διαπυροΝ

Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Θανάσης Τριαρίδης – Η πιθανότητα της Φαουστίνας Μερσέντες (ή γιατί η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική)

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:49 μμ

Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Η πιθανότητα της Φαουστίνας Μερσέντες

γιατί η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική)


 

 

 

1. Το περιστατικό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα κρισιμότερα διανοητικά όρια της Ιστορίας (: της κανοναρχημένης μνήμης που συμφωνήσαμε να λογαριάζουμε για Ιστορία) – και καθώς αποτυπώθηκε και στην ταινία Γκάντι (1982) του Ρίτσαρντ Ατένμπορο είναι πλέον αρκετά γνωστό. Στα 1947, κι ενώ η Μεγάλη Βρετανία έχει αποσυρθεί από την κυριαρχία της στην Ινδία, στην αχανή χώρα έχει ξεσπάσει ο σπαρακτικός εμφύλιος ινδουιστών και μουσουλμάνων. Και οι δύο θρησκευτικές κοινότητες (έχοντας δομήσει την ύπαρξή τους στο θεμελιακό μίσος, την εξαγγελία του φόνου και τη μισαλλοδοξία που κάθε θρησκεία αναγγέλλει για τους πιστούς της) προχωρούν σε γενικευμένες σφαγές αμάχων με στόχο την αμφίπλευρη θρησκειοκάθαρση της Ινδίας (που εντέλει δικαιώθηκε καθώς κατέληξε στη δημιουργία δύο «καθαρών θρησκευτικά» κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν). Ο άνθρωπος που για δεκαετίες πρωτοστάτησε στον αγώνα της ανεξαρτησίας παραμένοντας ανυποχώρητος στο δόγμα τής μη βίαιης ανυπακοής και κάνοντας όλο τον κόσμο να στρέψει την προσοχή του στην Ινδία, ο Μαχάτμα Γκάντι, απελπισμένος, κηρύσσει στις 12 Ιανουαρίου του 1948 μια ακόμη μέχρι θανάτου απεργία πείνας ζητώντας να σταματήσει ο εμφύλιος. Ενώ η αποχή του από την τροφή διαρκεί και ο Γκάντι είναι κατάκοιτος, τον επισκέπτεται ένας ινδουιστής και του ζητάει κάτι σαν εξομολόγηση. «Οι μουσουλμάνοι σκότωσαν την οικογένειά μου, τα τρία παιδιά μου», του λέει κλαίγοντας. «Πήγα κι εγώ σε ένα μουσουλμανικό σπίτι και σκότωσα κι εγώ τρία παιδιά· έλιωσα το κεφάλι τους στον τοίχο». Ο (επίσης πιστός ινδουιστής) Γκάντι τού απαντάει ψιθυρίζοντας με δυσκολία: «Έχω για σένα μια διέξοδο: θα βρεις τρία παιδιά που σκοτώθηκαν οι γονείς τους και θα τα αγαπήσεις σα να ’ναι δικά σου. Και κάτι ακόμη: θα είναι παιδιά μουσουλμάνων και θα τα μεγαλώσεις ως μουσουλμάνους.»

Σκέφτομαι τούτη την πρόταση – ουσιαστικά τη στάση ζωής τού Γκάντι (την οποία, ως γνωστόν, πλήρωσε με τη ζωή του λίγες μέρες αργότερα). Άραγε όταν κανείς λιώνει κεφάλια παιδιών στον τοίχο, ποιο περιθώριο μπορεί να έχει για ζωή – και για τι είδους ζωή; Πώς μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά του άλλου σα να ήταν ο ίδιος άλλος; Κι αν ο κόσμος είναι ανυπόφορος και ακατανόητος, σε ποιον απομένει να μεγαλώσει τα ορφανά παιδιά της Ινδίας τού (άραγε πόσο μακρινού) 1948; Ποια είναι εντέλει εκείνα τα παιδιά; Ποιοι είμαστε εμείς;

Σε πείσμα της Ιστορίας (και της ομοιοκαταληξίας που καμώνεται την Ιστορία) ο Γκάντι επιμένει: Εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να αλλάζουμε – και, ναι, ακόμη και κάποιος που έχει λιώσει κεφάλια μωρών στον τοίχο έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί τη βία, τον θάνατο, το στρατόπεδο που ο ίδιος εγκατέστησε μέσα και γύρω από την ύπαρξή του. Σύμφωνα με τη συλλογιστική του Ινδού ανθρωπιστή, όσο υπάρχουμε (: όσο ζούμε) έχουμε κάτι βαθύ ολόδικό μας που παραμένει πάντοτε στα χέρια μας: την πιθανότητα μιας απόφασης, με την οποία τα παιδιά του άλλου μπορούν να γίνουν δικά σου – εφόσον ο άλλος μπορεί να ζήσει μέσα σου. Ένας εβδομηνταεννιάχρονος γέροντας, σχεδόν ανήμπορος καν να μιλήσει, προσπαθεί να απαντήσει στον θάνατο που απλώνει, στον αλληλοτροφοδοτούμενο φόνο, στον κλιμακούμενο όλεθρο της διαλεκτικής – ουσιαστικά, με μόνο του όπλο την ίδια του τη ματαιότητα, αντιπροτείνει τη μικρή, δύσκολη, υπονομευμένη έως ανυπόφορη ζωή κόντρα στην αιώνια εξουσία της βίας. Κάποιος μπορεί να ονομάσει τούτη τη στάση ανιστορική – κάποιος άλλος μπορεί να τη λογαριάσει ως «λυρικό δεκανίκι της εξουσίας». Για μένα, για τη δική μου οπτική, είναι μια σπάνια ανθρώπινη κορυφή: μας υπενθυμίζει πως εντέλει υπάρχει κρατημένο μέσα μας ένα κομμάτι της ζωής που μπορεί να φτάσει μακρύτερα από τη βία.

Μιλούμε γι’ αυτό το κομμάτι ζωής – γι’ αυτή την ανθρώπινη πιθανότητα.

2. Η αλήθεια είναι πως η Ιστορία με τους απαίσιους νόμους της διδάσκει τη βία – τη μοιράζει στους σκυμμένους πιστούς της όπως ο παπάς το αντίδωρο στην εκκλησία. Οι άνθρωποι είναι ίσοι μα δεν ζούνε ως ίσοι (και η ανισότητα είναι φυσικά βία), η φύση βιάζεται (και ο βιασμός της φύσης είναι προφανής βία), το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης πεινάει (και σαφώς δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία από την πείνα), το 0,01% του πληθυσμού της γης κατέχει το 70% του παγκόσμιου πλούτου (και η φτώχεια των πολλών είναι καθολική βία), οι λογής εθνικοθρησκευτικοί πόλεμοι μαίνονται, οι απελπισμένοι μετανάστες οδηγούνται στο χαμό ή σε μια αβίωτη σκλαβιά. Οι άνθρωποι από αιώνες γυρεύουν απαντήσεις για την ανισότητα και για τη δυστυχία: πολλές από αυτές τις απαντήσεις μέσα στην ιστορία δομήθηκαν πάνω στη βία. Ωστόσο, η ίδια η ιστορία απέδειξε πως καμιά αντιπρόταση που δομήθηκε πάνω στη βία δεν οδήγησε σε οποιαδήποτε κοινωνική/δικαιωματική κατάκτηση ή πολιτική χειραφέτηση – ίσα-ίσα προσέφερε πρώτης τάξεως άλλοθι στην εξουσία, στην κλιμακούμενη αυθαιρεσία της και τους λογής ολοκληρωτισμούς της. Αυτό δεν είναι τυχαίο: κάθε πολιτική βία (και κάθε πολιτική επίκληση της βίας) είναι μονάχα εξουσία – και όσοι δηλώνουν «αντιεξουσιαστές» ομνύοντας στη βία είναι μοναχά φύλακες του στρατοπέδου, του δικού τους και των άλλων. Η μόνη αληθινή αντι-εξουσία είναι η ίδια η ζωή: ο αγώνας για τη ζωή διά της ζωής, ο αγώνας για αλληλεγγύη, ανθρώπινα δικαιώματα και δημιουργία, ο σεβασμός της ζωής δίχως εκπτώσεις, διαλεκτικές ζυγαριές, αξιώματα λογής -ισμών και το απαίσιο επιχείρημα πως υπάρχει ένας σκοπός που αγιάζει τα μέσα, εκείνο το ανυπόφορο Τιεν-αν-μεν-αλλά

Για τη δική μου οπτική, η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, όποια φενακισμένη ηθική τάξη (εθνική, θρησκευτική, φυλετική, πολιτική, κρατική, επαναστατική) και αν υπηρετεί, όποιον απάνθρωπο ύμνο κι αν τραγουδά, όποια απάνθρωπη σημαία κι αν ανεμίζει στο φλάμπουρό της (γιατί κάθε σημαία και κάθε ύμνος είναι ομολογίες απανθρωπιάς). Κάθε πολιτική πρόταση που θεωρεί τη βία αναγκαίο κακό προβλέπει για τους υποστηριχτές της την πειθαναγκαστική υποταγή στην κτηνωδία – και η λεγόμενη «αντιβία» πάντοτε υπηρέτησε και ενίσχυσε την πρωτεύουσα βία που υποτίθεται πως αντιμαχόταν. Καμιά αληθινά αντισυστημική αντιπρόταση δεν μπορεί να στηρίζεται στη βία, διότι κάθε πολιτική βία είναι μια βαθύτατη συστημική επιβεβαίωση. Ελευθερία εν τρόμω και εν φόνω δεν υφίσταται. Ούτε υπάρχουν »καλοί» και «κακοί» νεκροί: το αίμα είναι πάντοτε κηλίδα και ποτέ λεκές.

