»…

Αν δεν κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο επιτέλους στα μάτια, να βρούμε το δρόμο προς την ελευθερία, αν δεν βρεθούμε ξανά όλοι μαζί στο μέρος της καρδιάς, αν δεν κρεμαστούμε ο ένας από τα χείλη του άλλου για να σωθούμε όλοι μαζί, η εξουσία του θανάτου και του «εγώ» θα κλείσει τις μέρες και τις νύχτες μας οριστικά στο νεκροταφείο της, που πότε το ονομάζει «δημοκρατία» και πότε «επανάσταση», ανάλογα με την περίπτωση.

Ο νόμος της μαφίας και της συμμορίας δίνει με ευκολία ονόματα στον εαυτό της, επιβάλλοντας το κράτος του τρόμου και τον ολοκληρωτισμό…

Καλό ταξίδι, Σωκράτη Γκιόλια

Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν) – 19.07.2010

***

6. Η αγάπη είναι το «όπλο» μου

Αποσπάσματα τοποθέτησης του Π. Π. στον διαδικτυακό τόπο Πολιτικό Καφενείο, στις 15 Μαΐου 2010. Ολόκληρη η τοποθέτηση (και η σχετική συζήτηση) στην παρακάτω διεύθυνση: http://politikokafeneio.com/Forum/viewtopic.php?t=216

04&postdays=0&postorder=asc&start=0

[…] Δεν λέω πως ήμουν αλάθητος. Δεν διεκδικώ καν το «αγωνιστής» ή «επαναστάτης» για τον εαυτό μου. Έχω ξαναπεί πως μπορεί να είμαι και ο χειρότερος από όλους και όλες σας. […]

Φυσικά και έχω την ευθύνη μου για όλη αυτή την εξέλιξη που μετέτρεψε μέσα σε λίγα χρόνια τον αναρχικό χώρο σε εχθρό της κοινωνίας και σε λούμπεν αστυνομικό δελτίο. Εγώ είχα βγάλει και εκείνη την άθλια αφίσα κάπου στις αρχές του ’80 με τίτλο «Να γιατί τα σπάμε», όπου είχα «πολιτικοποιήσει» το σπάσιμο. Εγώ υπέπεσα δυο-τρεις φορές σε πρακτικές που περισσότερο είχαν σχέση με την τυφλή οργή παρά με την αναρχία. Και εγώ, για ένα μικρό διάστημα έστω, υπήρξα εγωιστής, αδιάλλακτος, αδίκησα και πρόδωσα συντρόφους και ιδέες, εμένα τον ίδιο που για «αλλού» προσδοκούσα να βαδίσω και αλλού η βία και ο βερμπαλισμός ώρες-ώρες με πέταξαν. Δεν έφταιγε ο αναρχισμός. Εγώ φέρω την ευθύνη γιατί τον παρερμήνευσα, τον «είδα» όπως ήθελα εγώ και τον κακοποίησα. Τότε… και για λίγο… αλλά ήμουν εγώ τότε, όχι κανένας άλλος. […]

Όλα αυτά τα χρόνια έγραφα και φώναζα «από μακριά», αφού το «κοντά» μού είχε απαγορευθεί μετά τον ξυλοδαρμό μου στα Προπύλαια, τον Νοέμβρη τού 2003. Πώς γίνεται άλλωστε να πλησιάσω, όταν ο τρόμος είχε περάσει μέσα μου, όταν είχε σπάσει μέσα μου κάθε συντροφικότητα; Πώς εγώ μπορούσα να βαδίσω μαζί με τον φασισμό που είχε εισχωρήσει και λεκιάσει ένα μεγάλο μέρος τού χώρου, όταν κανείς δεν εμπόδισε την επίθεση, κανείς δεν ήρθε δίπλα μου όταν έμεινα αναίσθητος από τους τραμπούκους; Εκεί που κάποτε αγώνες δώσαμε εσύ, εγώ κι άλλοι, εκεί που δεκάδες φορές διαδηλώσαμε για κοινούς σκοπούς και αξίες. […] Πώς μετά και με ποιους, όταν ούτε ένας –ούτε ένας!– δεν έβγαλε μια ανακοίνωση, όχι για να συμφωνήσει με τις θέσεις μου ή τον «τρόπο πάλης» μου, αλλά να διαφωνήσει με αυτή τη βαρβαρότητα;

Δεν κρατώ κακία και εμπάθεια σε κανέναν (έχω καθαρίσει άλλωστε μέσα μου εδώ και χρόνια με αυτά τα ένστικτα), ούτε σε εκείνους ούτε στους άλλους. Έχω συγχωρήσει και αυτούς που με χτύπησαν και αυτούς που τους «χειροκρότησαν». Έχω πάει ένα βήμα πιο πέρα, έχω αναθεωρήσει, προσπαθώ να αλλάξω και να πετάξω από μέσα μου όσο φασισμό προλάβω μέχρι να «φύγω», να γίνω καλύτερος σαν άνθρωπος, μακριά από ταμπέλες, «μαγαζιά και σφραγίδες».

Ναι, το παραδέχομαι, πότε με το όνομά μου, πότε με άλλες υπογραφές, προσπάθησα να περάσω ένα μήνυμα […] στον αναρχικό χώρο πως η αντικατάσταση του πολιτικού λόγου και της κοινωνικής δράσης από το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» οδηγεί στην αυτοκαταστολή και την αυτοδυσφήμησή του […] Εγώ ήμουνα ο «εχθρός τού χώρου» ή αντιλήψεις σαν αυτές που κυκλοφορούν στα «πλάγια» τής αναρχίας και οδήγησαν στην τραγωδία της 5ης Μάη; […] Τώρα βλέπω, τώρα που δυστυχώς «δικαιώθηκα» (και δεν θα το «διεκδικήσω», παρότι ήμουνα ο μόνος που έλεγε όλα αυτά τα χρόνια, όπως και να το έλεγα, πως το χώρο τον άρπαξε στα χέρια ο χουλιγκανισμός κι ο μηδενισμός και θα έρθουν τα χειρότερα), που είχε γίνει πρόταγμα στο «χώρο» η βία, η σύγκρουση και το μίσος, βλέπω με χαρά σίγουρα κάποιους από αυτούς που χαιρόντουσαν τότε και έδειξαν ανοχή και σιωπή σε ό,τι μού συνέβη, να ανησυχούν για τις εξελίξεις και να στέκονται απέναντι στα τάγματα εφόδου που στις 5 Μάη έφθασαν στη δολοφονία. […]

Αν και δεν είμαι υπέρ τής βίας, δεν νομίζω πως οι αναρχικοί θα κερδίσουν ποτέ τον «πόλεμο» με τη βία (ποτέ δεν το κατάφεραν – πολύ περισσότερο τώρα, που ο μηχανισμός κάθε λεπτό αναβαθμίζεται και στρατικοποιείται), αλλά μόνο όταν εισχωρήσουν με πειθώ στην καθημερινότητα της κοινωνίας και τη βοηθήσουν να ξεπεράσει την ψευτοαναγκαιότητα της εξουσίας και της κυριαρχίας. […] Η αγάπη είναι το «όπλο» μου.

Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν) – 15.05.2010

Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν) (Πειραιάς, 1961). Ιδιωτικός υπάλληλος. Από τα τέλη της δεκαετία του 1970 δραστηριοποιήθηκε ενεργά στον αναρχικό χώρο της Αθήνας. Από το 1983 μέχρι το 1986 εξέδωσε το αναρχικό περιοδικό Σπάστης (9 τεύχη). Σταδιακά, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, άρχισε να υιοθετεί πασιφιστικές ιδέες, γράφοντας κείμενα και μπροσούρες ενάντια σε κάθε μορφή πολιτικής βίας και οργανώνοντας παράλληλα κινήσεις αλληλεγγύης και οικονομικής ενίσχυσης σε θύματα βίαιων ενεργειών. Από το 2003 έχει υποστεί ξυλοδαρμούς και εκφοβισμούς από αυτοαποκαλούμενους «αντιεξουσιαστές», με αφορμή τα κείμενά του κατά της πολιτικής βίας. Τα τελευταία χρόνια, συμμετέχει επίσης σε εναλλακτικές οικολογικές κινήσεις. Τα κείμενά του δημοσιοποιούνται μέσω της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του και βρίσκονται διάσπαρτα στο Διαδίκτυο (ανάμεσα στα άλλα και στις ιστοσελίδες http://diapyron.com και http://tvxs.gr/).

Παναγιώτης Δημητράς – Καμιά ανοχή χωρίς συνενοχή

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 3:01 μμ

Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

http://www.ohchr.org/EN/UDHR/Pages/Language.aspx?LangID=grk

10 Δεκεμβρίου 1948

 

Προοίμιο

 

Επειδή η αναγνώριση της αξιοπρέπειας, που είναι σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας, καθώς και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους, αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο.

 

Επειδή η παραγνώριση και η περιφρόνηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου οδήγησαν σε πράξεις βαρβαρότητας που εξεγείρουν την ανθρώπινη συνείδηση και η προοπτική ενός κόσμου όπου οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι να μιλούν και να πιστεύουν, λυτρωμένοι από τον τρόμο και την αθλιότητα, έχει διακηρυχθεί ως η πιο υψηλή επιδίωξη του ανθρώπου.

 

Επειδή έχει ουσιαστική σημασία να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα από ένα καθεστώς δικαίου, ώστε ο άνθρωπος να μην αναγκάζεται να προσφεύγει, ως έσχατο καταφύγιο, στην εξέγερση κατά της τυραννίας και της καταπίεσης. (…)

 

Άρθρο 1

 

Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα. Είναι προικισμένοι με λογική και συνείδηση, και οφείλουν να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα αδελφοσύνης.

 

Άρθρο 2

 

Κάθε άνθρωπος δικαιούται να επικαλείται όλα τα δικαιώματα και όλες τις ελευθερίες που προκηρύσσει η παρούσα Διακήρυξη, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, ειδικότερα ως προς τη φυλή, το χρώμα, το φύλο, τη γλώσσα, τις θρησκείες, τις πολιτικές ή οποιεσδήποτε άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική καταγωγή, την περιουσία, τη γέννηση ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση.

 

Δεν θα μπορεί ακόμα να γίνεται καμία διάκριση εξαιτίας του πολιτικού, νομικού ή διεθνούς καθεστώτος της χώρας από την οποία προέρχεται κανείς, είτε πρόκειται για χώρα ή εδαφική περιοχή ανεξάρτητη, υπό κηδεμονία ή υπεξουσία, ή που βρίσκεται υπό οποιονδήποτε άλλον περιορισμό κυριαρχίας.

 

Άρθρο 3

 

Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την προσωπική του ασφάλεια.

 

Άρθρο 4

 

Κανείς δεν επιτρέπεται να ζει υπό καθεστώς δουλείας, ολικής ή μερικής. Η δουλεία και το δουλεμπόριο υπό οποιαδήποτε μορφή απαγορεύονται.

 

Άρθρο 5

 

Κανείς δεν επιτρέπεται να υποβάλλεται σε βασανιστήρια, ούτε σε ποινή ή μεταχείριση σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική.

Από το 1948, η ανθρωπότητα αποφάσισε πως κάθε άνθρωπος έχει το θεμελιώδες δικαίωμα να ζει με αξιοπρέπεια και να απολαμβάνει τα θεμελιώδη δικαιώματα της ζωής, της ελευθερίας, της προσωπικής ασφάλειας, απαλλαγμένος από κάθε μορφή δουλείας, βασανιστηρίων, αλλά και σκληρής, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης. Αυτά είναι προϋπόθεση ώστε να μην ξαναζήσει κανένας άνθρωπος πράξεις βαρβαρότητας, να αισθάνεται λυτρωμένος από τον τρόμο και την αθλιότητα, καθώς και να γνωρίζει πως προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα από ένα καθεστώς δικαίου, ώστε να μην αναγκασθεί ποτέ να προσφεύγει, ως έσχατο καταφύγιο, στην εξέγερση κατά της τυραννίας και της καταπίεσης, συχνότατα με χρήση βίας.

Στα εξήντα χρόνια που πέρασαν από τότε, η απαγόρευση της χρήσης οποιασδήποτε μορφής βίας εξειδικεύτηκε και διευρύνθηκε σε καταστάσεις που παραδοσιακά δεν θεωρούνταν μορφές βίας ή σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης.

Πρώτα από όλα, γενικεύθηκε (σε όλη την Ευρώπη και μεγάλο αριθμό άλλων κρατών) η κατάργηση της θανατικής ποινής ως τιμωρίας για σοβαρά εγκλήματα.

Παράλληλα, συντάχθηκαν διεθνή κείμενα που εξειδικεύουν την απαγόρευση της ενδοοικογενειακής βίας (συνήθως βίας κατά των γυναικών και των παιδιών), αλλά και της σωματικής τιμωρίας των παιδιών, τα οποία μέχρι πρόσφατα ήταν στο απυρόβλητο των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Μάλιστα, καθιερώθηκε το συμφέρον του παιδιού ως θεμελιώδες δικαίωμα την υποστήριξη του οποίου έχει τελικά η πολιτεία παρεμβαίνοντας όταν χρειαστεί στην οικογένεια (ακόμα και με αφαίρεση κηδεμονίας), η οποία ενδεχόμενα παίρνει αποφάσεις αντίθετες προς το συμφέρον του.

Πρόσφατα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) θεώρησε σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση τις απαράδεκτες συνθήκες κράτησης σε αστυνομικά τμήματα ή φυλακές. Το ίδιο έχει κάνει για εξώσεις ατόμων από τα σπίτια τους όταν είναι παρόντες ή παρούσες κατά την κατεδάφιση και έξωση. Ακόμα πιο σημαντικό είναι πως θεώρησε τις επικρατούσες απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης σε συνδυασμό με τη ρατσιστική αντιμετώπιση των συναφών καταγγελιών των Ρομά ως προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, και άρα ταπεινωτική μεταχείριση.

Ποιες μορφές βίας παραμένουν «νομιμοποιημένες»; Μόνο η βία που χρησιμοποιείται ως αναπόφευκτο μέσο άμυνας σε βίαιη επίθεση, και πάντα με την προϋπόθεση ότι γίνεται αναλογική χρήση της. Για παράδειγμα, ένα άτομο δεν πυροβολεί να σκοτώσει άλλο άτομο που του επιτίθεται χωρίς όπλο, και άρα χωρίς κίνδυνο για τη ζωή του. Οπωσδήποτε, δε, δεν νομιμοποιείται η χρήση βίας με τη μορφή βασανιστηρίων ούτε και στην περίπτωση που, για παράδειγμα, οι αρχές επιθυμούν να πληροφορηθούν από κρατούμενο τις λεπτομέρειες επικείμενης τρομοκρατικής επίθεσης με πιθανά θύματα δεκάδων, εκατοντάδων ή χιλιάδων ανθρώπων.

Μάλιστα, πολλά άτομα που χρησιμοποίησαν μέχρι σήμερα συστηματικά τη μη βία στην αντιπαράθεση με την εξουσία επέμεναν με συνέπεια και συνέχεια πως ακόμα και οι φραστικές ύβρεις προς τα όργανα της τάξης, όταν διαδήλωναν μπροστά σε αυτά, αποτελούν μορφή καταδικαστέας βίας.