Διάφοροι, συνήθως προγραμματικά αγράμματοι, θεωρούν τη μη βία «ανιστορικό» πρόταγμα. Σύμφωνα με τη συλλογιστική τους, εξίσου «ανιστορικό» είναι και το πρόταγμα της μη εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο Ερρίκος Ντινάν, ο Λέων Τολστόι, ο Μαχάτμα Γκάντι, ο Αλβέρτος Σβάιτσερ, η Σόφι Σολ, ο Πρίμο Λέβι, η Ζερμέν Τιγιόν, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο Νέλσον Μαντέλα, ο Τζον Λένον, η Ρέιτσελ Κόρι, ο Χραντ Ντικ, οι αντιρρησίες συνείδησης, οι εθελοντές των ανθρωπιστικών οργανώσεων και χιλιάδες άλλοι μάς δίνουν με τη σκέψη τους και με τη ζωή τους μια σαφή αντιπρόταση στην αλληλοτροφοδοτούμενη κτηνωδία της βίας. Ο κόσμος, σε πείσμα των ομοιοκατάληκτων στίχων που μάθαμε να παπαγαλίζουμε, δεν προχωρεί πάντα με φωτιά και με μαχαίρι – προχωράει με την παιδεία, την επιστήμη, τη δημιουργία, την τέχνη, την κοινωνική συμμετοχή και αλληλεγγύη, τον έρωτα… Ο Ρουσό, ο Μότσαρτ, ο Βαν Γκογκ, ο Αλέξανδρος Φλέμινγκ ή ο Γεώργιος Παπανικολάου πάλεψαν για την ανθρωπότητα πολύ περισσότερο από τους λογής μεγαλοφονιάδες που θεώρησαν πως έχουν το δικαίωμα να «ελευθερώσουν» σκοτώνοντας και σφάζοντας. Και ο ήλιος για να γυρίσει δεν θέλει «νεκροί χιλιάδες να είναι στους τροχούς», μήτε «οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους». Κάποτε έρχεται η ώρα που μπορούμε να πούμε το αυτονόητο: πως ο ήλιος γυρίζει από μόνος του – και πως όλα τα υπόλοιπα είναι άλλοτε κούφια ταρατατζούμ εθνικών ποιητών κι άλλοτε λάβαρα εν δυνάμει φονιάδων.

 

3. Πολλοί βλέπουν αυτή τη συνολική άρνηση της πολιτικής βίας με σκεπτικισμό: αντιπαραθέτουν το επιχείρημα πως η πορεία του ανθρώπου μέσα στο χρόνο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βία (κάθε είδους βία), πως είναι κυριολεκτικά συνυφασμένη μαζί της. «Εφόσον η βία», λένε, «είναι μια πυρηνική ανθρώπινη συμπεριφορά που όρισε τον ανθρώπινο πολιτισμό, είναι δυνατόν να υπάρξει ζωή και Ιστορία δίχως αυτήν; Μήπως το αίτημα για εξάλειψη της βίας δεν είναι παρά ένας διανοητικός γλωσσοδέτης που δεν μπορεί να βγάλει πουθενά;» Απαντώ: προφανώς η σύνδεση της ανθρώπινης κτηνωδίας με την Ιστορία είναι μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα – μα από πότε κάτι που συνέβη είναι ηθικά δικαιωμένο επειδή συνέβη; Και το Ολοκαύτωμα συνέβη, και η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα συνέβη, και οι θρησκευτικοί πόλεμοι, και γενοκτονίες και σφαγές και κάθε είδους φρίκη συνέβησαν και συμβαίνουν – και, αλίμονο, θα συνεχίσουν να συμβαίνουν. Για ποιο λόγο το γεγονός ότι κάτι συμβαίνει σημαίνει πως οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι καλώς συμβαίνει, ότι πρέπει να συνεχίσει να συμβαίνει, ότι οφείλουμε να ομνύουμε σε αυτό, ότι δεν μπορούμε να προσπαθούμε να αλλάξει; Η ιστορία (με μικρό γιώτα και όχι Ιστορία με κεφαλαίο) είναι η μνήμη του παρελθόντος – δεν είναι ευαγγέλιο, δεν είναι οδηγία χρήσης για το μέλλον: σύμφωνα με αυτήν τη φριχτά ανορθολογική (και ακραία ανιστόρητη) συλλογιστική, εφόσον υπήρξαν οι δούλοι, θα έπρεπε να υπάρχουν για πάντα· εφόσον οι γυναίκες θεωρούνταν υποχείρια (ή και πράγματα), θα έπρεπε να παραμείνουν τέτοια· εφόσον υπήρξε η Ιερά Εξέταση, θα έπρεπε οι άνθρωποι να καίγονται αιωνίως στις φλόγες της.

Συνακόλουθα, ναι, η πολιτική βία είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ιστορία, όπως απόλυτα συνυφασμένες με την ιστορία είναι και η δουλεία, οι σχέσεις εκμετάλλευσης, ο θρησκευτικός φανατισμός, ο πόλεμος, η μειονεκτική θέση της γυναίκας, η φτώχεια, η πείνα και πολλά άλλα. Δεν είναι, άρα, ανθρώπινο στοίχημα (στοίχημα του ανθρώπινου πολιτισμού) να πάψουν η πείνα, η φτώχεια, η δουλεία, οι σχέσεις εκμετάλλευσης, να σταματήσουν οι πόλεμοι, να καμφθεί ο θρησκευτικός φανατισμός – άρα και το να απεμπλακούμε από τη διανοητική και υλική κτηνωδία της πολιτικής βίας; Το έχω γράψει κι άλλοτε (με αφορμή τη σφαγή-εθνοκάθαρση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821): η λογική της «σοφής Ιστορίας», που δικαιώνεται ηθικά μόνο και μόνο επειδή υπήρξε, είναι η λογική του τυφλού παραλόγου: και το Άουσβιτς υπήρξε, και η βόμβα στη Χιροσίμα επίσης, και ο βομβαρδισμός της Δρέσδης, και οι πυραμίδες του Ταμερλάνου, και οι Σταυροφορίες και η Ιερά Εξέταση… Θα αποδεχτούμε την κανονικοποίηση της ανθρώπινης κτηνωδίας επειδή συνέβη; Και αν ναι, τότε ποιον λόγο έχουμε να μιλούμε για το όποιο ανθρώπινο διακύβευμα που βρίσκεται στο κέντρο της πολιτικής αγωνίας μας – εντέλει του ανθρώπινου πολιτισμού;

Επομένως, εφόσον αποφασίζουμε να συζητήσουμε για την πολιτική βία (και δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε εύκολη μια τέτοια απόφαση), έχουμε να απαντήσουμε ένα αφετηριακό και απροσπέραστο ερώτημα (ο καθένας το απαντά για τον εαυτό του και ανάλογα με τον όποιο κώδικα πολιτικής ηθικής υιοθετεί): Υπάρχει κάποια μορφή πολιτικής βίας που είναι ηθικά αποδεκτή; Μπορούμε να διανοηθούμε κάποια μορφή πολιτικής βίας που ο σκοπός της μπορεί να ακυρώνει την απανθρωπιά της, τη στοχοθεσία της να σκλαβώσει τον άλλονε στην ισχύ και στον τρόμο της; Για τη συντριπτική πλειοψηφία η διαχρονική απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η ακόλουθη: «Ναι, υπάρχει πολιτική βία που είναι (ή μπορεί να γίνει) αποδεκτή από μένα, αρκεί να υπηρετεί το Έθνος μου / τον Θεό μου / τη Φυλή μου / τον Πολιτικό Στόχο μου / το Κράτος μου / την Επανάστασή μου / τον Αγώνα μου / κάποιαν άλλη ηθική τάξη, σπουδαία και μοναδική…» Η προσωπική μου άποψη είναι πως η θέση αυτή, παρά τη μετριοπαθή της διατύπωση (επιγραμματικά λέγεται και «Τιεν-Αν-Μεν αλλά»), ουσιαστικά συνιστά μια καθολική αποδοχή της πολιτικής βίας, καθώς «η σπουδαία και μοναδική ηθική τάξη» είναι προφανώς διαφορετική για κάθε άνθρωπο: όταν είμαστε έτοιμοι να δικαιολογήσουμε έστω και ένα φόνο, χάνουμε το ηθικό επιχείρημα να καταγγείλουμε οποιονδήποτε άλλο φόνο – γιατί ο κάθε φονιάς μπορεί να επικαλεστεί μια δική του «σπουδαία και μοναδική ηθική τάξη» την οποία υπηρετεί διά του φόνου. Έτσι, η μόνη δυνατότητα άρνησης της βίας είναι η καθολική άρνηση του δόγματος που βρίσκεται στον πυρήνα τής (φαινομενικά μερικής) αποδοχής της: καμία ηθική τάξη (ούτε η δική μου ούτε κανενός άλλου), όσο σπουδαία και μοναδική κι αν νιώθω πως είναι, δεν μπορεί να δικαιώσει ή έστω να δικαιολογήσει την πολιτική βία, το φόνο, τον τρόμο, την κτηνωδία – εντέλει: την ήττα μας.

4. Κάθε φορά που επαναλαμβάνω τη θέση μου πως η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, πέρα από την (μάλλον φιλοσοφικής διάστασης) ένσταση που περιγράφτηκε παραπάνω, προκύπτουν και δύο (συνήθως καλοπροαίρετα) κριτικά ερωτήματα που τρέφονται από τον ίδιο ομφάλιο λώρο – και τα οποία καταγράφω ευθύς αμέσως μαζί με έναν σύντομο δικό μου σχολιασμό (που φυσικά αποτυπώνει τη δική μου υποκειμενική οπτική). Το πρώτο από αυτά τα ερωτήματα, ενδεχομένως μεθοδολογικό, είναι το ακόλουθο: «Εφόσον ο φασισμός ως πολιτικό κίνημα γεννήθηκε μόλις τον 20ό αιώνα, δεν είναι ανιστόρητος αναχρονισμός να πεις “φασιστική” την πολιτική βία που υπάρχει από την πρώτη ώρα της ανθρώπινης Ιστορίας;» Το δεύτερο ερώτημα μοιάζει πρακτικό: «Ναι, η πολιτική βία είναι αποκρουστική – ωστόσο δεν είναι ορισμένες φορές απαραίτητη; Τι κάνεις με τους Ναζί, με τον Χίτλερ, με την Κου Κλουξ Κλαν ή τους Νότιους του Αμερικάνικου Εμφυλίου; Τι κάνεις με μια νεοναζιστική ομάδα που διακηρυγμένα σκοτώνει μετανάστες; Μήπως ο όρος “πάντοτε φασιστική” αυτοϋπονομεύεται;»

Απαντάω καταρχάς στο πρώτο ερώτημα – αυτό που αφορά τη χρήση του όρου: Ο φασισμός ως πολιτική πρακτική, πολιτικό πρόταγμα και πολιτική στάση φυσικά και δεν γεννήθηκε στον 20ό αιώνα – υπάρχει από την πρώτη ώρα της Ιστορίας, κυριαρχεί μέσα της και κανοναρχεί διαχρονικά την ανθρώπινη ηθική. Απλώς στον 20ό αιώνα ονομάστηκε φασισμός (και εκφράστηκε μέσα από το αντίστοιχο ομώνυμο ιταλικό πολιτικό κόμμα) ετούτη η πανάρχαια και εξακολουθητική συμπεριφορά κάθε εξουσίας: η στοχοθεσία τού να φτιάξουμε διά της βίας, του τρόμου και του παραδειγματικού φόνου έναν άνθρωπο (και δι’ αυτού μια ανθρωπότητα) ολοκληρωτικά υποταγμένον στον δικό μας ηθικοπολιτικό Κανόνα (και όποιον δεν συμμορφώνεται στον Κανόνα να τον ονομάζουμε ζωτικό εχθρό και να θεωρούμε πως το τέλος του είναι προϋπόθεση της ύπαρξής μας). Το να αρνούμαστε αυτή την πραγματικότητα και να επιμένουμε πως ο φασισμός είναι γέννημα του 20ού αιώνα είναι μια ψευτομεθοδολογική υποκρισία, ένα ανορθολογικό και οριακά αντιεπιστημονικό παιχνίδι με τις λέξεις που γεννάει τέρατα. Και η δουλεία ως όρος ανήκει στην ελληνική αρχαιότητα (και η λέξη σκλαβιά από όπου προκύπτει το αγγλικό slavery είναι γέννημα των χρόνων του Βυζαντίου) – μα αυτό τι σημαίνει, πως δεν υπήρχε δουλεία στην Αρχαία Αίγυπτο, στην Κίνα και στους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, στους Μάγιας, στους Ίνκας, στους Αζτέκους ή όπου (παντού) αλλού;

Το δεύτερο ερώτημα είναι σαφώς πραγματικό – και γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο. Πράγματι έρχονται στιγμές που η χρήση βίας δείχνει μονόδρομος – τα παραδείγματα μιας συμμορίας που σκοτώνει μετανάστες ή μιας θρησκευτικής σέκτας που δολοφονεί όσους κατανοεί για «απίστους» είναι χαρακτηριστικά. Μα το κρίσιμο και σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι η βία να μην είναι πολιτική (να μην έχει κανένα ιδεολογικό/ερμηνευτικό πρόσημο), να μην ασκείται ποτέ κατά ιδεών και προθέσεων, αλλά κατά συντελούμενων πράξεων που συνιστούν ποινικά εγκλήματα – τα οποία προσπαθεί να αποτρέψει με τη μικρότερη δυνατή χρήση. Ουσιαστικά μιλούμε για μια κατάσταση σκληρών ορίων άμυνας που σε καμία περίπτωση δεν θα στρέφεται κατά των όποιων (αποκρουστικών για μένα, γοητευτικών για κάποιους άλλους) απόψεων (των ρατσιστών, των ναζιστών ή όποιων άλλων), απόψεων που είναι ιερές στο πλαίσιο της δημοκρατικής συνύπαρξης, αλλά ενάντια σε σαφείς εγκληματικές πράξεις που απειλούν τη ζωή και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα… Αυτή η αποτρεπτική βία οφείλει να είναι πάντοτε η λιγότερη δυνατή και εκφράζεται μέσα από κοινωνικά θεσμισμένα και δημοκρατικά ελεγχόμενα όργανα (και τέτοιο θα έπρεπε να είναι η αστυνομία – και όχι ο προφανής βραχίονας της κρατικής καταστολής που είναι σήμερα) και σίγουρα όχι από αυτόκλητους σωτήρες που αυτοδικούν για τη δική τους υποκειμενική αλήθεια, διεκδικώντας να επιβάλουν τη δική τους σωτηρία ή τον δικό τους όλεθρο.

Αυτός είναι και ο λόγος που στο κείμενο αυτό (και σε όλα τα προηγούμενα αντίστοιχα) μιλάω για την πολιτική βία που είναι πάντοτε φασιστική – δηλαδή τη βία που έχει πολιτικό/ιδεολογικό κίνητρο και διαφορίζεται από τη βία ενός ληστή, ενός βιαστή ή ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου, και αντίστοιχα διαφορίζεται από την αστυνομική βία που προϋποθέτει η αποτροπή ποινικών εγκλημάτων. Κάποιες φορές στο επίπεδο των αιτίων είναι σαφώς δύσκολη (ενδεχομένως αδύνατη) η διάκριση ανάμεσα στα όρια της βίας (ένας ληστής μπορεί να πεινάει – και η πείνα είναι πολιτική βία), ωστόσο η κρίσιμη διαφορά είναι στο επίπεδο του κινήτρου: ο ληστής κλέβει για να ζήσει (ή για να πλουτίσει) – ο πολιτικός δολοφόνος ή ο συμμετέχων σε ένα τάγμα εφόδου δολοφονεί και τρομοκρατεί αντίστοιχα για να παραδειγματίσει, να φοβίσει και να εξουσιάσει διά του φόβου που σκόρπισε. Η διαφορά (το ανήθικο ιδιωτικό όφελος του εαυτού από τη μια σε αντιδιαστολή με τον ηθικοποιητικό τρόμο τού άλλου) είναι σαφής.

Φυσικά, θεωρώ αυτονόητο το να υπογραμμίσω πως στη δική μου οπτική και αυτή η αποτρεπτική μη πολιτική βία (ακόμη κι αν ασκηθεί με όλες τις δημοκρατικές προϋποθέσεις) εξακολουθεί να παραμένει μια ανθρώπινη ήττα και μια προσχώρηση στην κτηνωδία. Το ότι σε κάποιες περιπτώσεις μοιάζει υποχρεωτική ή απαραίτητη δεν σημαίνει πως είναι ηθικά αποδεκτή ή πως ο αγώνας ενάντια και σε αυτήν τη βία δεν είναι ένα τεράστιο στοίχημα για την ίδια μας την ανθρωπιά. Αλίμονο αν αποδεχτούμε την αποτρεπτική βία ως ηθικό Κανόνα, αλίμονο αν δεν αναζητήσουμε (έστω, στο στήθος των πιο βαθιών ονείρων μας) μια ανθρωπότητα που θα κοιτάζει πέρα από αυτήν. Αλλά ο αγώνας αυτός προφανώς δεν γίνεται με το λοστάρι, με το πιστόλι και τη βόμβα – γίνεται με καθολική ανθρώπινη αλληλεγγύη, με αλληλοσεβασμό και παιδεία…

Κι εδώ θα ήθελα να σημειώσω και κάτι ακόμη, καθώς βλέπω τα ιδιαίτερα (συχνά επιθετικά) αντανακλαστικά που προκαλεί ο όρος φασιστικός/-κή/-κό που χρησιμοποιώ για να χαρακτηρίσουμε στάσεις και πρακτικές της ζωής μας. Νομίζω πως δεν πρέπει να μας τρομάζουν οι λέξεις – ο φόβος των λέξεων είναι χαρακτηριστικό της θεολογίας. Είναι προτιμότερο να μας τρομάζει ο εαυτός μας, οι πράξεις μας και οι σιωπές μας. Όλοι (ή σχεδόν όλοι) υιοθετήσαμε στη ζωή μας φασίζουσες συμπεριφορές πολιτικής βίας, όλοι χαϊδευτήκαμε με τον διαρκώς αναφυόμενο φασισμό. Κι εγώ, φυσικά, έχω ασκήσει στη ζωή μου βία – επιπλέον υπηρέτησα ως δυνάμει δολοφόνος στη φασιστική κτηνωδία του ελληνικού στρατού. Το να κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου για να καμωθώ τον άμεμπτο θα έδειχνε πως δεν έχω αντιληφθεί διόλου τη ματαιότητα του χρόνου μου… Ο φασισμός είναι κυρίαρχος στη ζωή μας και στην κουλτούρα μας – συχνά μοιάζει μονόδρομος: αρκεί να σκεφτούμε τους θεσμούς της οικογένειας και του σχολείου, την έννοια της παιδαγωγικής (η οποία από την ίδια της τη φύση είναι μια ανθρωποδιορθωτική διαδικασία διαμόρφωσης του άλλου), τη συναισθηματική βία και τους συναισθηματικούς εκβιασμούς, τη βία που ασυναίσθητα ή και ασυνείδητα ασκούμε έναντι της φύσης. Δεν έχουμε αρκετές και πειστικές απαντήσεις σε όλες αυτές τις εκφάνσεις τις βίας – αλλά τουλάχιστον μπορούμε να μιλούμε γι’ αυτές και για την απανθρωπιά που κουβαλάν, να τις αρνούμαστε ηθικά και πρακτικά όσο και όπως μπορούμε, να προσπαθούμε να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς αυτές – εντέλει να σταθούμε κριτικά απέναντι στον εαυτό μας και να αντισταθούμε στο φασισμό που κουβαλάμε μέσα μας.