Στην Ελλάδα έχουμε γίνει μάρτυρες συστηματικής και εκτεταμένης χρήσης βίας για διεκδίκηση (θεμιτών ή όχι) δικαιωμάτων (σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας) ή απλώς για εκτόνωση (στα γήπεδα). Ταυτόχρονα, τις περισσότερες φορές έχουμε γίνει μάρτυρες υποκριτικής καταδίκης ή γενικευμένης απάθειας, ανοχής –αν όχι απολογίας– πολλών βίαιων εκδηλώσεων από φορείς και άτομα που διακηρύττουν πως είναι αντίθετα στη βία.

Η βία στα γήπεδα είναι γενικευμένη και προέρχεται συνήθως από οργανωμένες ομάδες οπαδών, οι οποίες έχουν άμεση ή έμμεση στήριξη των ηγεσιών των αντίστοιχων αθλητικών ομάδων. Όταν εκφράζεται κάποια καταδίκη από τις τελευταίες, είναι ανούσια, αφού δεν συνοδεύεται από ειλικρινή και επαγγελματικά άρτια προσφυγή στη δικαιοσύνη και, κυρίως, διάρρηξη κάθε σχέσης με την αντίστοιχη ομάδα οπαδών.

Οι επιθέσεις σε βιβλιοπωλεία ή γραφεία ατόμων ή φορέων με τις απόψεις των οποίων διαφωνούν οι βίαια επιτιθέμενοι συχνότατα επικροτούνται ή τουλάχιστο δεν καταδικάζονται καθόλου ή καταδικάζονται με «ναι μεν, αλλά» από άτομα ή φορείς που επίσης διαφωνούν με τις απόψεις των στόχων. Εδώ υπάρχει και ένα οξύμωρο. Πολλά άτομα έχουν δημόσια υπερασπιστεί το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της ρητορικής του μίσους ιδεολογικά αντιπάλων, διαφωνώντας με τη διεθνή και ελληνική νομοθεσία που επιβάλλει την τιμωρία της, επειδή η ρητορική του μίσους δεν θεωρείται «έκφραση» αλλά «επίθεση». Όταν όμως οι φορείς αυτής της ρητορικής του μίσους γίνονται αντικείμενο βίαιων επιθέσεων, τα ίδια άτομα σιωπούν αν δεν επικροτούν έμμεσα ή άμεσα τις επιθέσεις. Αυτό δείχνει πως τα άτομα αυτά είναι στην ουσία οπαδοί της λεκτικής ή άλλης βίας.

Ανάλογη κατάσταση επικρατεί και με τις καταστροφές καταστημάτων κατά τις διαδηλώσεις που γίνονται από άτομα που ενσωματώνονται σε ομάδες διαδηλωτών, με την ανοχή –αν όχι ενθάρρυνση ή συνενοχή– των τελευταίων. Το φαινόμενο είναι γενικό και οι καταδίκες από τα ίδια τα άτομα που διαδήλωσαν ή όσα πρόσκεινται σε αυτά σχεδόν ανύπαρκτες. Η χειρότερη σχετική εκδήλωση ήταν η εμπρηστική επίθεση στο κατάστημα της τράπεζας Marfin στις 5 Μαΐου 2010, που οδήγησε στο θάνατο ουσιαστικά τεσσάρων ατόμων. Ανατριχιαστική ήταν η αντιμετώπιση των θυμάτων ως «παράπλευρων απωλειών». Την έκαναν ακόμα και ελάχιστα άτομα που δηλώνουν αντιρρησίες συνείδησης, δηλαδή –υποτίθεται– αντίθετοι σε κάθε χρήση βίας που έχει ως αποτέλεσμα τόσο «στοχευμένες απώλειες», όσο και «παράπλευρες απώλειες». Προφανώς η αντίρρηση συνείδησης αφορά τον ελληνικό στρατό και όχι κάθε (άρα και «επαναστατικό») στρατό.

Η χειρότερη εκδήλωση ανοχής –αν όχι συνενοχής– στη μεταπολιτευτική Ελλάδα αφορά την «ακροαριστερή» τρομοκρατία. Έχουν γίνει εκατοντάδες –αν όχι χιλιάδες– επιθέσεις από κάθε μορφής οργάνωση, οι περισσότερες όχι με στόχο ανθρώπους. Με ελάχιστες εξαιρέσεις οι καταδίκες υπήρξαν ανύπαρκτες ή απλώς προσχηματικές, με αποτέλεσμα οι δράστες να θεωρούν, όχι αδικαιολόγητα, πως έχουν τουλάχιστο μερική κοινωνική αποδοχή, αν όχι νομιμοποίηση. Δεν είναι τυχαίο πως η τρομοκρατία έχει σχεδόν παντού αλλού εξαφανιστεί. Αυτό επιτεύχθηκε όχι τόσο χάρη στην αποτελεσματικότητα των μέτρων καταστολής, όσο λόγω της «λαϊκής κατακραυγής» που πολλές φορές εκφράστηκε και με διαδηλώσεις εκατομμυρίων ανθρώπων στους δρόμους.

Η ελληνική κοινωνία, λοιπόν, έχει τη βασική ευθύνη για την εκτεταμένη και κάθε μορφής βία στους κόλπους της, για την οποία είναι τελικά συνένοχη. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, όλες οι μορφές απρόκλητης βίας αποτελούν παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η ελληνική κοινωνία αδιαφορεί για αυτές, όπως άλλωστε αδιαφορεί και για όλες τις άλλες παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ελλάδα που δεν αγγίζουν άμεσα τα συμφέροντά της, όπως τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των μεταναστών. Πρόκειται για μια μισαλλόδοξη και φοβική κοινωνία, που συνήθως δεν προσπαθεί να διεκδικεί δημοκρατικά, αλλά προτιμάει να εκτονώνεται ή ακόμα και να φοβίζει με τη χρήση κάθε μορφής λεκτικής ή μη λεκτικής βίας.

Παναγιώτης Δημητράς, 15 Αυγούστου 2010

Παναγιώτης Δημητράς (Αθήνα, 1953). Διδάκτορας Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Harvard University των ΗΠΑ (1979), λέκτορας στα αμερικανικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα American College in Greece, University of Maryland και University of Laverne (1979-1989). Μεταξύ 1989-1992, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ), από όπου υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της ενασχόλησής του με τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Ελλάδα. Μεταξύ 1998-2005 δίδαξε το μάθημα «Κράτος και μειονότητες στα Βαλκάνια» ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Central European University (Βουδαπέστη). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Ομάδας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ) το 1992 και του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) το 1993, του οποίου είναι επί 17 συνεχόμενα χρόνια εκπρόσωπος. Έχει εκδώσει 4 βιβλία και πολυάριθμες εκθέσεις, αναφορές και άρθρα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Αλέκος Γεωργόπουλος – Για τη βία και τη μη βία

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 2:59 μμ

Αλέκος Γεωργόπουλος

 

 

Για τη βία και τη μη βία

(σχεδίασμα μιας προσωπικής διαδρομής)

 

1. Από μικρό παιδί είχα πάντα μια διπλή αίσθηση όταν άκουγα ή έβλεπα βίαια γεγονότα. Όσο ελαφριά τα έπαιρνα όταν τα έβλεπα στο σινεμά, όπου ταυτισμένος με τους «καλούς» ασκούσα και γω φαντασιακή βία ενάντια στους «κακούς», τόσο βίωνα μια βαθιά ενόχληση, που κατέληγε σε εκνευρισμό όταν τα ευφυολογήματα των μεγάλων περιστρέφονταν γύρω από το «όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος» ή «το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», παρ’ όλη την τότε ευρεία κοινωνική «αποδοχή» του ξυλοκοπήματος ως παιδαγωγικής μεθόδου[1].

Ακόμα χειρότερα αισθανόμουνα όταν ήμουν μάρτυρας έμπρακτης κακοποίησης από δυνατότερους προς ασθενέστερους: το αίσθημα περί Δικαίου μέσα μου επαναστατούσε, ένιωθα σαν να έδερναν εμένα. Στα μάτια μου, η αδικία του ξυλοφορτώματος μικρότερων από μεγαλύτερους ήταν χίλιες φορές βαρύτερη από την οποιαδήποτε ζημιά, σκανταλιά ή ανυπακοή. Έτρεφα μια αθεράπευτη αντιπάθεια για τους «μικρούς τυράννους» του σχολείου, που συνηθίζουν να διατάζουν στην παρέα τους και να βιαιοπραγούν σε βάρος συμμαθητών τους. Το bullying ήταν από τότε σκάνδαλο για τα παιδικά μου μάτια.

Οι διηγήσεις των μεγαλύτερων για το άγριο ξύλο που έπεφτε στα σχολεία από τους δασκάλους, αλλά και στις διαδηλώσεις από την αστυνομία, ξεσήκωναν μέσα μου θύελλα αρνητικών συναισθημάτων για τα συγκεκριμένα πρόσωπα, που όμως στη συνέχεια μετασχηματίζονταν με τον καιρό, για να παραχωρήσουν τη θέση τους σε μια ημιορθολογική εξήγηση για κάποιο ομιχλώδες «συστημικό Κακό» στο οποίο και φόρτωνα το φταίξιμο.

Μεγαλώνοντας, ανακάλυψα πως δεν ήξερα/δεν ήθελα/δεν μπορούσα να «σηκώσω χέρι» ενάντια σε άνθρωπο –όποιος και αν ήταν αυτός– με αποτέλεσμα να κινδυνεύω να «τις φάω» αν τυχόν έμπλεκα σε καυγά· παρόλα αυτά, για έναν περίεργο λόγο εξακολουθώ να βλέπω πολεμικά έργα τακτικά. Συνήθιζα να ξορκίζω τη συνήθεια αυτή με το καλαμπούρι «εκδότης αντιμιλιταριστικού εντύπου είμαι, πρέπει να ενημερώνομαι!», αλλά με τον καιρό οι κοινωνιολόγοι φίλοι μου με παρηγόρησαν: μέσα από τη βία που βλέπεις αποπυροδοτείς τις «κακές» σου ασυνείδητες ροπές…

Βαθιά μέσα μου είναι χαραγμένη μια διαχρονική ενόχληση, που δεν αργούσε να γίνει αγανάκτηση, απέναντι στην επιθετικότητα αυτών που πρέσβευαν μια διαφορετική άποψη και που εννοούσαν –καμιά φορά ακόμα και στο όνομα της ειρήνης (!)– να προσβάλουν και να επιτεθούν προσωπικά, κακοποιώντας λεκτικά (ειρωνευόμενοι/ες, απαξιώνοντας με επίθετα, βρίζοντας καμιά φορά) τον κόσμο που διαφωνούσε. Η δικαιολογία ήταν τόσο αφελής, όσο και ύποπτη: μα δεν μιλάμε προσωπικά, αλλά πολιτικά. Κανένας δεν μου έβγαλε ποτέ από το μυαλό ότι αρκετά από τα «οργισμένα» αυτά άτομα έβρισκαν στην πολιτική τη «νόμιμη» διέξοδο για εκτόνωση της προσωπικής τους επιθετικότητας και πως, αν τυχόν η Ιστορία είχε αποφασίσει διαφορετικά, θα ήταν αυτά ακριβώς που θα στελέχωναν τους καταπιεστικούς μηχανισμούς του οποιουδήποτε «επαναστατικού» ή «απελευθερωτικού» στρατού, δικαστηρίου, φυλακής ή αστυνομίας.

Εντούτοις, δεν θυμάμαι να μισώ κάποιον, οι συγκρούσεις στις οποίες συμμετείχα μου προκαλούσαν μια αμηχανία, μου άφηναν μια πίκρα, ίσως και ένα αίσθημα αδικίας για την –από μέρους των άλλων– έλλειψη κατανόησης της δικής μου άποψης.

Εν τέλει, ήταν και αυτοί που μπροστά στο γρίφο της ειρηνικής συμπεριφοράς μου μπουρδολογούσαν, αποφαινόμενοι πως αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά καταπιεσμένη βία.

Πάντως, κάθε φορά που καταπιανόμουν με προβλήματα συγκρούσεων, ένιωθα βαθιά μέσα μου πως εξερευνούσα ένα μυστικό μονοπάτι που οδηγούσε στην επανασυγκόλληση, στη θεραπεία, στον υπέρτατο ορθολογισμό της ενότητας του Είναι.

 

2. Εμφύλιος, Ψυχρός Πόλεμος, Δικτατορία. Γεννήθηκα στη δεκαετία του ’50 στην Αθήνα, σε ένα τυπικό μετεμφυλιακό περιβάλλον, όπου όλοι έκρυβαν τις ιδέες τους και τα κυρίαρχα συναισθήματα ήταν η καλυμμένη ή ανοιχτή οργή, το μίσος, η μνησικακία, ο φόβος. Αν και δεν υπέφερα όσο οι μεγαλύτεροι, για κάποιο λόγο αυτά τα χρόνια «μού έχουν καθίσει στο σβέρκο», τα θυμάμαι, αναπολώ, ακούω πάντα με ενδιαφέρον διηγήσεις για αυτά, με έχουν χαράξει… Στη συνέχεια, ο Ψυχρός Πόλεμος που έζησε η γενιά μου όταν πήγαινα στο σχολείο με έκανε να συνεχίσω να βλέπω μπροστά μου την πραγματικότητα με όρους διπόλου αλληλοαποκλεισμών, που απογοήτευαν αντί να μας γοητεύουν και μας γέμιζαν φόβο και άγχος για το αύριο, ορθώνοντας σύνορα και διχοτομώντας ιδεολογικά την παγκόσμια κοινωνία. «Καπάκι» η δικτατορία που, ξαναφέρνοντας σε ισχύ το μετεμφυλιακό καθεστώς, αναζωπύρωσε τις προηγούμενες πληγές, καταδιώκοντας, εξορίζοντας, βασανίζοντας, σκοτώνοντας. Το σώμα της ελληνικής κοινωνίας ήταν βαθιά τραυματισμένο. Πώς θα ήταν δυνατόν να συμφιλιωθούν μεταξύ τους τα κομμάτια της που είχαν αλληλοσφαγεί και αλληλομισηθεί όσο σε καμιά άλλη (με την εξαίρεση της Ισπανίας) στην Ευρώπη;

 

3. Η φιγούρα του πατέρα μου. Νομίζω πως, μέσα στην εξαιρετικά μπερδεμένη εκείνη κοινωνική συγκυρία, το απόθεμα εκείνων των ιδεών που σχετίζονται με την ειρήνη και τη διαφορετικότητα το χρωστώ στον πατέρα μου. Είχε σε κάποιες κομβικές στιγμές μια σχέση με την πραγματικότητα που φαινόταν να συμβαδίζει και να συγκλίνει με τις βαθύτερες τάσεις της χαρακτηροδομής μου. Θυμάμαι κάποια στιγμή του ’69 ή του ’70, που βρεθήκαμε κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μας διακοπών στην Κω σε κάποιον αρχαιολογικό χώρο, όπου ο φύλακας μετά από μια κουβέντα που πιάσαμε μας είπε πως ήταν «Οθωμανός» και όχι Έλληνας! Εκπληκτική δήλωση για την εποχή εκείνη (αν και θυμάμαι να την κάνει με αίσθηση ενοχής), στην οποία ο πατέρας μου «σκοτώθηκε» να του εξηγήσει πως «εμείς» (ποιους «εμείς» εννοούσε, ποτέ δεν κατάλαβα) δεν κάνουμε διακρίσεις, θεωρούμε όλους τους ανθρώπους ισότιμους κ.λπ. Ποτέ δεν τον άκουσα να κάνει κηρύγματα μίσους ενάντια σε γείτονες λαούς, ακόμα και ενάντια στους απλούς ένστολους Γερμανούς και Ιταλούς που εισέβαλαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, ούτε ενάντια σε «άλλες» κοινωνικές ομάδες – με εξαίρεση κάποιες «κορώνες» ενάντια στους ομοφυλόφιλους.