5. Η μη βίαιη πολιτική διεκδίκηση είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη πολιτική κατάκτηση της Δύσης και της ανθρωπότητας. Μετά από πολλούς αιώνες όπου οι άνθρωποι υπέτασσαν τους ανθρώπους στην άποψή τους διά του σιδήρου ή διά της πυράς, ήρθε η ώρα που (τουλάχιστον σε επίπεδο θεσμικής πραγματικότητας) μπορούμε να διαμορφωνόμαστε διά της πειθούς (: της πειθούς με τα λόγια και με το έμπρακτο παράδειγμα) και όχι διά του φόβου – ουσιαστικά ήρθε η ώρα της δημοκρατίας. Μπορεί τούτη η δημοκρατία να διατρέχεται από χίλιες δυο στρεβλώσεις και θεμελιακές ανισότητες, μπορεί να υπάρχουν ισχυρότατοι εξουσιαστικοί μηχανισμοί κατασκευής πειθούς και συναίνεσης, ωστόσο η απάντηση σε όλα τούτα είναι ένας άλλος λόγος (λόγος πολιτικής ανυπακοής, δικαιωματικής αντίστασης, κοινωνικής αλληλεγγύης και έμπρακτης ανθρωπιάς) και όχι η καταφυγή στο νόμο εκείνου που έχει τον μεγαλύτερο πύραυλο, την ισχυρότερη βόμβα, το καλύτερο κανόνι, το πιο επιδέξιο τσεκούρι. Τα πολλά παραδείγματα που αναφέρθηκαν παραπάνω μάς δείχνουν πως άνθρωποι με μοναδικό όπλο το τρεμάμενο σώμα τους και την παλλόμενη καρδιά τους μπόρεσαν να αντισταθούν και να λυγίσουν τις πιο θηριώδεις ολοκληρωτικές τυραννίες των καιρών τους, δίχως να πειράξουν μήτε μια ανθρώπινη τρίχα, δίχως να τρομοκρατήσουν μήτε κουνούπι… Και τούτοι οι άνθρωποι, αγαπώντας και όχι μισώντας, κέρδισαν σημαντικά στοιχήματα ελευθερίας για λογαριασμό όλων μας…

Αντίθετα, όλες οι πολιτικές επαναστάσεις (δηλαδή τα βίαια πραξικοπήματα σεχταρισμένων μειονοτήτων που διαχρονικά έγιναν στο όνομα του «Λαού» και του «Ανθρώπου») είχαν ένα κύριο χαρακτηριστικό τους: την απανθρωπιά και τη σταδιακή προσχώρηση στην κτηνωδία. Έτσι, λογής μεγαλοφονιάδες (από τον Ροβεσπιέρο μέχρι τον Πολ Ποτ) εκμεταλλεύτηκαν μια λέξη με γοητευτικό θάμπος (: Επανάσταση) για να γίνουν εξουσιαστές στη θέση εξουσιαστών, να σφαγιάσουν σώματα και να αφανίσουν ανθρώπους, να σπείρουν τον τρόμο και την απελπισία, να στοιβιάξουν ντούμπες με πτώματα ονοματίζοντάς τες «προϋπόθεση της αγάπης» ή «παράπλευρες απώλειες» ή «αναγκαιότητα», να υπονομεύσουν καταστροφικά τα ζωτικά ανθρώπινα δικαιώματα και όχι να τα αναδείξουν όπως ισχυρίζονται παβλοφικά οι υποστηρικτές τους. Οι θιασώτες του επαναστατικού φαντασιακού λησμονούν με πρόθεση (δεν μπορεί να υπάρχει τόση βλακεία) πως όλα τα επαναστατικά καθεστώτα ήσαν τυραννικοί ολοκληρωτισμοί που καταργούσαν διαμιάς τα ανθρώπινα δικαιώματα, κήρυσσαν εκτός «νόμου» κάθε μορφή εκλογών, κατέπνιγαν διά του φόνου κάθε αντίθετη φωνή και απαγόρευαν ακόμη και την κυκλοφορία των ανθρώπων στους δρόμους. Οι ίδιοι άνθρωποι, με την ανάλογη χαριτωμένη ρητορική του παραλόγου, επίσης ξεχνούνε πως η εργατική νομοθεσία, η κοινωνική ασφάλιση, το δικαίωμα της σύνταξης, η ισότητα ανδρών και γυναικών, η ανεξιθρησκία, η κατάργηση της δουλείας και των φυλετικών διακρίσεων, η δημόσια δωρεάν υγεία και παιδεία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η αντίρρηση συνείδησης είναι γεννήματα του αστικού κόσμου, του αστικού πολιτισμού και της δημοκρατίας και προέκυψαν ως αιτήματα και ως (μερική έστω) εφαρμογή μέσα από τον διόλου άγονο αγώνα της αγάπης, της αλληλεγγύης, της θυσίας, της κοινωνικής συμμετοχής – και όχι με το φόνο, τον τρόμο και την εξαγγελία του θανάτου…

Σε όλα αυτά ακούω τον συνεχή αντίλογο: Με αυτά που λες ακυρώνεις όχι μόνο τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά ακόμη και τον Σπάρτακο και τον Τσε Γκεβάρα και την απόπειρα του Παναγούλη… Φυσικά δεν ακυρώνω τίποτε (εξάλλου τα ιστορικά γεγονότα δεν μπορούν να ακυρωθούν), αλλά σίγουρα κρατώ το δικαίωμα να τα βλέπω κάθε φόρα όσο πιο κριτικά μπορώ. Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί την παραδειγματική απόδειξη για το πώς η πολιτική βία που θα εναντιωθεί σε μια καταπιεστική και τυραννική εξουσία θα καταλήξει σε μια τυραννία πολύ χειρότερη από την εξουσία που υποτίθεται πως θέλησε να ανατρέψει. Η τρομοκρατία και οι γκιλοτίνες του Ροβεσπιέρου (και των συν αυτώ) ήταν ένα ολοκληρωτικό τέρας ντυμένο με ωραία λόγια και με την πορφύρα του αίματος, που υπονόμευσε ανεπανόρθωτα τις διαφωτιστικές αρχές, πάνω στις οποίες μόνον ρητορικά στηρίχτηκε. Δυστυχώς το επαναστατικό φαντασιακό για πολλές δεκαετίες του 20ού αιώνα αναγνώριζε (και αναγνωρίζει) στη γκιλοτίνα «την καθαρτήρια κόψη που εξαγνίζει το Μέλλον» – και διάφορες αντίστοιχες λυρικές όσο και φρικαλέες μπούρδες… (Και προφανώς είναι περιττό να μιλήσω εδώ για το κομμουνιστικό πραξικόπημα του Οκτωβρίου του 1917 στη Ρωσία, που ευφημίζεται ως «Οκτωβριανή Επανάσταση» και οδήγησε σε έναν από τους πιο απάνθρωπους ολοκληρωτισμούς της ιστορίας, ούτε για την ακόμη πιο εφιαλτική τυραννία που εγκαθίδρυσε στην Κίνα ο Μάο Τσε Τουνγκ υπό τον ψευδότιτλο «Κινέζικη Επανάσταση» – οι Κινέζοι ουδέποτε επαναστάτησαν, απλώς πέρασαν από τη μια σκλαβιά σε μιαν άλλη πολύ χειρότερη, περίπου απερίγραπτη ακόμη και με όρους επιστημονικής φαντασίας…)

Κάθε ανθρωποδιορθωτισμός έχει ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση τρόμου και από διάφορους παραδειγματικούς μαρτυρικούς «ήρωες» στους οποίους δίνει μεσσιανικές διαστάσεις. Το επαναστατικό φαντασιακό δεν εξαιρείται: έτσι δημιούργησε στον 19ο αιώνα και κυρίως στις αρχές του 20ού για τον Σπάρτακο (ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό πρόσωπο για το οποίο οι ιστορικές πηγές είναι αντιφατικές) την εικόνα ενός «Μεσσία της Επανάστασης»: το κίνημα των Γερμανών Σπαρτακιστών, οι πολυάριθμες μυθιστορηματικές βιογραφίες και, κυρίως, η αριστουργηματική ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ μάς εγκλώβισαν σε μιαν απροσπέλαστη εικόνα (ποιος μπορεί να μη σημαδευτεί από την τελευταία σκηνή της ταινίας, όπου όλοι οι δούλοι, ο ένας μετά τον άλλον, φωνάζουν «Εγώ είμαι ο Σπάρτακος…»;) – μια εικόνα που ωστόσο πολύ λίγη σχέση έχει με την ιστορική πραγματικότητα. Ο Σπάρτακος ήταν ένας δούλος που δραπέτευσε κι έφτιαξε δικό του στρατό ενάντια στους Ρωμαίους: ουδέποτε έθεσε οποιοδήποτε κοινωνικό αίτημα στη διαδρομή του, η οποία εκφράστηκε αποκλειστικά μέσα από μάχες, σφαγές και λαφυραγωγία. Όλα δείχνουν πως υπήρξε πράγματι ένας εξαιρετικός στρατηγός απέναντι στις ρωμαϊκές λεγεώνες, μα είναι προφανές πως ο κεντρικός του προσανατολισμός ήταν να δημιουργήσει αξιόμαχο στρατό (δηλαδή: έναν στρατοπεδικό κόσμο) τον οποίο χρησιμοποίησε για να καταλάβει την εξουσία. Επίσης όλα δείχνουν πως την κρίσιμη ώρα της ισχύος του δεν επέλεξε την ελευθερία των αντρών του (δεν τους επέτρεψε να περάσουν τις Άλπεις και να γυρίσουν ελεύθεροι στις πατρίδες τους, αλλά θέλησε να τους εγκλωβίσει σε έναν συγκροτημένο στρατό και να βαδίσει προς τη Ρώμη), ούτε έθεσε το παραμικρό κοινωνικό αίτημα για την κατάργηση της δουλείας. Το ότι πολέμησε τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία των αιώνων και το ότι ο ίδιος και οι οπαδοί του υπέστησαν την κτηνωδία της παραδειγματικής σταύρωσης αρκούσαν στους θιασώτες της επαναστατικής θεωρίας για να τον τοποθετήσουν στο «Πάνθεον των Μαρτύρων» τους, δίχως να σκεφτούν ότι η αντίθεση σε μια κτηνωδία μπορεί να σημαίνει μιαν αντίστοιχη κτηνωδία (και οι Γαλάτες και οι Οστρογότθοι και πολλοί άλλοι πολέμησαν τους Ρωμαίους), αλλά και το ότι η ίδια η στρατιωτική πρακτική του Σπάρτακου δείχνει πως, εάν νικούσε, προφανώς θα ήταν ένας ακόμη εξουσιαστής, ενδεχομένως απαράλλακτος με τους Ρωμαίους… (Επιπλέον θυμίζω πως η δουλεία καταργήθηκε εξαιτίας του αστικού Διαφωτισμού –εξαιτίας του Ρουσό, ας πούμε– στον αστικό κόσμο του 18ου και του 19ου αιώνα…)

Ο Ερνέστο Γκεβάρα είναι προφανώς το απόλυτο μεσσιανικό πρότυπο του «επαναστάτη-μάρτυρα»· είχε ακόμη και φυσική ομοιότητα με τις απεικονίσεις του Χριστού και μαγματική γοητεία, ενώ η νεκρική φωτογραφία στα χέρια των εκτελεστών του μοιάζει απελπιστικά με τον Αποκαθηλωμένο Ιησού του Μαντένια. Έτσι, τέσσερις δεκαετίες μετά τη δολοφονία του, είναι θρύλος και τραγούδι σε όλες τις γωνιές του κόσμου, ενώ στη Λατινική Αμερική –και όχι μόνο– λατρεύεται ως άγιος. Ωστόσο ο Γκεβάρα, σε αντίθεση με τον Σπάρτακο, για μια εξαετία περίπου βρέθηκε στην εξουσία και καταγράφτηκε η διόλου ανθρώπινη εξουσιαστική δράση του. Κι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε το πώς ένας ιδεαλιστής και αναμφίβολα ανθρωπιστής γιατρός, που γυρνούσε ως εθελοντής στα λεπροχώρια της Λατινικής Αμερικής, από την ώρα που αποδέχτηκε την πρακτική της ένοπλης βίας έγινε ένας δυνάμει εξουσιαστής. Η «Κουβανική Επανάσταση», όταν επικράτησε, εγκαθίδρυσε μιαν αδίστακτη ολοκληρωτική τυραννία με εκτελέσεις αντιφρονούντων και αποστέρηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μια τυραννία στην οποία ο Τσε όχι μόνο έστερξε αλλά και συνδιαμόρφωσε (το ότι διαφώνησε στη συνέχεια μάλλον είχε να κάνει με την ιδιοσυγκρασία του και όχι με πολιτική διαφωνία…). Αναμφίβολα η μυθιστορηματική ζωή του Γκεβάρα, ο εκρηκτικός διονυσιακός του χαρακτήρας, ο έντονος ερωτισμός που εξέπεμπε, ο αναμφίβολος ηρωισμός του, το σχεδόν αυτοθέλητο τέλος του και το ξαπλωμένο γυμνό κορμί του στα χέρια των δολοφόνων του τον κάναν έναν από τους μεγαλύτερους θρύλους του μεταπολεμικού κόσμου. Μα αν κανείς διαβάσει τα (σταλινικά) πολιτικά του κείμενα και κυρίως αν μελετήσει τα πολιτικά του πεπραγμένα στην Κούβα, θα δει πως ο αφετηριακός ιδεαλισμός και ανθρωπισμός του στην πράξη συνθλίφτηκε από τον επαναστατικό ολοκληρωτισμό, την ιερουργία της βίας και τη θεολογική γοητεία της βέβαιης «Σωτηρίας» που θα έρθει αν την πιστέψεις απόλυτα, αν δοθείς ολοκληρωτικά σε αυτήν.

Ο Αλέκος Παναγούλης δεν αποτελεί πρότυπο για το επαναστατικό φαντασιακό (εξάλλου ο ίδιος υπήρξε αγωνιστής και υπέρμαχος της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και εκλεγμένος βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου)· οι θιασώτες της επαναστατικής βίας τον χρησιμοποιούν αποκλειστικά και μόνο για να δικαιολογήσουν τις βόμβες «των συντρόφων τους»: «Και ο Παναγούλης έβαλε βόμβα για να σκοτώσει τον Παπαδόπουλο», λένε, «θεωρείς την πράξη του φασιστική;» Έχω γράψει αναλυτικά τη θέση μου για τον Παναγούλη (στο βιβλίο μου Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα, 2006, βλ. και http://www.triaridis.gr/keimena/keimC004.htm): και, ναι, φυσικά και θεωρώ την πράξη της πολιτικής δολοφονίας φασιστική, ανήθικη και, επιπλέον, πολιτικά άστοχη – θα έδινε στη Χούντα έναν μάρτυρα και θα άνοιγε το δρόμο σε ακόμη μεγαλύτερη καταστολή. Συνάμα θεωρώ τον Παναγούλη έναν από τους ήρωες της ζωής μου, όχι βέβαια για τη δολοφονική απόπειρα κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου τον Αύγουστο του 1968, αλλά για τη μετέπειτα στάση του απέναντι στο στρατοδικείο, για τον τρόπο που αντιμετώπισε τη θανατική του καταδίκη, για τον τρόπο που αντιμετώπισε τη φυλάκιση (που στην ουσία ήταν ένας πολύχρονος και κυριολεκτικός ενταφιασμός), τα βασανιστήρια και τον αδιάκοπο πόνο. Ζώντας επί πέντε χρόνια (1968-1973) έναν συνεχή και αδιανόητο εφιάλτη που δεν μπορεί να τον αντέξει άνθρωπος για περισσότερο από μια βδομάδα, ο Παναγούλης κατάφερε να επιστρατεύσει μια εσωτερική ορμή ζωής και ανθρωπιάς, και δι’ αυτής να κατισχύσει έναντι του μηχανισμού που πάσχισε να τον εκμηδενίσει. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Παναγούλης μεταδικτατορικά εναντιώθηκε στην εκτέλεση της θανατικής ποινής των πρωταίτιων της Χούντας (ανάμεσα σε αυτούς ήταν φυσικά και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος) και συγχώρεσε τους βασανιστές του στη δίκη τους – ακριβώς γιατί είχε ζήσει το βυθό της βίας στην ίδια του την ύπαρξη. Μα όλη τούτη η ορμή της ζωής που παλεύει σπαρακτικά με τη βία (εσωτερική και εξωτερική) και περιγράφεται τόσο καίρια στο βιβλίο της Οριάνας Φαλάτσι (Ένας άντρας) είναι ψιλά γράμματα για όσους ψάχνουν στην απόπειρα του Παναγούλη τη δικαίωση του «επαναστατικού» τους τέρατος.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο απουσιάζει (ή και ενοχοποιείται) η μη βία, η ανθρώπινη αλληλεγγύη και ο κοινωνικός αλληλοσεβασμός από τη συντριπτική πλειοψηφία της αυτοχαρακτηριζόμενης «αντι-συστημικής» και «αντιεξουσιαστικής» σκέψης στην Ελλάδα. Ενώ σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο η αντισυστημική σκέψη εδώ και δεκαετίες γύρεψε (και γυρεύει) μιαν άλλη οπτική για τις ανθρώπινες σχέσεις (την οικογένεια, τη σεξουαλικότητα, την ατομική ελευθερία, το περιβάλλον) κι ενώ αναζήτησε ουσιαστικά τον πασιφισμό, τη σεξουαλική ελευθερία, τον ερωτισμό, τη μη βία σε έναν κόσμο δίχως εξωτερικά και εσωτερικά σύνορα, στην Ελλάδα ο αυτοχαρακτηριζόμενος «αντιεξουσιαστής» λογαριάζει τον εαυτό του ως «στρατιώτη της Επανάστασης»: είναι η εικόνα ενός μπόντι μπίλντερ που αποδέχεται το χαρακτηρισμό «Αγωνιστής Πόλης» (διάβαζε: Τάγμα Εφόδου) κι είναι έτοιμος με το λοστάρι, τη μολότοφ και την κουκούλα να σπάσει, να πυρπολήσει, να φωνάξει «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», να συκοφαντήσει ή και να δείρει όποιον «παλιό σύντροφο» διαταράξει την ενότητα της «επαναστατικής του βεβαιότητας» (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το τι υπέστη από τους δήθεν «αναρχικούς» ο Νικόλας Άσιμος επειδή δεν μπορούσε να ενταχτεί στο στρατοπεδικό τους όραμα – για να αναφερθώ μόνο σε έναν από τους αποδιοπομπαίους, που είναι νεκρός εδώ και 22 χρόνια…).

Όλη αυτή η αναντιστοιχία ανάγεται σε δυο ιδιαιτερότητες (: στρεβλώσεις) της ελληνικής κοινωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια ιστορική και μια πολιτισμική. Η ιστορική ιδιαιτερότητα είναι προφανώς ο Εμφύλιος Πόλεμος της περιόδου 1946-1949 και οι απάνθρωποι μετεμφυλιακοί διωγμοί που εξαπέλυσε η παράταξη των νικητών – διωγμοί οι οποίοι κατέστησαν μέσα μας την ηττημένη Αριστερά ηθικά υπερέχουσα σε ιδεολογικό επίπεδο, αποφεύγοντας αυτιστικά να αναλογιστούμε σε βάθος πόσον ολοκληρωτισμό και πόσην απανθρωπιά καλλιέργησε μέσα της. Έτσι, όσοι δεν ήταν μέσα στον σκληρό πυρήνα των νικητών του Εμφυλίου εγκλωβίστηκαν στη λογική «του όπλου παρά πόδα», βρέθηκαν να πενθούν για τη Συμφωνία της Βάρκιζας και να ονειρεύονται, εκόντες-άκοντες, την ώρα που «θα πάρω το ντουφέκι μου, να κάνω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες…» Ο τρόπος (η ζέση και το πάθος) με τον οποίο τραγουδιότανε και τραγουδιέται αυτό το φρικαλέο τραγούδι (Πότε θα κάνει ξαστεριά) στην πορεία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι ενδεικτικός του ελληνικού «επαναστατικού» ονείρου.