 

4. Το Πολυτεχνείο. Συνέβη σε μια στιγμή που η δικτατορία δεν επέτρεπε την κυκλοφορία των ιδεών, επομένως η μη βίαιη άποψη όχι μόνο δεν ήταν καν ορατή, αλλά τα επιθετικά συναισθήματα που η χούντα ενέπνεε ίσως δεν την ευνοούσαν, ίσως αυτοί που δεν συζητούσαν την πιθανότητα ένοπλου αγώνα ήταν και λίγο «φλώροι» και «μαλθακοί» τύποι που δεν είχαν σχέση με την πραγματικότητα. Διότι τα πράγματα ήταν «σοβαρά», οι δικτάτορες «δεν παίζονταν», η δικτατορία θα διαρκούσε 50 χρόνια ακόμη και όλες σχεδόν οι αντιστασιακές οργανώσεις προέκριναν την ένοπλη πάλη ως κύριο όπλο ανατροπής της[2] κ.λπ. Από μια ειρωνεία της τύχης, όμως, η κορυφαία πράξη αντίστασης του ελληνικού λαού ήταν μια μαζική μη βίαιη εκδήλωση πολλών «μεγατόνων», με λουλούδια, αντιστασιακά συνθήματα, μαζικότατη συμπαράσταση που μετατράπηκε σε αλληλεγγύη από δεκάδες χιλιάδες κόσμο και με έναν ραδιοφωνικό σταθμό που διασάλπισε τα αντιστασιακά μηνύματα με πρωτοφανή εμβέλεια για τα δεδομένα της εποχής. Πέρασε αρκετός καιρός για να συνειδητοποιήσω ότι το ρίγος που προξενούσε η ταραγμένη φωνή των εκφωνητών «εδώ Πολυτεχνείο… εδώ Πολυτεχνείο…», μέρος της μη βίαιης ορχήστρας μηνυμάτων που σήμανε την αρχή του τέλους της λαομίσητης χούντας, συμπύκνωνε και κατέδειχνε τη μαζική απόσυρση της υπνωτισμένης από το φόβο συγκατάθεσης της «σιωπηλής πλειοψηφίας», η οποία έγινε ακόμα πιο αποφασιστική από τους δεκάδες νεκρούς της εξέγερσης. Αποκεί και μετά, οι μέρες της παντοδυναμίας των συνταγματαρχών ήταν μετρημένες. Επίσης, το «αδέλφια μας, φαντάροι…», λίγες στιγμές πριν την τελική έφοδο του τανκ πάνω στην πύλη του Πολυτεχνείου, φάνταζε στο μυαλό μου ως το –εμβρυακά– επαναστατικό κάλεσμα που θα κορύφωνε τον αγώνα εκείνο, ακυρώνοντας τη βίαιη τελική λύση που σχεδίαζε η δικτατορία με μια εκρηκτικής σημασίας μη βίαιη κατάληξη. Δεν έγινε έτσι, μέχρι εκεί μπορούσε να οδηγήσει η δυναμική των ημερών, αλλά η σημασία του γεγονότος εκείνου ξεπέρασε κατά πολύ την εποχή της και ενέπνευσε τουλάχιστον δύο γενιές νέων ανθρώπων από τότε, γινόμενη σύμβολο αντίστασης στην τυραννία.

 

5. Η κατάρρευση της δικτατορίας. Μερικούς μήνες μετά, η χούντα οργάνωσε το πραξικόπημα στη Λευκωσία, ανατρέποντας τον Μακάριο· αποσταθεροποίηση που έδωσε το δικαίωμα στην τουρκική κυβέρνηση να στείλει τον τουρκικό στρατό στην Κύπρο. Η καταστροφική αυτή εξέλιξη ήταν η πασιφανής απόδειξη πως η κυβέρνηση των συνταγματαρχών όχι μόνο δεν μπορούσε πια να κυβερνήσει, αλλά και κακώς κυβερνούσε μέχρι τότε. Κατά συνέπεια, η δικτατορία δεν μπορούσε πια να πείσει κανέναν για την αναγκαιότητά της –ούτε καν τους πολιτικοστρατιωτικούς κύκλους που την στήριζαν μέχρι τότε– και αποφασίζει να παραδώσει την εξουσία στον πολιτικό κόσμο της εποχής, με μια αναίμακτη διαδικασία (φυσικά, μιλάμε αυστηρά μόνο για την ελληνική επικράτεια, όχι για την Κύπρο). Έχοντας στερηθεί τις πηγές από τις οποίες αντλούσε νομιμότητα (κοινωνική βάση, δεξιότητες και ικανότητες της βάσης αυτής, καθώς και τη δυνατότητα να επιβάλλει κυρώσεις[3], διότι κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να υπακούσει και οι «σκληροί» χουντικοί πυρήνες του στρατού είχαν «αραιωθεί» και ακινητοποιηθεί διαχυμένοι μέσα στις πολλές χιλιάδες των επίστρατων), καταρρέει με πάταγο κάτω από το βάρος των ανομημάτων της δικής της βίας

 

6. Η μεταπολίτευση. Μετά τη μεταπολίτευση είχαμε περισσότερες ευκαιρίες να συζητήσουμε –υποτίθεται πιο ώριμα και πολιτικά– για το θέμα της βίας. Έχοντας αριστερή συνείδηση, θυμάμαι να με περιλούζει μια αμήχανη «παγωμάρα» όταν άκουγα στα προοδευτικά σινεμά της Αθήνας, τότε που έπαιζαν ντοκιμαντέρ από τη Χιλή του Αλιέντε, τους κνίτες και τους αριστεριστές της εποχής να χειροκροτούν κάθε φορά που οι πρωταγωνιστές αναφέρονταν στην «αναγκαιότητα» της ένοπλης πάλης. Με την εμφάνιση της «επαναστατικής» οργάνωσης 17 Νοέμβρη, παρά τις μη βίαιες καταβολές μου που φαίνονταν να εδραιώνονται, βρέθηκα σε δίλημμα: αυτοί οι βασανιστές που έκαναν φάλαγγα στους αντιστασιακούς αγωνιστές (και αγωνίστριες) και ο σταθμάρχης της CIA στην Ελλάδα δεν άξιζαν, άραγε, το θάνατο; Τη στιγμή, μάλιστα, που το «κράτος» δεν τολμούσε να τους τιμωρήσει για τα ανομήματά τους; Ήξερα πως εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να το κάνω –ακόμη και αν είχα την έγκριση όλης της υπόλοιπης κοινωνίας για αυτό– και αισθανόμουνα εξαιρετικά άβολα αντλώντας ευχαρίστηση από τις δολοφονίες εκείνες που βαθύτερα μέσα μου αποδοκίμαζα. Κάπου είχα διαβάσει πως ένας ριζοσπάστης Ιταλός αποκαλούσε τους ερυθροταξιαρχίτες της εποχής του «συντρόφους δολοφόνους», αλλά πάντα, όταν σκεφτόμουν το χαρακτηρισμό αυτό, το υποσυνείδητο συντακτικό του μυαλού μου θεωρούσε ως υποκείμενο μάλλον τους «δολοφόνους» παρά τους «συντρόφους». Κάθε φορά που επανερχόμουν στα ζητήματα αυτά, όλο και περισσότερο ανορθολογικό, άχρηστο και ανεπίτρεπτο μού φαινόταν να παίζει κάποιος το ρόλο του Θεού, αποφασίζοντας για τη ζωή ή το θάνατο κάποιου άλλου ανθρώπου.

 

7. Οι ταραχές στην Αγγλία της Θάτσερ (1980). Οι ταραχές και οι πυρκαγιές που κατέκαψαν κεντρικά μέρη πόλεων της Βρετανίας γύρω στα 1980, προϊόν ρατσισμού δεκαετιών, ήταν ακόμη ένα ερέθισμα για σκέψη. Όντας στην Αγγλία τότε για σπουδές, εντυπωσιάστηκα από την οργή μιας μερίδας μαύρων εκεί. Θυμάμαι ακόμη να περπατάω σε κεντρικούς δρόμους του Μάντσεστερ και του Λίβερπουλ και να μετράω με το μάτι τα καμένα σπίτια και μαγαζιά που είχαν γίνει στην κυριολεξία οικόπεδα. Θυμάμαι επίσης την οργή ενός λευκού που μου είπε πως το μισοκαμένο θέατρο που έβλεπα μπροστά μου είχε επιζήσει από τους βομβαρδισμούς του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου, για να αχρηστευθεί το 1980. Παρά το ότι εγώ και η παρέα μου βλέπαμε με συμπάθεια εκείνη την έκρηξη και το σύνθημα της εποχής εκείνης «Burn Babylon, burn» έκαιγε και το μυαλό μου, πολλές φορές από τότε επανερχόμενος στην ιστορική εκείνη περίοδο δεν μπορούσα να βρω κάποιο συγκεκριμένο θετικό πολιτικό αντίκτυπο. Ίσως μάλιστα το αντίθετο: η απόγνωση των μαύρων, η απελπισία και η αγανάκτηση ήταν τα κινούντα συναισθήματά τους, ενώ ο φόβος των λευκών έστειλε μια μεγάλη ομάδα της κοινής γνώμης να στοιχηθεί πίσω από την απεχθή φιγούρα της Θάτσερ. Παρόμοια ήταν και η στάση της αγγλικής κοινής γνώμης απέναντι στα αρχικά τυφλά και αργότερα στοχευμένα χτυπήματα του IRA, που με βόμβες προσπαθούσε να ανοίξει το δρόμο για την απελευθέρωση της Βόρειας Ιρλανδίας. Όταν η μεγάλη απεργία πείνας των έγκλειστων μελών του το 1981 έστειλε δέκα από αυτά στο θάνατο, έκανε τη δήλωση της Θάτσερ πως «αφού εξάντλησαν τη βία προς άλλους, τώρα την ασκούν στον εαυτό τους» πιστευτή από μια σεβαστή μερίδα της αγγλικής κοινωνίας.

 

8. Χημείο (1979). Τον Δεκέμβρη του 1979 βρέθηκα στο Χημείο της Αθήνας, το οποίο είχε καταληφθεί με απόφαση γενικών συνελεύσεων από φοιτητές και φοιτήτριες συναφών σχολών, και έπεσα στο «μάτι του κυκλώνα». Εκείνο το βράδυ εισέβαλε ομάδα κνιτών με ρόπαλα και, δέρνοντας ανηλεώς, έδιωξαν τους καταληψίες. Ήταν για μένα μια κορυφαία εμπειρία: ακινητοποιημένος από τη φρίκη, είδα από πρώτο χέρι τι μπορεί να σημαίνει βία ασκούμενη από στρατιωτικά οργανωμένη επιχείρηση αριστερής πολιτικής δύναμης που έτυχε να διαφωνεί με τα τεκταινόμενα και επιχείρησε να «διορθώσει» την πορεία της ιστορίας. Αυτό που επιχειρούσε η 17 Νοέμβρη σκοτώνοντας άτομα-σύμβολα του «αστικού καθεστώτος» μπορούσε να γενικευτεί και να θυματοποιήσει αδιακρίτως τάξης ή φύλου εκατοντάδες ανθρώπους. Οι τύποι που ξυλοκοπούσαν το δύστυχο «φρικιό» μπροστά στα αποσβολωμένα μάτια μου, τα οποία δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν, ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία που την εκτελούσαν με συνέπεια. Όταν κατάφερα να ξανασυνδεθώ με τον εαυτό μου και διαμαρτυρόμενος πήγα κοντά τους και τους είπα κάτι (δεν θυμάμαι πια τι), σταμάτησαν και μου πέταξαν καταπρόσωπο ένα ασυνάρτητο επιχείρημα που σχετιζόταν με την πάλη του λαού ενάντια στα μονοπώλια (!). Δεν είχα πια καμιά αμφιβολία: Αυτό που πραγματικά συνέβαινε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου ήταν μια κατάφωρη και ξεδιάντροπη εκμετάλλευση ελλειμματικών ψυχοδομών για πολιτικούς σκοπούς, πράγμα που απαξίωνε οριστικά και τελεσίδικα τη μεθοδολογία της βίας ως μια ανθρώπινη λειτουργία εκτός ορθολογισμού και στην υπηρεσία του μανιχαϊστικού διαχωρισμού «καλό-κακό». Δεν κρατήθηκα τότε να μην σκεφτώ: Τι είδους άνθρωπος άραγε είναι αυτός που μπορεί μετά από μια πλύση εγκεφάλου να πάει και να ξυλοκοπήσει ανθρώπους που δεν έχει ξαναδεί; Και επίσης, τι είδους πολιτική δύναμη (είναι άραγε αριστερή;) είναι αυτή που χρησιμοποιεί τέτοιου είδους διαδικασίες; Οι ομοιότητες και αναλογίες με τη δομή και λειτουργία της στρατιωτικής εκπαίδευσης μού έφερναν ανατριχίλες.

 

9. Ξανά το Χημείο (1982). Το 1982 παρακολουθούσα τις γενικές συνελεύσεις που οργάνωναν αντιεξουσιαστικές ομάδες στο Χημείο της Αθήνας. Πάντα μου προξενούσε εντύπωση πως ένα μεγάλο μέρος των συνελεύσεων αυτών ταύτιζε στην κυριολεξία τη βία με την εξέγερση. Δεν φαινόταν να μπορούν να ξεχωρίσουν αυτές τις δύο έννοιες. Στη διάρκεια αυτών των συνελεύσεων προτάθηκε κατ’ επανάληψη αντεκδίκηση ενάντια στο κράτος, πάνω στη γραμμή «να κάνουμε την Αθήνα λαμπόγυαλο», ενώ η σύγκρουση με τα ΜΑΤ και την αστυνομία φαινόταν να έχει φετιχοποιηθεί, σε τέτοιο βαθμό που τουλάχιστον μία φορά έφτασε να οδηγήσει τους μισούς διαδηλωτές να δέρνουν τους άλλους μισούς, για να τους αποτρέψουν από το να επιτεθούν στην αστυνομία. Κάποιο απόγευμα συνέβη και ένα γεγονός που ήταν αποκαλυπτικό του τρόπου με τον οποίο θεωρούσαν πως λύνονται οι συγκρούσεις με τους «εχθρούς». Μας ανακοίνωσαν πως κατά τη διάρκεια της συνέλευσης είχαν εντοπίσει, συλλάβει και κρατούσαν αιχμάλωτο ένα «χαφιέ-ασφαλίτη» (ποιος το αποφάσισε και τι αποδείξεις είχαν γι’ αυτό, δεν ανακοινώθηκε). Αργότερα είπαν πως τον ανέκριναν στα εσώτερα δώματα του Χημείου –προφανώς τον ξυλοφόρτωσαν «ανακρίνοντάς τον»– και στο τέλος μια ομάδα με καλυμμένα πρόσωπα μάς τον παρουσίασε σε κακά χάλια: αιμόφυρτο, φοβισμένο. Για ποιο λόγο, δεν κατάλαβα ποτέ. Έφυγα με μαύρες σκέψεις εκείνο το απόγευμα.