Δίπλα στην πληγή του Εμφυλίου και τα αντανακλαστικά που γέννησε έρχεται να προστεθεί η νεοελληνική πολιτισμική ιδιαιτερότητα της προγραμματικής αγραμματοσύνης που συμπλέκεται μοναδικά με την αυτιστική αυτοκατάφαση. Στην Ελλάδα των δογμάτων του «Έθνους» και της «Ορθοδοξίας» ο κόσμος εκπαιδεύτηκε στο δογματισμό, τον τραμπουκισμό και τον διανοητικό αυτισμό: «Οι Έλληνες έχουμε στα κύτταρά μας την πρωτιά…» δήλωσε μια προφανώς και εντέλει αποδεδειγμένα ντοπαρισμένη Ελληνίδα αθλήτρια, εκφράζοντας όλον τον θρασύδειλο νεοελληνικό αυτισμό της αυτοκατάφασης. Την ώρα που οι νέοι Έλληνες φορούνε περικεφαλαίες στα γήπεδα νιώθοντας πως είναι απόγονοι του Αχιλλέα, εκατοντάδες λογοτεχνικά και φιλοσοφικά έργα αναφοράς του δυτικού κόσμου παρέμειναν και παραμένουν επί αιώνες αμετάφραστα ή απροσπέλαστα στα ελληνικά. Στη νεότερη Ελλάδα δεν υπάρχει καμία σύνδεση με την τεράστια πνευματική παράδοση της Αναγέννησης, που ουσιαστικά γεννά το Διαφωτισμό και φτιάχνει τον κόσμο όπως τον ξέρουμε, ενώ ολόκληρα λογοτεχνικά/καλλιτεχνικά είδη όπως η ερωτογραφία ή η επιστημονική φαντασία απουσιάζουν σχεδόν πλήρως· έτσι, ο ανορθολογισμός εγκαθίσταται ως πρωταρχικός άξονας της πολιτικής σκέψης. Μοιραία θα αναζητηθούν οι εύκολες λύσεις: και τι ευκολότερο από την κατασκευή ενός «κακού εχθρού» τον οποίο «εμείς οι καλοί» πολεμάμε;

Κάπως έτσι, το κτηνώδες επαναστατικό φαντασιακό της βίας και του τρόμου κυριαρχεί στην Ελλάδα σήμερα. Διάφοροι, που θεωρούν «αντι-εξουσία» να κυκλοφορούν με σιδερογροθιές και να πετάν μολότοφ, να δέρνουν, να τραμπουκίζουν και να τρομοκρατούν, είναι βέβαιοι πως ετοιμάζουν την «Επανάσταση» – κι εάν κάποιος τούς μιλήσει για τη μη βία και για την αξία της καθολικής ανθρώπινης αλληλεγγύης (για την αγάπη;) ονομάζεται «χριστιανός», «καθεστωτικός» ή «δεκανίκι του συστήματος»… Όσο είμαι σε θέση να παρακολουθήσω τις εκδηλώσεις και τις δράσεις από το Διαδίκτυο, εδώ και χρόνια δεν είδα μια εθελοντική αιμοδοσία σε κάποιο από τα «στέκια» και τις «καταλήψεις» – αντιθέτως είδα αμέτρητες πορείες υπό το φασιστικό σύνθημα της συλλογικής ευθύνης («Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι») και αμέτρητες άλλες για υποστήριξη ανθρώπων («συντρόφων») που βάζουν βόμβες (είναι οι λεγόμενοι «δικοί μας φονιάδες» που, σε αντίθεση με τους «φονιάδες των άλλων», είναι «καλοί και ηθικοί» – εξού και η εφιαλτική μούγγα που απλώθηκε όταν μια βόμβα διαμέλισε τον δεκαπεντάχρονο Χαμί Νατζάφι τον Μάρτιο του 2010). Μοιραία σε έναν τέτοιο κόσμο ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο Λέων Τολστόι, ο Πολ Γκούντμαν, ο Τζον Λένον αγνοούνται – κι όσοι μιλούν γι’ αυτούς χαρακτηρίζονται «απολογητές του αστικού κράτους» και «αναθεωρητές». Υπό μία έννοια, όλο αυτό έχει (ή βρίσκει) τη λογική του για τους θιασώτες της «ερχόμενης Επανάστασης»: η μη βία, ο πασιφισμός και η καθολική αλληλεγγύη είναι ο αντίποδας της στρατοπεδικής προδιαγραφής τους και του εξίσου στρατοπεδικού ονείρου τους.

6. Δεν μπορεί να πει κανείς πως δεν υπήρξαν αρκετές φωνές από το χώρο της αντισυστημικής (τουλάχιστον στη στοχοθεσία της) σκέψης στην Ελλάδα που (κυρίως με αφορμή τους τρεις νεκρούς της Μαρφίν της 5.5.2010) έσπασαν την απαίσια «επαναστατική» μούγγα και καταδίκασαν την αποκρουστική δολοφονία, καταγράφοντας ταυτόχρονα τον προβληματισμό τους για το κατά πόσο (δεν) έχουν ξεκαθαρίσει τη σχέση τους με την πολιτική βία. Δυστυχώς όσοι μίλησαν ήσαν πολλοί λίγοι (απελπιστικά λίγοι) σε σχέση με αυτούς που θα περίμενε κανείς – ιδίως εάν λάβει υπόψιν πόσοι είχαν νιώσει την ανάγκη να τοποθετηθούν με λόγια ή πράξεις στην περίπτωση της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου… Μα, ακόμη και μέσα σε αυτούς τους λίγους, ελάχιστες είναι οι φωνές συνολικής εναντίωσης στην πολιτική βία: το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων εναντιώνεται στη μεμονωμένη τρομοκρατική βία (τη λεγόμενη ατομική τρομοκρατία) και τη διείσδυσή της στο χώρο της αντισυστημικής σκέψης – και την ίδια ώρα, με προσήλωση θρησκευτική, εξακολουθούν να ομνύουν στην «Επανάσταση» και τη συνακόλουθη βία που αυτή εξ ορισμού και καταστατικά προβλέπει: λένε πως «όταν ο Λαός εξεγερθεί μαζικά» (ιστορικά ποτέ δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο – πάντοτε οι πολιτικές επαναστάσεις ήταν πραξικοπήματα μιας μικρής ένοπλης μειοψηφίας), «τότε ναι, η βία είναι θεμιτή…» Άραγε γιατί άνθρωποι που γνωρίζουν (ή έστω: μπορούν να μάθουν) σε τι φριχτούς ολοκληρωτισμούς έχει οδηγήσει ιστορικά η κτηνωδία κάθε πολιτικής επανάστασης όποτε αυτή επικράτησε έχουν τέτοια (θρησκευτική) προσκόλληση σε μια, πέραν των άλλων, βαθύτατα εξουσιαστική πολιτική πρακτική (γιατί σε αυτό αποσκοπεί πάντοτε η επανάσταση: στην κατάληψη της εξουσίας διά της βίας);

Πρέπει να αναγνωρίσει κανείς στους περισσότερους από τους θιασώτες του «επαναστατικού» ρομαντισμού πως στη συντριπτική πλειοψηφία τους εμφορούνται από ανιδιοτέλεια και ειλικρινή ευαισθησία για τις πολυάριθμες και πολυεπίπεδες αδικίες και ανισότητες του κόσμου – και υπό την έννοια αυτή ίσως είναι οι πιο ευαίσθητες εκδοχές μιας (στη συντριπτική της πλειοψηφία) χειραγωγημένης και αφασικής κοινωνίας. Δυστυχώς βλέπω επαναληπτικά σε τούτη την αφετηρία την ίδια συνέχεια: οι άνθρωποι αυτοί, και παρά την εξαιρετικά ιδεαλιστική τους πρόθεση, χειραγωγούνται από το «επαναστατικό» φαντασιακό της βίας και της θεολογικής επίλυσης των ανθρώπινων προβλημάτων (και των ανθρώπινων αινιγμάτων) διά της επερχόμενης «Επανάστασης» (πάντοτε με κεφαλαίο έψιλον). Έτσι, αρνούνται τον δύσκολο δρόμο της συνύπαρξης, της αλληλεγγύης και της αγάπης (και είναι στ’ αλήθεια δύσκολο πράγμα η αγάπη) και παραδίνονται μονομιάς στην ευκολία της φαντασιακής «οργής», των μανιχαϊστικών όγκων του δικού μας «καλού» και του «κακού» των άλλων. Πολύ σύντομα η ευαισθησία τους έχει εγκλωβιστεί μέσα στην κτηνωδία της βίας και η ανθρωπότητα έχει γίνει στο νου τους ένας στρατοπεδικός κόσμος νοερών «συμμάχων» και νοερών «εχθρών». Μέσα από το παραμορφωτικό αυτό πρίσμα υιοθετούν αβασάνιστα στις πορείες τους φασιστικά συνθήματα συλλογικής ευθύνης («Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι») ή ωμής εξαγγελίας φόνου («Φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες») και αντιλαμβάνονται κάθε είδους κριτική ως «πρακτοριλίκι» ή, το λιγότερο, «υποταγή στο σύστημα»:. Επί της ουσίας, ανεπαισθήτως (ή και όχι τόσο ανεπαισθήτως) προσχωρούν στο φασισμό, δίχως να καταλαβαίνουν πως η εξαιρετική ταινία Το Κύμα αφορά και αυτούς (και όχι μονίμως κάποιους άλλους). Στο φαντασιακό τους, ο θαμπός και ακαταλόγιστος στόχος μιας «Επανάστασης» που θα καθάρει τον κόσμο εξαγνίζοντάς τον από όλα τα δεινά εν είδει Δευτέρας Παρουσίας είναι σημαντικότερος από τα τρεμάμενα ανθρώπινα σώματα· αν αυτά κινδυνεύσουν ή τρομοκρατηθούν από τις μολότοφ τους, τις πέτρες τους, τους λοστούς τους και τις σιδερογροθιές τους, λογαριάζονται ως παράπλευρες απώλειες: έτσι οι νεκροί της Μαρφίν «πεθαίνουν από αναθυμιάσεις» ή «από την ίδια την Ιστορία», «από ένα τρένο στις ράγες του οποίου αλυσοδέθηκαν». Δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος για την κτηνωδία από το να αποκαλείς τον εαυτό σου Ιστορία – η οποία φυσικά υπόκειται, ελέγχεται και κρίνεται μόνο από τον εαυτό της: έτσι δικαιολογούσαν οι ναζί (ο Χίμλερ, για παράδειγμα) το Ολοκαύτωμα – και διόλου συμπτωματικά ακριβώς αυτή ήταν και η επιχειρηματολογία εκείνων που αφάνισαν με δυο βόμβες 240.000 ανθρώπους στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι…

Είναι αναμφίβολα άδικο να ταυτίζουμε όλον τον χαρακτηριζόμενο ως «αναρχικό» ή «αντιεξουσιαστικό» χώρο με τους φονιάδες που σκότωσαν τους τρεις υπαλλήλους της Μαρφίν στις 5.5.2010 ή με τους απάνθρωπους τραμπούκους που εμπόδισαν το ασθενοφόρο να φτάσει στο καμένο κατάστημα. Στο «χώρο» αυτό βρίσκεται (ή περνάει) ένας σημαντικός αριθμός ετερόκλητων ανθρώπων. Κάποιοι εξ αυτών είναι πράγματι έτοιμοι τραμπούκοι ή/και εκκολαπτόμενοι νεοναζί. Κάποιοι άλλοι ωστόσο είναι άνθρωποι με εξαιρετικές ευαισθησίες, πολιτικές διαδρομές αλληλεγγύης, πολλά ταλέντα και ιδιαίτερα αιχμηρή ματιά στην κριτική της υπάρχουσας κατάστασης. Δυστυχώς αυτοί οι δεύτεροι αδικούν τον εαυτό τους και τις δυνατότητές τους όταν, στο όνομα της απαίσιας «Επανάστασης» και του φαντασιακού της, ανέχονται να κάνουν πορείες πλάι-πλάι με τους πρώτους, να αναλαμβάνουν το βάρος της φασιστικής βίας τους (που οι ίδιοι ποτέ δεν άσκησαν και ποτέ δεν ονειρεύτηκαν), να τους θεωρούν «συναγωνιστές» και «συντρόφους» (άραγε πόσην πολιτική αποφορά μυρίζει τούτη η λέξη;) – και στο όνομα ενός κοινού «εχθρού» που «παραμονεύει», «καραδοκεί», «έρχεται», «επίκειται» (ή ό,τι άλλο) να ταυτίζονται μαζί τους. Έτσι, μέσα από τη λογική της σταδιοποιημένης προσχώρησης το επαναστατικό φαντασιακό κυριαρχεί – και η βία γίνεται αποδεκτή, «ένα κέλευσμα της Ιστορίας» όπου κάτι μεγάλο και ασαφές «μας ενώνει»: το «επαναστατικό» διανοητικό Lager έχει σχηματιστεί – και πλέον είμαστε (: πλέουμε) μέσα του. Τότε πιάνουν δουλειά και οι ομοιοκαταληξίες – κάθε λογής ομοιοκαταληξίες, από την Bandiera Rossa μέχρι το δίστιχο του Νίκου Γκάτσου: «Λυπημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί / με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί». Είναι στ’ αλήθεια γοητευτικές οι ομοιοκαταληξίες – κάποιες φορές απροσπέλαστες· μα θα εκχωρήσουμε την ανθρώπινη πιθανότητά μας σε έναν στρατοπεδικό κόσμο και σε μιαν ομοιοκαταληξία, σε ένα «θέλει νεκροί χιλιάδες / να ’ναι στους τροχούς / θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους»; Φυσικά (και) σε αυτό το ερώτημα ο καθένας απαντάει από μόνος του· είναι προφανές πως εμένα δεν μου αρέσουν οι ομοιοκαταληξίες που μπορούν να απαγγελθούν από πολλούς μαζί – θαρρείς να γυρεύουν να κανονικοποιήσουν τη μνήμη μου: με φωτιά και με μαχαίρι και με ωραίες ομοιοκαταληξίες πάντοτε οι εξουσίες σκλαβώνουν τους ανθρώπους. Ως εκ τούτου, προτιμώ άλλους στίχους, ποιήματα που διαβάζονται κατά μόνας – και στην περίπτωση του Γκάτσου γυρνάω συνεχώς σε εκείνον τον τρομερό σπαραγμό της Αμοργού: «Μη γίνεσαι ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ.»

7. Μέσα σε κάθε κοσμοδιορθωτική ιδεολογία υπάρχει μια σταδιοποιημένη διαδικασία προσχώρησης στην κτηνωδία της βίας που αυτή επαγγέλλεται. Η προσχώρηση αυτή δεν γίνεται πάντοτε μονομιάς: ωραία λόγια, γοητευτικά προτάγματα ζευγαρωμένα με δήθεν εικονοκλαστικές (μα εξαιρετικά φτηνές και δημαγωγικές) εξυπνάδες λειτουργούν ως προπετάσματα και συγκροτούν γοργά το (πάντοτε ηρωικό) φαντασιακό. Κάποτε έρχεται η ώρα για τη βία (στο φαντασιακό ονομάζεται «πράξη» – και συνιστά την «υπέρτατη ώρα» όπου η ιδέα γίνεται «Αλήθεια»)· εκείνη την ώρα υπάρχουν όλων των διαβαθμίσεων τα επιχειρήματα που θα επιτρέψουν στο ήδη διαμορφωμένο φαντασιακό να αυτοδικαιωθεί και να αναπαραχθεί: η επικείμενη «απειλή», η «βία του εχθρού», η «ζωτική ανάγκη επιβίωσης», η «ανάγκη», η «Ιστορία που προχωρά», το βόλεμα μέσα στη δήθεν «νομοτέλειά» της. Αυτό ισχύει για τη βία κάθε ιδεολογίας: εθνικής, θρησκευτικής, ρατσιστικής, κρατικής, επαναστατικής. Οι συμμετέχοντες κάποτε διαπιστώνουν πως το κόψε-κόψε έχει ήδη ξεκινήσει, πως η ντούμπα με τα πτώματα υψώνεται· αλλά το φαντασιακό είναι πολύ ισχυρό για να παραδεχτούν τούτη την πραγματικότητα και να εναντιωθούν σε αυτήν – και το «συντροφικό» λίπος απορροφάει κάθε κραδασμό.

Δεν μιλάω για κάποιους άλλους – μιλώ για όλους μας (και για τον εαυτό μου): υπήρξαν φορές που όλοι μας υπήρξαμε αδρανείς – ή και, ακόμη χειρότερα, αφήσαμε τα αντανακλαστικά μας απέναντι στην πολιτική βία να βυθιστούν στο λίπος του βολέματος, στο λίπος του προαιώνιου «έθνους» και του αλάθητου κράτους ή στο λίπος της «επαναστατικής», «αναρχικής», «αντισυστημικής» ή όποιας άλλης φαντασίωσης… Όταν μετά τη δολοφονία του 15χρονου Χαμί Νατζάφι στα τέλη του Μαρτίου του 2010 έγραψα για την αποκρουστική μούγγα μεγάλου μέρους του αναρχικού χώρου στις επί της ουσίας πάντοτε νεοναζιστικές βόμβες, κατηγορήθηκα ως «Ιεροεξεταστής που καθισμένος στο θρόνο μου δικάζω τους ανθρώπους» – κι όλα αυτά επειδή είπα το αυτονόητο: πως η σιωπή σε ένα έγκλημα είναι συνενοχή. Τώρα, λοιπόν, για να κατέβω από το θρόνο του Ιεροεξεταστή, θα χρησιμοποιήσω ένα προσωπικό παράδειγμα: Ποιο λίπος με σκέπασε τόσο στα χρόνια 1994-1995 ώστε να υπηρετήσω ως δολοφόνος έναν φονικό στρατό, να ανεχτώ να κρατάω όπλα και να εκπαιδεύομαι σ’ αυτά, να βλέπω δεκάδες συστρατιώτες μου να εξεφτελίζονται σε κάθε λογής κτηνώδεις δοκιμασίες κι εγώ να συμμετέχω αδιαμαρτύρητα, να κάνω παρελάσεις σε πολιτείες ανθρώπων χουγιάζοντάς τους με τελετουργία φόνου και τρόμου και σκλαβιάς; Γιατί χρειάστηκα εννιά μετρημένα χρόνια για να καταγγείλω και να εναντιωθώ (εκ του ασφαλούς) στην κτηνωδία του στρατού που υπηρέτησα – και συνακόλουθα κάθε στρατού; Έπρεπε να φτάσω τριάντα τεσσάρων χρόνων για να καταλάβω πως ήμουν συνένοχος και συναυτουργός σε μιαν από τις μεγαλύτερες κτηνωδίες του κόσμου μας;

Από ανθρώπους που τους θεωρώ πολύ κοντινούς μου, πολλαπλά οικείους μου, προέρχεται και το δεύτερο παράδειγμά μου για το πώς σταδιοποιείται η σιωπή: στο εξαιρετικό κείμενό τους της 7.5.2010 «Για τους νεκρούς της Μαρφίν» (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2010/05/marfin.html – κατά τη γνώμη μου, το βαθύτερο κείμενο που γράφτηκε για τούτη τη δολοφονία) οι Θ. Πολλάτος, Π. Σιαβελής, Κ. Μπακόπουλος και Γ. Κορομηλάς γράφουν: «[…] Όλο αυτό ήταν το χρονικό μερικών προαναγγελθέντων θανάτων, η συνέχεια του Δεκέμβρη του 2008, όπου μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Opel, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στην Αλεξάνδρας, είχε πυρποληθεί και οι ένοικοι της πολυκατοικίας φώναζαν έντρομοι από τα μπαλκόνια να κάνει κάποιος κάτι. Κανένας δεν έκανε τίποτα όμως. Κανένας από όσους συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις δεν ανέλαβε το βάρος να διαχωρίσει τη θέση του με αυστηρότητα, όλοι πορευόμαστε μαζί με αυτούς τους μικρούς ναζί γιατί θεωρούμε ότι βρισκόμαστε στο ίδιο στρατόπεδο, πως είναι “παραστρατημένοι σύντροφοι”, πως δεν πρέπει “να κάνουμε δήλωση νομιμοφροσύνης στο κράτος”, πως “το κράτος είναι ο μόνος τρομοκράτης”, πως οι ρίζες του Κακού βρίσκονται αλλού, πως “φταίει ο Βγενόπουλος που δεν είχε βάλει ρολά” και άλλες μπούρδες που κρύβουν κάτω από το χαλί τις δικές μας ευθύνες […]».