 

10. Ο Άγις Στίνας. Την ίδια εποχή ευτύχησα να γνωρίσω και τον Άγι Στίνα (Σπύρο Πρίφτη). Έμενε σε μια μικρή γκαρσονιέρα στο Παγκράτι, ζούσε με ελάχιστα χρήματα, είχε ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι με ελληνικά και γαλλικά βιβλία και περιοδικά και, όποτε πηγαίναμε να τον δούμε, τον βρίσκαμε να διαβάζει, έπλενε τα ρούχα του μόνος του (στα 80 του χρόνια), διέθετε ένα απίστευτο ρεπερτόριο διηγήσεων από τους κοινωνικούς αγώνες στους οποίους είχε συμμετάσχει, που έφτανε μέχρι την αρχή του αιώνα. Ιδιαίτερη εντύπωση μού έκανε η περίοδος της ζωής του όταν αναγκάστηκε να στριμωχτεί ανάμεσα στους εθνικόφρονες και την κομμουνιστική ΟΠΛΑ. Από τον Στίνα πρωτάκουσα για τους «αχρείους»[4], που ήταν το παρεφθαρμένο όνομα των τροτσκιστών αγωνιστών οι οποίοι εκτελούνταν από τα ένοπλα τμήματα του ΚΚΕ στο όνομα της καθαρότητας της ταξικής πάλης, γεγονός που τότε περίπου μου το επιβεβαίωσε και ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Ο Στίνας ήταν ο άνθρωπος που πολύ πειστικά αμφισβητούσε πως ήταν πράξη αντίστασης το να στήνεις ενέδρα και να σκοτώνεις έναν γερμανό στρατιώτη ή ακόμη και αξιωματικό στην Ελλάδα του 1941-44. Τον θυμάμαι επίσης να διηγείται πως στην Κέρκυρα (αποκεί καταγόταν) ο γερμανικός στρατός άλλαζε τακτικά τις τοπικές φρουρές, διότι με τον καιρό αναπτύσσονταν φιλίες και ειδύλλια με τους νέους και τις νέες της περιοχής, πράγματα που δεν άρεσαν καθόλου στη στρατιωτική ιεραρχία, για ευνόητους λόγους.

 

11. Η κατάργηση του πολέμου. Μ’ αυτά και μ’ αυτά (βοηθούντος και του πολωνικού πραξικοπήματος του Γιαρουζέλσκι ενάντια στην Αλληλεγγύη) «απεταξάμην» και τη βίαιη (ένοπλη) Αριστερά. Μου ’χε μείνει όμως μια αδυναμία, μια θεωρητική «τρύπα», μια αχίλλειος φτέρνα την οποία δεν μπορούσα να διαχειριστώ. Αν και ήμουν αναφανδόν υπέρ της ειρήνης και ενάντια στη βία, στο προσφιλές επιχείρημα «καλά τα λες, αλλά, αν μας επιτεθούν οι Τούρκοι, τι κάνουμε;» δεν είχα να αντιτάξω μια πειστική απάντηση. Εκείνη πάνω-κάτω την περίοδο, ο φίλος μου Κώστας Κατσουρός (σήμερα μένει στη Νάξο, καλή του ώρα) «μου άνοιξε τα μάτια»: έχουμε πια δεδομένα, τόσο θεωρητικά όσο και από την ιστορική εμπειρία, που δείχνουν πως μπορεί ακόμη και να καταργηθεί ο πόλεμος! Η συζήτησή μας εκείνη έσκασε στα αυτιά μου και στην ψυχή μου σαν διανοητική χειροβομβίδα. Ώστε το πρόβλημα αυτό, που το αισθανόμουνα σαν σιδερένια μπάλα που με εμπόδιζε να κινηθώ ελεύθερα προς την κατεύθυνση της μη βίας, λύνεται! Αρκεί βέβαια να υπάρχει η πολιτική βούληση για κατάλληλο μετασχηματισμό της πολιτικής κουλτούρας, για εκπαίδευση παιδιών και ενηλίκων στη μη βίαιη μεθοδολογία επίλυσης συγκρούσεων κ.λπ. Κατά συνέπεια, οι αντιρρησίες συνείδησης δεν είναι πια οι αντικοινωνικοί εκείνοι τύποι που απλώς ήθελαν να «λουφάρουν», αλλά ταιριάζουν τώρα πολύ αρμονικά με τη νέα θεώρηση των πραγμάτων, ως ειρηνόφιλοι που προσπαθούν να βάλουν σε εφαρμογή το νέο αυτό μοντέλο μη βίαιης κοινωνικής οργάνωσης (κατεύθυνση προς την οποία οφείλει κατά τη γνώμη τους να κινηθεί η υπόλοιπη κοινωνία) και λειτουργώντας ως ζωντανά παραδείγματα

 

12. Το δικό μου «τρελόχαρτο». Το 1981 παρουσιάστηκα στο στρατό και, αποφασισμένος να μην μπω στο λούκι αυτό, τα καταφέρνω να μου χορηγήσουν προσωρινό τρελόχαρτο. Κατά βάθος, όμως, δεν ήμουν αυτής της «σχολής». Δεν ήμουν ο άνθρωπος που θα αρνιόταν «στη ζούλα». Επιπλέον, δεν ήμουν και ο τύπος που θα έβγαινε για να διασαλπίσει τις αντιρρήσεις του για το στρατό και να αρνηθεί δημόσια. Ακόμη, φοβήθηκα πως θα γίνω το μαύρο πρόβατο με την απαλλαγή από το στρατό για λόγους «νευροψυχικών διαταραχών» και πως δεν θα μπορώ να βρω δουλειά στιγματισμένος με τον τρόπο αυτό. Πιθανότατα οι φόβοι μου τότε ήταν υπερβολικοί. Προσπάθησα να βρω το κουράγιο να πω ξανά όχι, αλλά δεν τα κατάφερα. Εν πάση περιπτώσει, επειδή δεν υπήρχε πλαίσιο αναγνώρισης και υποδοχής των αντιρρησιών συνείδησης στην Ελλάδα, ούτε είχε θεσμιστεί κοινωνική θητεία όταν με ξανακάλεσαν, το 1984 κατατάχτηκα τελικά. Αυτό είναι πάντα το «ενοχικό» μου σημείο και ομολογώ πως δεν αισθάνομαι άνετα για εκείνο το πισωγύρισμά μου.

 

13. Ο πρώτος πολιτικός αντιρρησίας συνείδησης. Σε αντίθεση με μένα, το 1986 ο Μιχάλης Μαραγκάκης εμφανίζεται και δηλώνει επίσημα πως αρνείται για λόγους συνειδησιακούς τη στρατιωτική θητεία, αναδεικνυόμενος ως ο πρώτος μη θρησκευτικός αντιρρησίας συνείδησης[5]. Τα επιχειρήματά του ήταν ταυτόχρονα καθημερινά και ανατρεπτικά: ο στρατός ποτέ δεν κατάφερε να αποτρέψει πολέμους, πάντα αποτελούσε σχολείο αυταρχισμού, σεξισμού και υπακοής σε κάθε είδους εξουσίες ενώ απορροφά πόρους που θα μπορούσαν να «φτουρήσουν» σε άλλους τομείς, όπως η υγεία και η εκπαίδευση. Επειδή επιπλέον η ειρήνη δεν εμπεδώνεται με εξοπλισμούς, αλλά μέσα από την άρνηση κάθε είδους στρατού, πολέμου και μηχανισμού βίας, ζητούσε να υπηρετήσει εναλλακτική θητεία, η οποία θα ήταν μια έμπρακτη άσκηση στην εγκαθίδρυση της ειρήνης. Ήταν μια εφαρμογή όλων των προηγούμενων ιδεών. Η άρνηση του Μαραγκάκη έσκασε σαν βόμβα στην Ελλάδα. Ακόμα θυμάμαι τους εμβρόντητους περαστικούς που, βλέποντάς μας να αφισοκολλούμε τη διακήρυξη «Αρνούμαι το στρατό» τον Δεκέμβρη του 1986, μόνο που δεν σταυροκοπιόνταν λέγοντας «τι θα δούμε ακόμα!». Θα ’λεγε κανείς πως περίμεναν τη Δευτέρα Παρουσία. Όμως για μένα η άρνηση στράτευσης, όπως εκπροσωπήθηκε τότε, ήταν η ιδανική ενσάρκωση των αρχών που πίστευα όλα αυτά τα χρόνια και ζητούσε την έμπρακτη εφαρμογή του προγράμματος για την ειρήνη όπως το ’χα φαντασιωθεί.

 

14. Το περιοδικό ΑΡΝΟΥΜΑΙ (1987-1997). Κάτω από το κράτος των προηγούμενων γεγονότων –και εγώ προσωπικά με την προϊστορία αυτή– ξεκινήσαμε το ΑΡΝΟΥΜΑΙ. Για την ακρίβεια, αυτό το είχε ξεκινήσει ο Μιχάλης Τρεμόπουλος (ο τωρινός –2010– ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων) πριν φτάσω εγώ στη Θεσσαλονίκη. Άρχισα να συμμετέχω από το τρίτο τεύχος. Ήμαστε πρωτοπόροι. Από τότε μιλάγαμε για σύνθετη ονομασία στο πρόβλημα της FYROM, συζητάγαμε για την Ιερουσαλήμ ως κοινή πρωτεύουσα Παλαιστινίων και Ισραηλινών, γράψαμε για τη μη βίαιη αντίσταση των Τσεχοσλοβάκων της Άνοιξης της Πράγας απέναντι στα ρωσικά τανκ του 1968, κάναμε εκτεταμένες αναφορές στους αντιρρησίες συνείδησης και στη μη βίαιη κοινωνική άμυνα των πολιτών αναδεικνύοντάς τη ως μια μέθοδο κοινωνικής αλλαγής, συζητάγαμε συχνά για το θέμα των μειονοτήτων (από την τουρκομουσουλμανική και τη σλαβομακεδονική μέχρι τους ομοφυλόφιλους και τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες) και γενικότερα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, προσπαθώντας να τα συνδέουμε με τη βία και τη μη βία, ενώ πολλές φορές αναφερθήκαμε στα ελληνοτουρκικά, συνδέοντάς τα με τον εθνικισμό και τον ρατσισμό. Τέλος, γράψαμε εκτενώς για το πράσινο κίνημα και την πολιτική οικολογία, συσχετίζοντάς τα με τον πόλεμο ενάντια στη Φύση.

 

15. Το χτύπημα των Δίδυμων Πύργων (2001). Ομολογώ πως στην αρχή αναδεύτηκε μέσα μου και κάποιου είδους αρρωστημένη και μοχθηρή χαρά, που όμως εξαιρετικά γρήγορα την ξεφορτώθηκα και την παρέδωσα στον μακαρίτη πλέον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Ήμουν πλέον σίγουρος. Αυτό το αυτοκτονικό κράμα μίσους, απόγνωσης και μαζοχισμού δεν είχε τίποτε το θετικό να προσφέρει στην ανθρωπότητα. Η υστερία που επακολούθησε απελευθέρωσε όλων των ειδών τους φασιστικούς ασκούς του Αιόλου από το οπλοστάσιο της υπερδύναμης (Γκουαντανάμο, Patriot Act, πόλεμος στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν κ.λπ.), ενώ ταυτόχρονα αυτή η εντυπωσιακή επίθεση δεν παρήγαγε κανένα πρότυπο στους καθημερινούς μαχητές του αραβικού κόσμου, παρά μόνο ενδυνάμωσε αυτό του «μάρτυρα», του οποίου μόνο αίτημα είναι περισσότερα εκρηκτικά για να τα ζωστεί και να τα εκτονώσει στα λεωφορεία του Τελ Αβίβ ή στις γειτονιές της Βαγδάτης και του Ισλαμαμπάντ. Η διαπίστωση του Τσόμσκι είναι εδώ παραπάνω από εύστοχη: Δεν έχει σημασία πόση βία μπορούμε να ασκήσουμε εμείς. Το κράτος έχει τη δυνατότητα και τελικά θα εφαρμόσει μεγαλύτερης έντασης βία. Τη λατρεύει και έχει το μονοπώλιό της[6]. Πιθανώς αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους μη βίαιες μορφές πάλης ίσως να είχαν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην πάλη των Παλαιστινίων ενάντια στη στρατιωτική μηχανή του Ισραήλ[7].

 

16. Οι πόλεμοι της τελευταίας δεκαετίας. Για τους δύο πολέμους του Κόλπου (1991 και 2003), τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας (1999) και τον πόλεμο στο Αφγανιστάν γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά. Είναι μια εξαιρετικά άβολη κατάσταση να προσπαθείς να μιλήσεις για τις άδικες πράξεις που έχουν διαπράξει οι «μικροί» (Σαντάμ, Μιλόσεβιτς, Ταλιμπάν), χωρίς να δίνεις το δίκιο στους «μεγάλους» (ΗΠΑ). Η οργή και ο φόβος για το μέλλον, μαζί με αισθήματα βαθιάς αδυναμίας, με διακατείχαν το 1991 – συνεχίστηκαν μάλιστα μέχρι σήμερα, ίσως πιο καταλαγιασμένα μέσα μου, επειδή έβλεπα πως, όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο τα προσχήματα για τους πολέμους αυτούς αδυνάτιζαν. Από την εισβολή στο Κουβέιτ, πήγαμε στα δικαιώματα των Κοσοβάρων και φτάσαμε στα πυρηνικά του Σαντάμ – που αποδείχτηκαν καθαρό ψέμα, αφού το «ψητό» ήταν οι πετρελαϊκοί πόροι της περιοχής, που θα ’πρεπε να ξαναμοιραστούν για να εισπράξει μεγαλύτερο μερίδιο η υπερδύναμη της εποχής. Επίσης, η παγκόσμια αντίδραση γινόταν όλο και πιο έντονη, αφού το 2003 οι διαδηλωτές ενάντια στον πόλεμο έφταναν πια στην Ευρώπη τα επταψήφια νούμερα, ενώ σήμερα ομολογείται επισήμως πως ο πόλεμος στο Αφγανιστάν δεν μπορεί να κερδηθεί. Τέλος, διαπιστώνω (φαντάζομαι μαζί με μένα και πολλά εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι) πως όπου «τελείωνε» ο πόλεμος δεν εμφανιζόταν η ειρήνη. Κάθε άλλο. Πολιτική αποσταθεροποίηση, αποσχιστικές τάσεις, εμφύλιοι πόλεμοι, πείνα, μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πρωτοφανής ρύπανση του περιβάλλοντος (ενώ ακόμη συζητιέται το «σύνδρομο του Κόλπου» που ταλαιπωρεί ακόμη πολλές χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες που συμμετείχαν), ενίσχυση των στρατοκρατικών και εθνικιστικών ιδεολογιών, ενίσχυση του ισλαμικού φονταμενταλισμού και γενικότερη ηθική κατάπτωση. Ο μόνος που νικάει στον πόλεμο είναι πάντα ο θάνατος[8].

 

17. Κάθε πολιτική βία είναι φασιστική; Καταρχάς οφείλω να ξεκαθαρίσω πως αναφέρομαι στη φυσική βία (δολοφονίες, βασανιστήρια, αιχμαλωσία, ξυλοφόρτωμα, πετροβολισμό κ.λπ.). Η ψυχολογική βία, η βία της τηλεόρασης ή της διαφήμισης κ.λπ. εκφεύγουν της δυνατότητάς μου να τα πραγματευτώ εδώ, και στη συνέχεια δεν θα αναφερθώ σ’ αυτά.

Στη συνέχεια, προσπαθώντας να απαντήσω στο προηγούμενο ερώτημα, έχω να παρατηρήσω τα εξής: Αν υποθέσουμε πως ο φασισμός είναι ένα πολιτικό μόρφωμα που εμφανίστηκε κάποια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, πολιτικές συμπεριφορές, τρόπους άσκησης της εξουσίας κ.λπ., τότε ο τίτλος δεν μπορεί να συμπεριλάβει π.χ. μορφές πολιτικής βίας που προϋπήρξαν των φασιστικών καθεστώτων. Πώς θα χαρακτηρίσουμε π.χ. την τρομοκρατία που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση; Μπορούμε να την ονοματίσουμε «φασιστική»; Αν και ο φασισμός είναι η κατεξοχήν πολιτική δύναμη που συνδέεται με τη βία, τη χρησιμοποίησε για να ανέβει στην εξουσία αλλά και για να ξεκαθαρίσει λογαριασμούς μέσα στους κόλπους του –και στην ακραία του συνέπεια χαρακτηρίζεται από έναν επιθετικό ρατσισμό ενάντια σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, αλλά και μιλιταρισμό που φτάνει να δοξάζει τον πόλεμο θεωρώντας πως επαναζωτικοποιεί το εθνικό και ατομικό πνεύμα–, οι πολιτικοί επιστήμονες θα είχαν αντιρρήσεις για μια τέτοια ισοπεδωτική προσέγγιση που θα εγκλώβιζε μέσα στον ίδιο όρο πολλές και ποικίλες βίαιες πολιτικές συμπεριφορές άλλης τάξης.

Ας υποθέσουμε όμως πως ο φασισμός δεν είναι απλώς ένα πολιτικό καθεστώς που υπάρχει διότι συγκεκριμένο στρώμα του πολιτικού προσωπικού μιας χώρας προσχωρεί στη φασιστική ιδεολογία και ιδρύει φασιστικά κόμματα και κρατικά μορφώματα, αλλά και διότι έχει προηγηθεί η υπακοή πολλών εκατομμυρίων απλών ανθρώπων στις –νόμιμες ή παράνομες, ηθικές ή ανήθικες– εντολές των εκάστοτε ανωτέρων ή ισχυροτέρων τους, είτε από φόβο είτε από συμφέρον.

Με την έννοια αυτή, το φασιστικής ποιότητας κοινωνικοψυχολογικό υπόστρωμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπάρχει πάντα και κατά περίπτωση εκδηλώνεται είτε πριν είτε μετά την ιστορική εποχή που εμφανίζεται ο φασισμός ως πολιτική έκφραση, περίπου με τον ίδιο τρόπο που λέμε σήμερα πως κάποιες όψεις της ζωής των Ινδιάνων της Αμερικής ήταν «οικολογικές», χωρίς να υπάρχει τότε ούτε επιστημονική ούτε πολιτική οικολογία.

Η φασιστική ατμόσφαιρα έχει διαχρονικά χαρακτηριστικά τέτοια, που την κάνουν διακριτή σε καθημερινές συμπεριφορές που μπορούν να εκδηλωθούν ακόμη και σε δημοκρατικά καθεστώτα. Και δεν μιλάμε βέβαια για τις συμπεριφορές εκείνες που μπορεί να εντάσσονται στην πολιτική σφαίρα – δες π.χ. τις πολλές δεκάδες χιλιάδες «στρατευμένους» στις διάφορες φασιστικές ομάδες, οι οποίοι π.χ. έφτασαν να καίνε ξενώνες μεταναστών στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του 2000 και να προπαγανδίζουν ανοιχτά τον γενοκτονικό αντισημιτισμό σε βιβλία όπως αυτό του Κ. Πλεύρη στην Ελλάδα του 2010[9]. Εννοούμε τα υπόγεια εκείνα συναισθηματικά και διανοητικά ρεύματα που, όπως γράφει ο Αντόρνο και οι συνεργάτες του στο βιβλίο «Η αυταρχική προσωπικότητα», παράγουν  αυταρχικές χαρακτηροδομές ιδιαίτερα επιρρεπείς στο να ενστερνιστούν την αντιδημοκρατική προπαγάνδα μέσα σε άτομα που δυνητικά θα ήταν φασίστες. Οι ίδιοι συγγραφείς[10] αναρωτιούνται για το πώς έγινε ώστε μέσα σε μια κουλτούρα νόμου, τάξης και ορθολογισμού να έχουν επιβιώσει ανορθολογικά απομεινάρια αρχαίου φυλετικού και θρησκευτικού μίσους και αν τυχόν υπάρχουν «καρκινικοί» (φασιστικοί δηλαδή) ιστοί στη σημερινή κοινωνία. Επίσης ο Ράιχ[11], έχοντας ενδιατρίψει στην ψυχανάλυση, θεωρούσε και αυτός πως υπάρχουν τέτοιου είδους τάσεις –που θα μπορούσαν να ανιχνευθούν ακόμα και μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς– οι οποίες είναι αυτές που παράγουν φασιστικές συμπεριφορές. Πώς αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε π.χ. την περίπτωση βασανισμού αλλοδαπών (ή και ημεδαπών) από αστυνομικούς ή κακοποίησης γυναικών ή παιδιών στο πλαίσιο της οικογένειας; Πώς δεν μας κάνει εντύπωση η οιδιπόδεια σύμπλεξη με τον πατέρα, που συνοδεύει τις μεσσιανικές προτροπές προς τους εκάστοτε αρχηγούς κομμάτων «να σώσουν τη χώρα»[12]; Πώς μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε την αντιομοφυλοφυλική υστερία ή τα μυστικιστικά αναμασήματα ενάντια στους Εβραίους; Και, τέλος, πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε την τεράστια αποδοχή πολλών τέτοιων στερεότυπων από πολυπληθείς κοινωνικές ομάδες ή τα θετικά συναισθήματα που τρέφουν πολλές φορές τα θύματα προς τους θύτες τους[13];

 

18. Ενάντια στη βία. Εν πάση περιπτώσει, οποιεσδήποτε από τις δύο παραπάνω απόψεις και να υιοθετεί κάποιος/α, η βία είναι μια εξαιρετικά σημαντική πολιτική έκφραση για να προσπαθήσω να την εντάξω σε μια από αυτές. Θα μου αρκούσε να δηλώσω πως η απειλή άσκησης βίας και η άσκηση βίας είναι το κατεξοχήν εργαλείο που αποικιοποιεί τα άδυτα της προσωπικότητας του καθημερινού ανθρώπου με φόβο εν όψει της πιθανής εμπειρίας του πόνου που πρόκειται να επακολουθήσει[14]. Αυτή η αποικιοποίηση είναι ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα της υπακοής, προετοιμάζοντας τον άνθρωπο να είναι επιρρεπής σε κάθε τύπου άκριτη προσχώρηση σε πολιτικές ή άλλες ιδέες.

 

19. Η εικόνα του εχθρού. Πιθανώς μια μορφή τέτοιας άκριτης διαδικασίας είναι η οικοδόμηση στερεοτύπων, και μάλιστα αρνητικών, για τους εκάστοτε εχθρούς: επειδή δεν είναι καθόλου εύκολο να αρχίσει να ασκείται βία «από το τίποτα», πρέπει να προηγηθεί μια συστηματική κατασκευή της εικόνας του Άλλου/Εχθρού –που συνήθως είναι μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα, φιλοτεχνημένη με στοιχεία στιγματισμού, συκοφαντίας ή αποανθρωποποίησης– ώστε να δικαιολογηθεί προκαταβολικά η βία που θα του ασκηθεί. Αφού λοιπόν οι Αμερικάνοι (συλλήβδην και αθρόως) είναι φονιάδες των λαών, αφού οι Τούρκοι είναι Μογγόλοι (άρα υπάνθρωποι;), αφού οι «νέοι» στο στρατό είναι «ποντίκια», αφού οι μπάτσοι είναι γουρούνια και δολοφόνοι, οι Τσιγγάνοι είναι κλέφτες, οι Αλβανοί είναι κακοποιοί, τότε φαίνεται να διευκολύνεται και να δικαιώνεται η οποιαδήποτε βία ασκηθεί εναντίον τους, αφού η ανθρώπινη ιδιότητά τους έχει υποβαθμιστεί στο επίπεδο του υπανθρώπου, του ζώου, του τέρατος.

 

20. Κοινωνική αλλαγή ή εκδίκηση; Ιδιαίτερα οφείλουμε να αντιπαρατεθούμε στην ιδιαίτερα διαδεδομένη άποψη πως οι κοινωνικές αλλαγές δεν επιτυγχάνονται με άλλον τρόπο πλην του βίαιου, παράγοντας επιχειρήματα που να κατευθύνονται, αν όχι προς την κατεύθυνση της κατάδειξης της υπεροχής της πειθούς, που μέσα από ορθολογικού τύπου συναινέσεις θα ξεπεράσουν τις διαφωνίες και τις συγκρούσεις εγκαθιδρύοντας δικαιότερα κοινωνικά μορφώματα[15], πάντως προς την καταστροφή της άποψης πως για να νικηθεί μια άδικη κατάσταση οφείλουμε να εφαρμόσουμε «σώνει και καλά» βία κάποιου είδους.

Συζητώντας τη σκοποθεσία των κοινωνικών αγώνων, χρήσιμο είναι να θυμίσουμε την ερώτηση του Γκάντι: Θέλετε να εκδικηθείτε ή θέλετε να αλλάξετε τον κόσμο; Έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως η εκτόνωση της οργής μέσα από την εκδίκηση είναι δρόμος που δεν ακυρώνει τις άδικες, καταπιεστικές και εκμεταλλευτικές δομές, αλλά απλώς αντικαθιστά τους ανθρώπους που στελεχώνουν τις δομές αυτές. Ίσως ακόμη πιο κομβικός είναι ο προβληματισμός που θυμίζει ο Τσόμσκι, αναρωτώμενος αν θέλει κάποιος/α να τάχει καλά με τον εαυτό του/της ή να βοηθήσει κάποιους καταπιεσμένους. Υπενθυμίζει πως κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, οι Βιετναμέζοι θεωρούσαν πως οι σιωπηλές διαδηλώσεις των μητέρων προς τους τάφους των αμερικανών στρατιωτών[16] βοηθούσαν τον αντιπολεμικό αγώνα, ενώ οι αμερικανοί Weathermen, συμμετέχοντας σε διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο και καταλήγοντας να σπάζουν βιτρίνες, ενίσχυαν τους υποστηρικτές του πολέμου.

Σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του ένοπλου αγώνα, ας σημειωθεί επίσης ότι η ελπίδα των εκάστοτε ένοπλων πως η δική τους τακτική θα εμπνεύσει τον γενικό πληθυσμό που θα εφαρμόσει τη βία ενάντια στις άδικες δομές δεν επαληθεύεται, ενώ οι άνθρωποι-σύμβολα/κλειδιά του καταπιεστικού καθεστώτος που δολοφονούνται από τους βίαιους μαχητές γρήγορα αντικαθίστανται από τη στρατιά των «πρόθυμων» αναπληρωτών τους. Αυτή η διάψευση πιθανώς καθιστά τη βία άχρηστη, ειδικά στις αναπτυγμένες αστικές κοινωνίες, περιθωριοποιώντας μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις τους αντάρτες των πόλεων.

 

21. Βία και δημοκρατία. Η βίαιη πάλη είναι επίσης αντιδημοκρατική, διότι οι συνθήκες μυστικότητας κάτω από τις οποίες λειτουργούν οι βίαιες ομάδες αποκλείουν τη συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων όχι μόνο της πλειοψηφίας του πληθυσμού, αλλά και αυτών των ίδιων των μελών τους, που εκ των πραγμάτων αποκλείεται, διαπαιδαγωγούμενος μάλιστα πως μια φωτισμένη μειοψηφία (παρεμπιπτόντως αποτελούμενη από αυταρχικές προσωπικότητες[17]) θα λύσει τελικά το όποιο πρόβλημα ερήμην της και πως αυτός είναι τελικά ο «σωστός» τρόπος με τον οποίο λύνονται οι κοινωνικές συγκρούσεις. Δεν είναι τυχαίο που από το σύνολο των ένοπλων αντιαποικιακών αντάρτικων δεν ξεπήδησε ούτε ένα δημοκρατικό καθεστώς.

 

22. Δύναμη και βία: δύο πράγματα ανόμοια. Δύο έννοιες που συγχέονται συχνά είναι η δύναμη και η βία[18]. Αν δεχτούμε πως η πρώτη εδράζεται στα κοινωνικά σύνολα που ειρηνικά και με διαβούλευση δημοκρατικού τύπου αποφασίζουν συντεταγμένα να πράξουν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, ενώ η δεύτερη εκπηγάζει από τις φωνές που εμποδίζουν το διάλογο, από τα γκαζάκια ή τις κάνες των όπλων, τότε είναι φανερό πως η βία ασκείται διότι οι «επιταχυντές της Ιστορίας» δεν μπορούν να πείσουν την πλειοψηφία για τις απόψεις τους. Με την έννοια αυτή, η δολοφονία του Μόρο π.χ. ήταν μια εξαιρετικά αντιδημοκρατική παρέμβαση στην Ιστορία, που όχι μόνο δεν εκπροσωπούσε καμιά πολιτική δύναμη (αν υπήρχε τέτοια δύναμη, θα είχε προ πολλού και με δημοκρατικό τρόπο ακυρώσει τον ιστορικό συμβιβασμό του οποίου ο δολοφονημένος ήταν από τους αρχιτέκτονες), αλλά όντας μια εκδήλωση απόγνωσης και απογοήτευσης κατέστρεψε τις δυνατότητες δημοκρατικής ανάπτυξης της ιταλικής κοινωνίας, χρησιμοποιούμενη ως άλλοθι για τη σκλήρυνση της καταστολής από μέρους του κράτους. Ναι, η βία μπορεί να καταστρέψει την πολιτική δύναμη.

 

23. Η βία διαχέεται ανεξέλεγκτα. Η βία έχει το χαρακτηριστικό να υπερχειλίζει από τον τόπο, το χρόνο και την κοινωνική ομάδα-στόχο προς άλλους χωροχρόνους και ομάδες. Έτσι, μαζί με τους κουλάκους έγιναν αντικείμενο κακομεταχείρισης εκατομμύρια άλλοι χωρικοί της Ρωσίας επί Στάλιν, μαζί με τους φασίστες κακοποιήθηκαν και σκοτώθηκαν χιλιάδες απλοί άνθρωποι, ακόμα και απλοί παπάδες που είχαν την ατυχία να θεωρηθούν εχθροί της επανάστασης από τους Ισπανούς αναρχικούς μαχητές κατά τη διάρκεια του εκεί εμφυλίου, ενώ δεκάδες χιλιάδες συντοπίτες μας, άσχετα με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, υπέστησαν μύρια δεινά είτε από τον Δημοκρατικό Στρατό είτε από τον Εθνικό Στρατό κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφύλιου. Ο ισχυρισμός πως οι παράπλευρες απώλειες αυτές είναι αναγκαίες, μοιραίες, δικαιολογήσιμες, αναμενόμενες κ.λπ. στο όνομα είτε της επανάστασης είτε του έθνους είναι εξοργιστικά αντιανθρώπινος και έχει αποδειχθεί ψέμα! Σε όλες τις περιπτώσεις, η βία ασκήθηκε για να εμπνεύσει τον τρόμο στους αντιπάλους και, κατά συνέπεια, να τους αναγκάσει να υπακούσουν στο μοντέλο κοινωνικών συμπεριφορών το οποίο κανοναρχούσαν οι εκάστοτε ισχυροί.

Τέλος, τα βίαια γκρουπούσκουλα –πολύ συχνά λόγω ευκολίας πρόσβασης και έλλειψης μέσων– καταφεύγουν στη δολοφονία απλών υπαλλήλων της εξουσιαστικής και εκμεταλλευτικής κρατικής μεγαμηχανής, μην μπορώντας εκ των υστέρων να δικαιολογήσουν πειστικά γιατί επιλέχτηκε αυτός ή ο άλλος στόχος. Γιατί π.χ. ο ιδιαίτερος του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και όχι του Δικαιοσύνης; Γιατί ο τυχαίος αστυνομικός αυτού του αστυνομικού τμήματος και όχι του άλλου; Γιατί οι αποσπασμένοι βοηθοί του τάδε ευρωβουλευτή και όχι του δείνα; Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά που έβαλε στο στόχαστρο τον Γκιόλια και όχι έναν άλλο blogger; Αυτή η όλο και λιγότερο πειστική ως προς τους «επαναστατικούς» σκοπούς της ποσότητα βίας που διαχέεται σε όλο και μεγαλύτερους ομόκεντρους κύκλους από τους ανθρώπους-σύμβολα ώς τους ανώνυμους αστυνομικούς φρουρούς δείχνει προς ένα εφιαλτικό μέλλον, όπου στην κυριολεξία δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι (για την Ελλάδα π.χ.) θα μπορούσαν να είναι στόχος. Αν σκεφτούμε και τα πιθανά «λάθη» (μαζί με την τράπεζα του Βγενόπουλου κάηκαν και οι τρεις υπάλληλοι που είχαν την ατυχία να βρίσκονται μέσα), το μέλλον μοιάζει με εφιάλτη: η λαγνεία της βίας ωθεί τις μικρές ένοπλες ομάδες να συμπυκνώνουν και να υποκαθιστούν βουλευτική, δικαστική και εκτελεστική εξουσία στους κόλπους τους, αποφαινόμενες με γκαζάκια, ρεβόλβερ, όλμους για το κατά πόσο αξίζει να ζει κάποιος. Χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Αυτοκλήτως και αυθαιρέτως. Επειδή αυτές και μόνον έχουν το προνόμιο να συνομιλούν με την Ιστορία.

 

24. Οι φωνές των αδυνάτων σιγούν… Ας θυμίσουμε πως κατά τη βίαιη περίοδο οι εμπόλεμες κοινωνίες γίνονται περισσότερο μονολιθικές από συνήθως και οι φωνές των ασθενέστερων ομάδων (που σε ειρηνικές περιόδους έχουν περισσότερη δύναμη) σιγούν ή αποσύρονται: Κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών της Σερβίας το 1999, η βία των αμερικανικών αεροπλάνων πολτοποίησε τη φωνή των διαφωνούντων με τον Μιλόσεβιτς, οι «γυναίκες με τα μαύρα» εσίγησαν μαζί με τη σερβική εκκλησία, ενώ σχεδόν ένα εκατομμύριο πρόσφυγες Κοσοβάροι/ες έφυγαν λόγω της εθνοκάθαρσης που προωθούσαν στρατός και παραστρατιωτικοί του Μιλόσεβιτς με άλλοθι την επιθετικότητα της Ατλαντικής Συμμαχίας. Κατά τη δεύτερη (και βίαιη, 2000-) Ιντιφάντα, φαίνεται πως η –κερδισμένη κατά τη διάρκεια της πρώτης (μη βίαιης, 1987-1993)– υποστήριξη των μεσαίων στρωμάτων της ισραηλινής κοινωνίας προς τον παλαιστινιακό αγώνα χάθηκε, περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας (βιασμοί, αιμομιξίες, εγκλήματα τιμής) στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη θάβονται προς χάριν του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ενώ το κάθε άλλο παρά ασήμαντο ειρηνιστικό κίνημα του Ισραήλ «ζάρωσε»[19].

 

25. Τελευταίο, αλλά πολύ σημαντικό: η ηθική κατάπτωση που συνοδεύει τη βία. Τέλος, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η εξαιρετικά σημαντική ηθική κατάπτωση που συνοδεύει τις βίαιες περιόδους. Οι ηθικές αξίες που πολύ ευκολότερα ακολουθούνται κατά τη διάρκεια ειρηνικών περιόδων μετατρέπονται πια σε μια πολυτέλεια. Οι απροκάλυπτα φιλονατοϊκές δηλώσεις των Κοσοβάρων (το 1999), που εύχονταν την καταστροφή της Σερβίας, αποτελούν ζωντανή απόδειξη της ηθικής κατάπτωσης που συνοδεύει τη βία: οι ίδιοι άνθρωποι πριν μερικούς μήνες είχαν κατορθώσει να φτάσουν σε υψηλότατα επίπεδα κοινωνικής αυτοοργάνωσης, είχαν εκπαιδευτεί στην αυτοσυγκράτηση μέσα από αξιοζήλευτη πειθαρχία, είχαν καταφέρει να επιβεβαιώνουν καθημερινά την ταυτότητά τους χρησιμοποιώντας μη βίαια εργαλεία αντίστασης και έφτασαν να κερδίσουν τη συμπαράσταση ακόμη και κάποιων ομάδων του σερβικού λαού (ανεξάρτητοι ραδιοσταθμοί, σερβική εκκλησία και αντιπολίτευση)[20]. Η (ναζιστική) αρχή της συλλογικής ευθύνης (φονιάδες των λαών, Αμερικάνοι!), που συνήθως εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια εχθροπραξιών, καταπίνει κάθε είδους ανθρωπιστικές αξίες, ενώ η απλή εφαρμογή βίαιων μεθόδων πάλης οδηγεί αναγκαστικά σε άμβλυνση των ηθικών αξιών, οπότε οι παράπλευρες απώλειες π.χ. στα ισραηλινά λεωφορεία, στις αγγλικές μπιραρίες, στα αθηναϊκά αστυνομικά τμήματα (ή και τράπεζες) ή στο παζάρι της Βαγδάτης γίνονται συνειδητό και αναπόσπαστο μέρος της πάλης, οι ληστείες τραπεζών και οι εκβιασμοί επιχειρηματιών αναγκαίο μέτρο οικονομικής στήριξης του ένοπλου αγώνα, η εξόντωση των διαφωνούντων λογίζεται ως απαραίτητη πράξη για την ενδυνάμωση του κινήματος, τα βασανιστήρια γίνονται αποδεκτά ως μέθοδος άντλησης πληροφοριών κ.λπ. Η κεντρική επιδίωξη κάθε βίαιου κινήματος είναι να εμπνεύσει την απειλή του θανάτου για να αλλάξει τη ζωή[21]. Τι είδους αξίες θα μπορούσαν, άραγε, να επιβιώσουν μέσα από μια τέτοια στοχοθεσία;

 

26. Υπόθεση: κάθε είδους πολιτική βία μπορεί να αντιμετωπιστεί με μη βίαιη αναμέτρηση. Σε κάθε περίπτωση, οργανισμοί και άνθρωποι που καταφεύγουν στη βία δικαιολογούνται πως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, διότι όφειλαν να αντιμετωπίσουν μια βίαιη απειλή οι ίδιοι. Ήταν αναγκαίο κακό. Φαίνεται σαν φυσιολογικό και αυτονόητο ότι η βία αντιμετωπίζεται με βία[22]. Για να απελευθερωθούμε από το ιδεολόγημα αυτό, χρειάζεται να επεξεργαστούμε την παραπάνω υπόθεση. Πιθανότατα χρειάζονται περισσότερη μελέτη οι διάφορες εμπειρίες της μη βίαιης δράσης, όπως εκφράστηκαν από τα εκατομμύρια ανθρώπων που ανέτρεψαν το Σάχη της Περσίας, ακινητοποιώντας τον τέταρτο ισχυρότερο στρατό του κόσμου (1978)· που αντιτάχθηκαν στη δικτατορία του κομμουνιστικού κόμματος της Πολωνίας, ιδρύοντας «χωρίς να ανοίξει μύτη» το πρώτο ανεξάρτητο συνδικάτο (Αλληλεγγύη) της Πολωνίας αλλά και της ανατολικής Ευρώπης (1980)· που ανάγκασαν τον Μιλόσεβιτς να παραδώσει τους δήμους όπου η μη αρεστή του γιουγκοσλαβική-τότε-αντιπολίτευση είχε κερδίσει τις εκλογές (1997)· που προσπάθησαν και διατήρησαν την κοινωνική συνοχή μέσα από τη δημιουργία παράλληλων ανεπίσημων δομών εκπαίδευσης, υγείας και φορολογικού συστήματος στο κράτος του Κοσόβου, παρά το μαζικό πογκρόμ απολύσεων και διάλυσης του αλβανικού κοινωνικού ιστού που εξαπέλυσε ο σερβικός εθνικισμός του Μιλόσεβιτς (1989-1999)· που κέρδισαν τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα στον αμερικάνικο Νότο ενάντια στον θεσμικό ρατσισμό της εποχής στη δεκαετία του ’60· που ανέτρεψαν τον δικτάτορα Μάρκος στις Φιλιππίνες (1986)· που ανέτρεψαν τα περισσότερα από τα καθεστώτα του «υπαρκτού» σοσιαλισμού με βελούδινες επαναστάσεις (1989)· και που αμφισβήτησε τη βρετανική κυριαρχία, κατορθώνοντας να απελευθερώσει την ινδική υποήπειρο μέσω μιας εκστρατείας μη συνεργασίας και πολιτικής ανυπακοής πρωτοφανούς έκτασης και διάρκειας[23]. Οι θεωρητικές συνεισφορές του Τολστόι, του Θορώ, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Γκάντι είναι παραπάνω από σημαντικές, ανοίγοντας καινούργιες εναλλακτικές δυνατότητες για την επίλυση συγκρούσεων ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες με άλλο τρόπο, εκτός του κλασσικού «βία ενάντια στη βία». Ειδικά ο τελευταίος ενδέχεται να είναι ο κορυφαίος των πολιτικών του 20ού αιώνα, λαμβάνοντας υπόψιν το βεληνεκές του κατορθώματός του και τις δυσκολίες για την υλοποίησή του. Θεμελιώνοντας τη μέθοδο της πολιτικής ανυπακοής και μη συνεργασίας για να ενδυναμώσει τον ινδικό λαό της εποχής και να του τονώσει την αυτοεικόνα, κατόρθωσε να αποδείξει τη δυνατότητα ενός δρόμου ριζοσπαστικά διαφορετικού από την πεπατημένη των άλλων ένοπλων αντιαποικιακών αγώνων, στο πλαίσιο των οποίων είχε εδραιωθεί η πεποίθηση ότι δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση από τη γλώσσα των όπλων. Κατά συνέπεια, το να τον αντιμετωπίζουμε ως κάποιον που προσέλκυσε το ενδιαφέρον υστερικών (κυρίως γυναικών! sic) που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον εαυτό τους[24] ή ως κάποιον που χρησιμοποίησε ως εργαλείο τη βιοπολιτική πειθάρχηση του ινδικού λαού (ως άτομα και ως σύνολο) με σκοπό την αποτροπή της βίαιης εξέγερσης ενάντια στην ινδική αστική ελίτ, υπονοώντας πως αυτή η τελευταία εξέλιξη θα ’ταν εγγενώς κάτι θετικό[25], είναι από αφελές έως μικρόκαρδο. Πόσο πειστικά μπορούν να είναι όμως τέτοια επιχειρήματα; Και γιατί άραγε δεν είναι πειστικότερα τα επιχειρήματα που συνδέουν την ένοπλη πάλη στην Αλγερία, στη Συρία και το Ιράκ ή στη Ζιμπάμπουε και την Κίνα με τις εκατόμβες θυμάτων του αντιαποικιακού αγώνα με τις μετέπειτα βίαιες ενδοκαθεστωτικές εκκαθαρίσεις λογαριασμών και με τις παραβιάσεις πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά συρροή;[26]

 

27. Επίλογος. Προσπάθησα, με εποπτικό μέσο τον εαυτό μου και τις εμπειρίες μου, να πλοηγήσω τον/την αναγνώστη/στρια μέσα από τις αναμνήσεις μου σε ένα ταξίδι με σταθμούς προσωπικής αξίας και νοήματος και να μοιραστώ μαζί του/της σημαίνοντα και σημαινόμενα. Αναφέρθηκα στις συγκυρίες κάτω από τις οποίες έτυχε εγώ να σχετιστώ κατά τους συγκεκριμένους χρόνους με τις συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που αναφέρω.

Έχω συνείδηση του βιωματικού χαρακτήρα του παραπάνω κειμένου, και γι’ αυτό χωρίς πολλές αντιρρήσεις δέχομαι πως απηχεί ένα κομμάτι μόνο της συνολικής αλήθειας και όχι την αντικειμενική, τελεσίδικη, οριστική και σίγουρη αλήθεια. Αλλά έχω παράλληλα και την αίσθηση πως μπορεί να διαφωνεί κάποιος/α με την παραπάνω «διήγηση», μπορεί να αμφισβητήσει επιχειρήματα, να διαπιστώσει ελλείψεις ή προβληματικές παραδοχές, αλλά δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η πολιτική βία (συμπεριλαμβανομένης της «επαναστατικής») όχι μόνο αποανθρωποποιεί θύτες και θύματα, αλλά και, όταν ασκείται, απαρεγκλίτως, νομοτελειακά και αναγκαστικά παράγει περισσότερη βία. Επίσης, οφείλουμε να αναλογιστούμε εξαιρετικά σοβαρά κάτι εξαιρετικά ενοχλητικό, ίσως και απεχθές: Αν δεν αποφασίσουμε οριστικά και αμετάκλητα πως δεν υπάρχει σωστός, ιερός, δίκαιος, επιβεβλημένος, αναπόφευκτος ή αμυντικός πόλεμος, αλλά πως κάθε είδους (και ειδικά η ένοπλη) βία είναι καταδικαστέα, ίσως ο Εντσενσμπέργκερ, ο Κον Μπεντίτ και οι υπόλοιποι ευρωπαίοι διανοούμενοι που τάχτηκαν υπέρ των βομβαρδισμών της Σερβίας το 1999 να έχουν δίκιο. Μέχρι να εφεύρουμε αξιόπιστα εργαλεία ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων, ο πόλεμος λογικά θα εξακολουθεί να είναι η μόνη οδός αποκατάστασης της δικαιοσύνης.

Απέναντι λοιπόν στον εφιάλτη των πολύχρωμων εξουσιών, οι οποίες ασκώντας βία μπορούν να μετατρέψουν τον άνθρωπο σε «φοβισμένη κραυγάζουσα μάζα» από «πονεμένο κρέας» και ταυτόχρονα να θίξουν βαθιά την ψυχή, το πνεύμα και τον κοινωνικό τρόπο ύπαρξής του, στιγματίζοντάς το για την υπόλοιπη ζωή του[27], πιθανότατα το αντίδοτο είναι η ακραιφνής, ατόφια και ανεκτίμητη μη βίαιη θεωρία και πράξη.


[1] Θυμάμαι το διευθυντή του 2ου δημοτικού σχολείου στου Ζωγράφου –Παναγιωτόπουλος, πολύ μελαμψός, αγριωπός και εξαιρετικά βίαιος, κλοτσούσε κιόλας (!)– να σκύβει και να κοιτάει με μάτια που σπινθηροβολούσαν αυστηρότητα, ρωτώντας το περιβόητο «γιατί το έκανες;» και σαν απάντηση στις ασυνάρτητες συνήθως δικαιολογίες ή στη σιωπή, σαν από θαύμα, το χέρι του που ήταν πίσω από την πλάτη του να έρχεται με αστραπιαία ταχύτητα να προσγειωθεί στο μάγουλο του «ενόχου». Τα πλαταγιστά εκείνα χαστούκια αντηχούσαν σε όλη την αυλή λίγο πριν την ώρα της πρωινής προσευχής, έτσι ώστε να τα βλέπουν και να τα ακούν όλοι και όλες προς γνώση και συμμόρφωση.

[2] Κωνσταντίνος Κατσουρός, Η συνειδητή άρνηση στο στρατό και το κράτος, ΑΡΝΟΥΜΑΙ, τ. 3, 1987.

[3] Gene Sharp, The politics of nonviolent action, part one: power and struggle, Porter Sargent Publishers, Boston, 1973.

[4] Επρόκειτο για τους «αρχειομαρξιστές», δηλαδή τροτσκιστές της εποχής που είχαν φτάσει στο συμπέρασμα πως χρειάζεται να γυρίσουμε και να μελετήσουμε τα κλασικά θεωρητικά κείμενα ξανά, για να χαράξουμε ξεκάθαρα και χωρίς λάθη τη μελλοντική πορεία του εργατικού κινήματος. Για το λόγο αυτό οι άνθρωποι αυτοί καταδιώκονταν από το ΚΚΕ της εποχής, που θεωρούσε πως αποπροσανατολίζουν το κίνημα.

[5] Μέχρι τότε οι αρνούμενοι να υπηρετήσουν στρατιωτική θητεία ήταν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, επικαλούμενοι αποκλειστικά θεολογικά επιχειρήματα.

[6] Παρισινοί διάλογοι με τον Τσόμσκι, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 1 Αυγούστου 2010, σελ. 24.

[7] [Οι βίαιες μορφές πάλης] εκτός από το γεγονός ότι χαρακτηρίζονται εν τέλει από βιαιότητα, είναι ότι δεν ανησυχούν τον ισραηλινό στρατό κατοχής. Αλλά φανταστείτε αν οι Παλαιστίνιοι σταματούσαν τον πετροπόλεμο και έβαζαν τις γυναίκες διαδηλώτριες στην πρώτη γραμμή. Τι θα γινόταν αν χίλιες γυναίκες κάθονταν ειρηνικά σε ένα δρόμο για να εμποδίσουν την πρόσβαση σε έναν παράνομο εβραϊκό οικισμό που έχει χτιστεί σε παλαιστινιακό καλλιεργήσιμο έδαφος; Τι θα γινόταν αν οι γυναίκες αποφάσιζαν να εκτεθούν στα δακρυγόνα, να χτυπηθούν και να συλληφθούν, χωρίς να ρίξουν ούτε μια πέτρα; Οι εικόνες αυτές θα προβάλλονταν στις τηλεοράσεις όλου του κόσμου (…) Η Ιλτεζάμ Μοράρ στα δεκαπέντε της χώθηκε στο χώμα μπροστά από μια ισραηλινή μπουλντόζα και κατάφερε να τη σταματήσει. Οι ισραηλινές δυνάμεις ασφάλειας ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν τα βομβαρδιστικά αεροπλάνα, αλλά έμειναν αποσβολωμένες ενώπιον των γυναικών διαδηλωτριών της Παλαιστίνης. Παρόλο που χτυπήθηκαν με πλαστικές σφαίρες, οι γυναίκες επέμειναν. Τελικά το Ισραήλ σταμάτησε. Άλλαξαν θέση στο Τείχος παρακάμπτοντας σχεδόν όλο το χωριό Μπουντρούς. http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=342801&dt=13/07/2010#ixzz0uD8qRPad

[8] Δες π.χ. ένα άρθρο που περιγράφει και αναλύει τις συνέπειες του πρώτου πολέμου στον Κόλπο και σκιαγραφεί προσεκτικά πιθανές εναλλακτικές (μη βίαιες) οδούς για την αποτροπή του: Γιάννης Γκλαρνέτατζης, «Ο πόλεμος του Περσικού τελείωσε, σειρά έχει ο επόμενος», ΑΡΝΟΥΜΑΙ, τ. 4, 1991.

[9] Τον Μάιο του 2006, ο Κ. Πλεύρης έγραψε ένα βιβλίο 1.400 σελίδων με τίτλο «Εβραίοι, όλη η Αλήθεια», που έχει πουλήσει μέχρι σήμερα χιλιάδες αντίτυπα και μπορεί να βρεθεί στα μεγαλύτερα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Σε αυτό το βιβλίο, ο Κ. Πλεύρης καλεί ωμά σε νέα εξόντωση των Εβραίων, απειλεί τους δημοκρατικούς πολίτες με «κρεμάλα», υμνεί τις βαρβαρότητες του Τρίτου Ράιχ και προσπαθεί να «αποδείξει» για ποιους λόγους η Ελλάδα και ολόκληρη η Ευρώπη πρέπει να απαλλαγεί από τους «υπανθρώπους» και «επίβουλους» Εβραίους (ανακοίνωση της αντιναζιστικής πρωτοβουλίας).

[10] T. W.  Adorno, Ε.  Frenkel-Brunswic, D. J.  Levinson, R.  Nevitt Sanford, The Authoritarian Personality, Science Editions, John Wiley and Sons, New York, 1964.

[11] Βίλχελμ Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1974.

[12] Το φθινόπωρο του 1974 έβγαζα τα σωθικά μου κραυγάζοντας «Αντρέα, σώσε την Ελλάδα!». Και μαζί με μένα πολλές δεκάδες χιλιάδες άλλοι/ες…

[13] Σχετικά με τον προηγούμενο προβληματισμό, δες το κινηματογραφικό έργο «Ο θυρωρός της νύχτας» της δεκαετίας του 80, αλλά και το πιο πρόσφατο «Το κύμα».

[14] Η βία τραυματίζει, διαλύει, παραμορφώνει (…) μετατρέπει τον άνθρωπο σε αχρείο πλάσμα (…) ο πόνος είναι το μεγαλύτερο όλων των κακών (…) η βία είναι τόσο αποτελεσματική ως μέσο κυριαρχίας επειδή ο πόνος είναι αναπότρεπτος για το θύμα. Γιατί η βία προκαλεί αντιδράσεις οι οποίες κυριεύουν τον θιγόμενο εκ των έσω: φόβο και πόνο, απελπισία και παθητικότητα (…) θίγει τον άνθρωπο στα πιο βαθιά του σημεία και τον υποτάσσει συνολικά (…) ο παραγόμενος τρόμος συνεχίζει να στοιχειώνει τα θύματα της βίας στο υπόλοιπο της ζωής τους (…) κλονίζει τα βασικά σημεία της ταυτότητάς τους (…) καταστρέφει την αυτοπεποίθησή τους εισχωρώντας στο ασυνείδητό τους, παραμερίζοντας τη χαρά και την απόλαυση (…) φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με τον θάνατο (…) Ακόμα και αν ο άνθρωπος επιβιώσει, δεν θα είναι πια ποτέ ξανά αυτός που ήταν (Wolfgang Sofsky, Πραγματεία περί της βίας, Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνης, Αθήνα, 1998, σελ. 77-97).

[15] Σαντάλ Μουφ, Επί του πολιτικού, Εκκρεμές, Αθήνα, 2010.

[16] «Παρισινοί διάλογοι με τον Τσόμσκι», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 1 Αυγούστου 2010, σελ. 24.

[17] Basil Liddell Hart, «Μαθήματα από τα κινήματα αντίστασης», ΑΡΝΟΥΜΑΙ, τ. 3, Ιούνιος 1987.

[18] Hannah Arendt, Περί βίας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2000.

[19] Ανακοίνωση της Οικολογικής Κίνησης Θεσσαλονίκης, «Η βία δεν παράγει ούτε ειρήνη ούτε ασφάλεια», ΕΝ ΟΙΚΩ, τ. 72, Αύγουστος 2006.

[20]Αλέκος Γεωργόπουλος, «Βία ή μη βία σαν εργαλείο αλλαγής», στο Κ. Ναυρίδης (επιμ.) «Εξουσία Βία Πόνος», τόμος Α΄, Πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συνεδρίου Κλινικής Κοινωνιολογίας και Κλινικής Ψυχοκοινωνιολογίας, Καστανιώτης, Αθήνα, σελ. 105.

[21] Αλέκος Γεωργόπουλος, «Βία: το προπατορικό αμάρτημα», ΕΝ ΟΙΚΩ, τ. 43, Νοέμβριος 2001.

[22] Ας σκεφτούμε π.χ. αν η «αδυναμία» συγκρότησης στρατιωτικού σώματος Ελλήνων που θα πήγαινε να πολεμήσει υπέρ των Ναζί στο ανατολικό μέτωπο ή το ότι δεν έγινε δυνατό να μεταφερθούν Έλληνες σαν εργάτες στη Γερμανία κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, οφείλεται στην επιλογή της ένοπλης πάλης από την ηγεσία της Αντίστασης (Κωνσταντίνος Κατσουρός, «Η συνειδητή άρνηση στο στρατό και το κράτος», ΑΡΝΟΥΜΑΙ, 1987).

[23] Κάποιες φορές, μη βίαιες παρεμβάσεις γίνονται κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη μας στην καθημερινή ζωή, αποδεικνυόμενες εξαιρετικά αποτελεσματικές, όπως π.χ. η πρόσφατη κινητοποίηση επαγγελματιών και ενεργών κατοίκων που κατάφεραν να απαλλάξουν την πλατεία Εξαρχείων από τους διακινητές ναρκωτικών –κάτι που δεν το είχαν καταφέρει τα ΜΑΤ εδώ και 25 χρόνια– (δες Έψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 1-8-2010, σελ. 38-47), αλλά και η μαζική άρνηση εκατοντάδων χιλιάδων ΙΧ-δων να πληρώσουν τα διόδια σε εταιρείες που κατά πάσα πιθανότητα δεν έχουν νόμιμες συμβάσεις (δες Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 25-7-2010, σελ. 49).

[24] Παναγιώτης Κανελλόπουλος Η ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος, ΤΟ ΒΗΜΑ (2010), τόμος 1, σελ. 348.

[25] Θυμίζει Προκρούστη το να λέγεται πως «οι αγροτικές εξεγέρσεις και οι βίαιες διαδηλώσεις στις ινδικές πόλεις ήταν ένας τρόπος οριζόντιας συνεύρεσης και διαπραγμάτευσης ανάμεσα στους καταπιεσμένους», το δυναμικό των οποίων μεταστοιχείωσε ο Γκάντι σε μια ιεραρχική πολιτική πειθαρχία που σκοπό είχε να στρώσει το δρόμο για την εθνικιστική ελίτ (Violence, Μια κριτική του κυρίαρχου λόγου αλήθειας γύρω από την εξεγερτική βία του Δεκέμβρη, Flesh-Machine-Ego Te Provoko φ.δ. Αθήνα, χειμώνας 2010, σελ. 91-97).

[26] Για να είμαι δίκαιος, οφείλω να παραδεχτώ πως η μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο, η ινδική, έχει σημαντικές ατέλειες, με κορυφαία το εξαιρετικά ανθεκτικό σύστημα της κάστας, αλλά και παλαιότερες εκτροπές από τη δημοκρατική νομιμότητα (π.χ. την εποχή της Ίντιρα Γκάντι). Αλλά με καμία κυβέρνηση δεν συγκρίνεται με άλλες τριτοκοσμικές μονοκομματικές οντότητες ηγεμονευόμενες από ιδιόρρυθμους δικτάτορες και/ή διεφθαρμένες ελίτ.

[27] Wolfgang Sofsky, Πραγματεία περί της βίας, Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνης, Αθήνα, 1998.

Αλέκος Γεωργόπουλος (Καλλιθέα Αττικής, 1952). Καθηγητής στο Τμήμα Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του ΑΠΘ, όπου από το 1985 διδάσκει Περιβαλλοντική Εκπαίδευση. Είναι πρόεδρος της Οικολογικής Κίνησης Θεσσαλονίκης και υπήρξε εκδότης του ειρηνιστικού-αντιμιλιταριστικού περιοδικού «Αρνούμαι» (1987-1997). Ενεργό μέλος της παράταξης Οικολογίας-Αλληλεγγύη και των Οικολόγων-Πράσινων, και πολλές φορές υποψήφιος νομαρχιακός σύμβουλος Θεσσαλονίκης. Από το 1997 είναι εκδότης της εφημερίδας «Τα Εν Οίκω, εν Δήμω». Έχει γράψει, ανάμεσα στα άλλα, τα βιβλία Ένας μικρός και εύθραυστος πλανήτης (1996) και Περιβαλλοντική ηθική (2002) και άρθρα για θέματα εθνικισμού, αντιμιλιταρισμού, οικολογίας.

Θανάσης Μακρής – Είναι το σπάσιμο μιας βιτρίνας βία;

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 2:53 μμ

Θανάσης Μακρής

 

 

Είναι το σπάσιμο μιας βιτρίνας βία;

Στο Εργαστήρι Μη Βίας, στην ερώτηση αν είναι βία το σπάσιμο μιας βιτρίνας, διχάζονται οι απόψεις. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν είναι βία, είναι βλακεία. Συχνά σε αυτήν την ερώτηση εκδηλώνεται η «ακραία» μη βίαιη τοποθέτηση μου.

Υποστηρίζω ότι ακόμα και το να ρίξεις έναν κάδο κάτω ή να του βάλεις φωτιά είναι βία.

Ας δούμε γιατί: Όταν εκδηλώνουμε πάνω σε αντικείμενα τη βία μας ακόμα και σε συμβολικό επίπεδο, αυτό γίνεται για μια σειρά από λόγους. Κυρίως επιδιώκουμε να εκφοβίσουμε τον αντίπαλο. Να επιδείξουμε τη δύναμή μας. Να πλήξουμε την «ιδιοκτησία» του αντιπάλου –τον αντίπαλο, στην ουσία– και των «συνοδοιπορούντων», κατά την αυθαίρετη απόφασή μας Τον έχουμε δικάσει, καταδικάσει ερήμην και αποφασίζουμε να τον τιμωρήσουμε. Αρχικά σε «χρηματικό» πρόστιμο και, στη συνέχεια, μπορεί να του επιβάλουμε ακόμα και τη θανατική καταδίκη, επειδή απλώς δεν νιώθουμε να υποστηρίζει θερμά τις ιδέες μας ή ακόμα και τις αυθαιρεσίες μας.

Επιθυμούμε να προκαλέσουμε τον άλλον σε αντιπαράθεση ή να τον ταπεινώσουμε. Αυτό δημιουργεί κλίμα βίας, και ας απευθύνεται σε άψυχα αντικείμενα. Το κλίμα αυτό διαπαιδαγωγεί στη χρήση της βίας και εύκολα κλιμακώνεται σε «πραγματική» αδιαμφισβήτητη βία απέναντι ακόμα και σε ανθρώπους.

Λοιπόν, πόσο μακριά είναι το σπάσιμο μιας βιτρίνας από τη ρίψη μιας εμπρηστικής βόμβας; Πόσο σίγουροι είμαστε κάθε φορά ότι δεν θα πληγώσουμε κάποιον; Ή μήπως είμαστε διατεθειμένοι να το ρισκάρουμε;

Ή ακόμα, σε τελική ανάλυση, δεν μας ενδιαφέρει εάν έχουμε ανθρώπινα θύματα; Έχει σημασία αν οι άνθρωποι που πληγώνονται είναι από τη «δική μας πλευρά» ή από την πλευρά του «αντιπάλου» ή ακόμα και «ουδέτεροι»;

***

Η βία επιχειρεί να επιβάλει το δίκαιο του ισχυρότερου (ή του ευφυέστερου ή ακόμα και του πιο τυχερού στη συμπλοκή) αυτού που θα υπερισχύσει της διαμάχης. Η μη βία επιχειρεί να γίνει κατανοητό το δίκαιο και αυτό να γίνει σεβαστό. Η μη βία δεν αναγνωρίζει εχθρό. Αναγνωρίζει ότι και οι δύο πλευρές έχουν μέρος του δικαίου και ότι και οι δύο πλευρές νιώθουν συχνά το απόλυτο δίκαιο με το μέρος τους. Προσπαθεί να λύσει τις διαφορές χωρίς τη χρήση βίας και ειδικά χωρίς την απειλή χρήσης βίας και δύναμης. Συχνά νομιμοποιείται στη συνείδηση των ανθρώπων η βία ως μέσο άμυνας. Ξεκινώντας από αυτήν την νομιμοποίηση, προσπαθούμε να επεκτείνουμε τα «δικαιώματα» χρήσης βίας ονομάζοντας άμυνα ακόμα και την επίθεση (…άλλωστε η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, θα σας πω).

Οι στρατοί εξοπλίζονται στο όνομα της άμυνας. Οι πολίτες στρατεύονται και «εκπαιδεύονται» στην ιεραρχία, στην υπακοή, στη βία στο όνομα της άμυνας. Οι υπηρεσίες αντικατασκοπίας και πληροφοριών παρακολουθούν και στήνουν «υποθέσεις» στο όνομα της άμυνας. Η αστυνομία σπάει διαδηλώσεις με χημικά και ρόπαλα στο όνομα της άμυνας. Διαδηλωτές σπάνε βιτρίνες, πετάνε μολότοφ στο όνομα της άμυνας. Συχνά η άμυνα προκαλεί την άμυνα της «άλλης» πλευράς, και έτσι κλιμακώνεται η βία ή η δικαιολόγηση της βίας και πέρα από τα όρια της άμυνας.

Ενώ είναι κατανοητή αυτή η ηθική νομιμότητα για χρήση της αναγκαίας για την άμυνα βίας, δεν είναι δεδομένο ότι είναι και η αποτελεσματικότερη. Η χρήση βίας ή η απόπειρα χρήσης της σε άμυνα αυξάνει την αρχική βία του επιτιθεμένου, καθώς αυξάνεται η απειλή που νιώθει και κλιμακώνει τη βία. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί η βία ή η απόπειρα ή η απειλή χρήσης της να αποτρέψει επίθεση ή να αντιμετωπίσει μια επίθεση, όμως αυτό δεν την κάνει δεδομένα αποτελεσματική ή αποτελεσματικότερη από τη μη βίαιη αντιμετώπιση.

***

Θα τελειώσω αυτό το σύντομο σημείωμα με δύο προσωπικά βιώματα που ενδυνάμωσαν την πεποίθησή μου για τη μη βία.

Ως φοιτητής στην Αθήνα, για κάποιο διάστημα έμενα στα Εξάρχεια στη Χαριλάου Τρικούπη, πάνω από την Καλλιδρομίου. Κάποιο βράδυ ενώ ήμουν στην πλατεία Εξαρχείων έγινε κάποιο επεισόδιο, με αποτέλεσμα να εκκενώσουν την πλατεία τα ΜΑΤ. Βγήκα στη Χαριλάου Τρικούπη, για να πάω προς το σπίτι μου. Υπήρχε μεγάλη αναστάτωση. Ο κόσμος έτρεχε προς κάθε κατεύθυνση, κυρίως με κέντρο ένα σημείο κάπου μπροστά μου, που με πλησίαζε. Είδα μια ομάδα με πολιτικά, οπλισμένη με λοστούς, αλυσίδες και κάποιος τουλάχιστον, με πιστόλι στο χέρι, να έρχεται καταπάνω μου, χτυπώντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Εκείνη τη στιγμή, με βαθιά πεποίθηση ότι από τη στιγμή που δεν απειλώ κανέναν, δεν κάνω κακό σε κανέναν, δεν μπορούν να με αγγίξουν και να μου κάνουν κακό, προχώρησα σαν να μην συμβαίνει τίποτα κατά πάνω τους και, ενώ αρχικά έκαναν κινήσεις να μου επιτεθούν, δεν αντέδρασα, ούτε όταν ένας λοστός έφτασε μερικά εκατοστά από το κεφάλι μου. Άνοιξαν δρόμο να περάσω και κατέβασαν τα «όπλα» τους, και με κοίταζαν που τους πέρασα αψηφώντας τους. Πριν προλάβω να αμφισβητήσω αυτό που μόλις έζησα, διάφοροι άνθρωποι με πλησίασαν ζητώντας με να τους οδηγήσω σπίτι τους με ασφάλεια.

Το δεύτερο επεισόδιο έγινε την επόμενη των φοιτητικών εκλογών, όπου τα μέλη της Πανσπουδαστικής, για να δείξουν τη δύναμή τους, έκαναν παρέλαση στη Νομική και χτυπούσαν ένα μέλος των αριστερών συσπειρώσεων του Οικονομικού, στις οποίες συμμετείχα ως φοιτητής. Αποφασίστηκε, αποφάσισα, δεν θυμάμαι, να πάω να τον πάρω από τα χέρια τους, καθώς είχα καλές σχέσεις με όλους τους πολιτικούς χώρους. Καθώς τον πήρα και απομακρυνόμασταν, τους είπα ότι θα τα πούμε αργότερα (εννοούσα πολιτικά). Αμέσως όρμηξαν καμιά δεκαπενταριά πάνω μου, με στρίμωξαν σε μια γωνία και άρχισαν να χτυπάνε. Παρότι είχαν μένος και χτυπούσαν με πάθος, έμεινα ανέγγιχτος. Δεν με άγγιξε καμία μπουνιά, σφαλιάρα, κλοτσιά που ρίχνανε. Λες και υπήρχε μια αόρατη ασπίδα. Οι σύντροφοί μου που επιχείρησαν να με απεγκλωβίσουν, ανάμεσά τους και ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο Παναγιώτης, γευτήκαν τις μπουνιές και κλοτσιές. Άνοιξα με τα χέρια μου δρόμο και απεγκλωβίστηκα αυτόματα.

Λοιπόν, αυτά τα δύο γεγονότα, που μοιάζουν ολίγον μεταφυσικά, μου ενδυνάμωσαν την πίστη μου στη δύναμη της μη βίας. Ξέρω ότι λογικά είναι ελάχιστες οι πιθανότητες να με προστατεύει αυτή η δύναμη της μη βίας από μελλοντικές επιθέσεις βίας, όμως και στρατηγικά και τακτικά αλλά και ηθικά η μη βία έχει για μένα προτερήματα που δεν τα έχουμε διερευνήσει τόσο, ώστε να της έχουμε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Η μη βία προϋποθέτει εμπιστοσύνη, αλληλεγγύη και αγάπη. Θα πρέπει να διερευνήσουμε και να αναπτύξουμε την «τεχνολογία»/τεχνογνωσία της μη βίαιης αντίστασης και διεκδίκησης, καθώς και το πώς απαντάμε στη βία. Τα εργαστήρια που ανέφερα εισαγωγικά ακριβώς αυτό επιθυμούν να κάνουν.

Θανάσης Μακρής – Ιούλιος 2010

Θανάσης Μακρής (Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτίου Αφρικής, 1966). Σπούδασε οικονομικά και είναι εικαστικός καλλιτέχνης και μηχανικός εκπαιδευτικών επιτραπέζιων και ομαδικών παιχνιδιών. Είναι αντιρρησίας συνείδησης και μέλος του Συνδέσμου των Αντιρρησιών Συνείδησης. Για την άρνηση στράτευσης, φυλακίστηκε για 20 μήνες στα χρόνια 1988-1989. Εκλέχτηκε μέλος του ΚΣ της ΕΦΕΕ, ως αρνητής στράτευσης, το 1988. Συμμετέχει, σχεδιάζει και συντονίζει εργαστήρια για θέματα οικολογίας, κοινωνικής αλληλεγγύης, ειρήνης, μη βίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συμμετέχει στην Εθελοντική Εργασία Θεσσαλονίκης και είναι ενεργό μέλος των Οικολόγων Πράσινων.

Μεχμέτ Ταρχάν – Κάθε βία είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

In Uncategorized on 11 Οκτωβρίου, 2010 at 2:51 μμ

Μεχμέτ Ταρχάν

 

 

Κάθε βία είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

 

[Το παραπάνω κείμενο αποτελεί τη δήλωση αντίρρησης συνείδησης του τούρκου αντιρρησία συνείδησης Μεχμέτ Ταρχάν, η οποία έγινε τον Οκτώβριο του 2001. Δημοσιεύεται στην παρούσα συλλογή κειμένων με την έγκριση του ίδιου, αφού προηγουμένως τού αναλύθηκε το σκεπτικό και ο προσανατολισμός αυτής της έκδοσης.]

Επικρατεί η άποψη ότι οι βόμβες σε βάρος του αφγανικού λαού οφείλονται στη δολοφονία εκατοντάδων ανθρώπων στις ΗΠΑ, στις 11 Σεπτεμβρίου [2001], όταν τα αεροπλάνα έπεσαν πάνω στους Δίδυμους Πύργους. Σε αυτήν την επίθεση κατά του αφγανικού λαού, θεωρείται δεδομένη η συνεργασία όλων.

Προσωπικά, όμως, καταδικάζω κάθε βία και πιστεύω ότι η συμμετοχή σε κάθε βιαιοπραγία, όπως και η επιδοκιμασία της, ανοίγει το δρόμο για νέες βιαιοπραγίες και νέα πλήγματα σε βάρος όλων όσοι την επιδοκιμάζουν. Θεωρώ ότι τα κράτη ξεκινούν τους πολέμους με στόχο την εξουσία. Όμως, ο πόλεμος είναι πάνω απ’ όλα άρνηση του δικαιώματος στη ζωή. Όποιος κι αν είναι ο λόγος, η άρνηση του δικαιώματος στη ζωή είναι ένα έγκλημα που καμιά διεθνής συμφωνία δεν μπορεί να το νομιμοποιήσει. Γι’ αυτό δηλώνω ότι δεν θα συμμετάσχω σε αυτό το έγκλημα. Δεν θα υπηρετήσω κανέναν στρατιωτικό μηχανισμό.

Μου λείπει μια ανθρωπότητα χωρίς βία, χωρίς μάχες για εξουσία, χωρίς σύνορα· μια ανθρωπότητα σε αρμονία με τη φύση. Φυσικά, τώρα δεν υπάρχει, αλλά αυτό δεν αλλάζει ούτε τις ιδέες μου ούτε τον αγώνα μου για τη δημιουργία της.

Δεν πιστεύω στην αναγκαιότητα του κράτους, ούτε νιώθω πως ανήκω σε κάποιο κράτος. Ποτέ μου δεν θα ενισχύσω τις ένοπλες δυνάμεις με τα δήθεν καθήκοντα του πολίτη. Το κράτος με θεωρεί πολίτη του επειδή θέλει να με χρησιμοποιήσει για τη στρατιωτική θητεία, να με μετατρέψει σε μηχανή θανάτου και να με κάνει μέρος όλου αυτού του εγκλήματος, αναγκάζοντάς με να συμβιβαστώ. Σκοπός του κράτους είναι να αναπαράγει την εξουσία του και να αυτοαναπαράγεται. Δεν θα αφήσω να συμβεί κάτι τέτοιο· θα υπερασπιστώ τις απόψεις μου. Η άθλια νύξη της ομοφυλοφιλίας μου είναι ενδεικτική του ξεπεσμού του κράτους.

Ως άτομο, δεν θα υπηρετήσω κανένα μηχανισμό –ούτε στρατιωτικό ούτε άλλο– κανενός κράτους. Αν προσπαθούσα να δικαιολογηθώ για κάτι τέτοιο, θα ήταν σαν να προσβάλλω τον εαυτό μου. Έτσι, αρνούμαι κάθε αναβολή στράτευσης ή παραχώρηση από το κράτος.

Αρνούμαι ρητά να υπηρετήσω τη στρατιωτική μου θητεία. Κάνω έκκληση σε όλους να μην καταταγούν στο στρατό, να μην εμπλακούν σε καμία γραφειοκρατία και να αρνηθούν τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους (όπως είναι το σύστημα ψηφιακών ταυτοτήτων MERNIS και ο αριθμός φορολογικού μητρώου). Ζητώ από όλους αλληλεγγύη με μη βίαιες ενέργειες.

Ο μόνος τρόπος να σταματήσει ο πόλεμος είναι να καταστραφούν οι ανθρώπινοι πόροι του.

Κάθε βία είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Μεχμέτ Ταρχάν, Οκτώβριος 2001

Μεχμέτ Ταρχάν (Τουρκία, 1978). Ακτιβιστής του κινήματος των ομοφυλοφίλων (LGTB) και μέλος της οργάνωσης Lambda Istanbul. Αντιρρησίας συνείδησης με πολλές δίκες, πολύμηνες φυλακίσεις, από τα τουρκικά δικαστήρια και πολλαπλή κακομεταχείριση στις φυλακές, καταστάσεις στις οποίες αντέδρασε με κείμενα διαμαρτυρίας, καταγγελίες και πολλές απεργίες πείνας.