Διαβάζω ξανά και ξανά το περιγραφόμενο γεγονός της πυρπόλησης της αντιπροσωπείας της Opel και μετρώ τους μήνες: αλίμονο, το γεγονός που οι τέσσερις συντάκτες του κειμένου περιγράφουν έγινε τον Δεκέμβριο του 2008 και η καταγγελία τους γίνεται τον Μάιο του 2010. Ποιο λίπος επαναστατικού και εξεγερσιακού φαντασιακού έκανε αυτούς τους ανθρώπους να σιωπήσουν επί ενάμιση χρόνο για μια κτηνώδη απόπειρα δολοφονίας που είδαν με τα μάτια τους, για ένα ευθύ έγκλημα κατά της ζωής; Ως μέλη μιας ενεργού συλλογικότητας είχαν στη διάθεσή τους έντυπο και ηλεκτρονικό βήμα για να διαμαρτυρηθούν· γιατί παρέδωσαν τον εαυτό τους στη μούγγα; – ποια πολιτική ηθική θεώρησαν πως αυτή υπηρετεί; Έπρεπε να υπάρξουν και οι πραγματικοί νεκροί της Μαρφίν για να αποφασίσουν πως οι μολότοφ φτιάχνονται για να τρομοκρατήσουν ανθρώπινες ψυχές και να σκοτώσουν ανθρώπινα σώματα και πως όσοι τις φτιάχνουν και όσοι τις πετάνε είναι πρώτα από όλα νεοναζί φονιάδες;

Κι αν οι τέσσερις βρήκαν (προς τιμήν τους) κάποτε το θάρρος να μιλήσουν, έστω και ενάμιση χρόνο μετά, υπάρχουν χιλιάδες άλλοι άνθρωποι που τον Δεκέμβρη του 2008 είδαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (γιατί όλοι το είδαν) διάφορους δολοφόνους να πυρπολούν πολυκατοικίες αδιαφορώντας αν θα οδηγήσουν στον θάνατο δεκάδες συνανθρώπους τους… Η συντριπτική πλειοψηφία όλων αυτών, ακόμη και τώρα, θάβουν το γεγονός μέσα τους, καμώνονται πως δεν είδαν, δεν άκουσαν, δεν πρόσεξαν, μιλούν για «μπάχαλα» (για να υποβαθμίσουν τις κτηνώδεις επαναληπτικές απόπειρες φόνου), εντέλει εγκαταλείπουν τους εαυτούς τους σε μιαν αποκρουστική συνενοχή. Αξίζει κανείς να σκεφτεί το γιατί όλοι αυτοί, οι τάχα «αυτόνομοι», προσχωρούν έτσι, ως συντεταγμένο κοπάδι, στην κτηνωδία. Διότι στον ανορθολογικό στρατοπεδικό κόσμο τους «ένας είναι ο εχθρός», διότι το αίμα των «εχθρών» είναι φύρα και λεκές σε αντίθεση με το αίμα των «δικών» που είναι ιερή κηλίδα, διότι εντέλει είδαν στον Δεκέμβριο του 2008 τη φαντασιακά πολυπόθητη «εξέγερση», την τόσο απαραίτητη για να εξακολουθήσουν να μηρυκάζουν τα φτηνά τσιτάτα του Γκι Ντεμπόρ ή (εσχάτως) του Σλαβόι Ζίζεκ και διαφόρων άλλων που συνθηματοποιούν τη σαχλαμάρα. Μα κάποτε το καρναβάλι τελειώνει και τα πτώματα μυρίζουν· κι οι εξυπνάδες που μάθαμε να λέμε δεν αρκούν για να κρύψουν τη θλιβερή αλήθεια: πως, αλίμονο, συνηθίσαμε τη μυρωδιά των πτωμάτων – την ονομάσαμε Ιστορία και την εντάξαμε στον Κανόνα μας…

Έτσι, η μεγάλη πλειοψηφία των (αυτοχαρακτηριζόμενων) «αντιεξουσιαστών» σιώπησαν για το φόνο του 15χρονου Χαμί Νατζάφι και ξανασιώπησαν για τους νεκρούς της Μαρφίν· και στον επόμενο πολιτικό φόνο θα ψάξουν να δούνε σε ποιο «στρατόπεδο» ανήκε ο φονιάς, για να πράξουν ανάλογα ή για να σιωπήσουν ακόμη αναλογικότερα. Άραγε αναρωτήθηκαν ποιαν ηθική υπηρετούν με τη σιωπή τους, ποιαν «αντιεξουσία», ποιον «αναρχισμό» και ποιαν ανθρωπιά; Καταλαβαίνουν πως η εξακολουθητική μούγγα τους δεν βαραίνει στη μεριά των αθώων θυμάτων (του νεκρού Αλέξη Γρηγορόπουλου για τον οποίο τάχα διαδήλωναν κάποτε) αλλά στη μεριά των ενόχων θυτών; Ποιον «καλύτερο» και «δικαιότερο» και «ανθρωπινότερο» κόσμο ευαγγελίζονται, όταν δίπλα τους δολοφόνοι καίνε ή προσπαθούν να κάψουν ανθρώπους και αυτοί τούς ανέχονται και σιωπούν;

8. Λογαριάζω τη χοάνη της αντισυστημικής σκέψης ως έναν εξαιρετικά ζωτικό άξονα του δυτικού πολιτισμού και των δυτικών δημοκρατιών – εξάλλου, από τότε που άρχισα να γράφω πολιτικά κείμενα, σε τούτη την οπτική προσβλέπω (με τα όποια σωστά και με τα όποια λάθη μου). Και είναι αυτονόητο το ότι έχουμε να υπερασπιστούμε την ύπαρξη της σκέψης αυτής ως κόρην οφθαλμού: μας προσφέρει τη διαχρονική, συνεχή, πολύπλευρη και πολυεπίπεδη κριτική για τις κτηνωδίες της κυρίαρχης ιδεολογίας και της κατεστημένης πολιτικής οντότητας – και σε φιλοσοφικό επίπεδο τον ριζικό σκεπτικισμό συνδυασμένο με το αίτημα για αναθεώρηση όλων των αξιών. Δίχως αυτή την κριτική και δίχως ετούτο το διαχρονικό αίτημα, ο ορίζοντας προσδοκίας μας για το πολιτικό διακύβευμα του μέλλοντος θα είναι κολοβός – και η δημοκρατία (ό,τι λογαριάζουμε και ό,τι περιμένουμε ως δημοκρατία) θα αποκαλυφτεί ως μια εξαρχής ταριχευμένη μούμια – έτοιμη για τα μουσεία του μέλλοντος.

Συνακόλουθα, θα ήταν πέρα για πέρα λανθασμένο να εκλάβει κανείς ετούτο το κείμενο και τη σκληρότατη κριτική που εδώ και χρόνια κάνω στην πολιτική βία ως επίθεση στην αντισυστημική σκέψη. Ας μου συγχωρεθεί η ενδεχόμενη έπαρση, μα θεωρώ το κείμενο αυτό (και τα υπόλοιπα αντίστοιχα κείμενά μου) μιαν απελπισμένη υπεράσπιση τούτης της σκέψης (έτσι όπως την όρισε ο Ιμάνουελ Βαλερστάιν: μιαν οπτική που προσβλέπει σε μεταρρύθμιση των συστημικών δομών εξουσίας και όχι στην αντικατάστασή τους με καινούργιες πανομοιότυπες «επαναστατικές» και συνήθως αφόρητα συστημικές δομές). Ως εκ τούτου, όλη αυτή η συνολική άρνηση της πολιτικής βίας από μέρους μου (με κείμενα και βιβλία μιας πενταετίας) δεν είναι επίθεση στην αντισυστημική σκέψη αλλά υπεράσπισή της. Γιατί βέβαια δεν είναι αντισυστημική σκέψη το να ομνύεις στη βία, να τρομοκρατείς, να προσδοκάς μιαν «επανάσταση» που θα σε κάνει εξουσία στη θέση της εξουσίας: είναι μια βαθιά συστημική επιβεβαίωση. Είναι μια ήττα του ίδιου μας του εαυτού – η μεγάλη μας ήττα.

Πολλές (πάρα πολλές) φορές οι άνθρωποι συνηθίζουν να ντύνουν τις πράξεις τους με ωραίες λέξεις: οι φλόγες της Ιεράς Εξέτασης έκαιγαν ανθρώπους στο όνομα της «αγάπης», τα εγκλήματα του ναζισμού, του φασισμού και του κομμουνισμού γίνονταν στο όνομα του «μέλλοντος» και του «νέου ανθρώπου»… Μπορεί κάποιος να πάρει στο χέρι του ένα πιστόλι ή μια μολότοφ ή ένα λοστάρι και να δηλώνει πως είναι «αναρχικός» και «αντιεξουσιαστής», να πει πως σκοτώνει, καίει, σπάζει στο όνομα της «ζωής»· μα το ότι ο κάθε δήθεν «αντιεξουσιαστής» μπορεί να λέει ό,τι θέλει δεν σημαίνει φυσικά πως αυτό που λέει έχει την οποιαδήποτε επαφή με την πραγματικότητα. Το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό: τον Δεκέμβριο του 2008 ένα εύηχο σύνθημα χρησιμοποιήθηκε ευρέως προς όσους διαμαρτυρήθηκαν για τα τάγματα εφόδου που κατέστρεφαν, έκαιγαν και πυρπολούσαν – ένα σύνθημα που, ωστόσο, χρησιμοποιήθηκε ως ακρότατο όριο του ελληνικού πολιτικού ανορθολογισμού: «Εσείς μιλάτε για βιτρίνες, εμείς μιλάμε για ζωές…» Πράγματι τα λόγια είναι όμορφα – μα πόση ορθολογική σύνδεση έχουν με την πραγματικότητα; Ποια αιτιακή σχέση υπήρχε ανάμεσα στην τυφλή βία των ταγμάτων εφόδου που παρήλαυναν αυτοδικαιωμένα ως στρατός σε κατακτημένη πόλη και στις «ζωές» για τις οποίες τάχα μιλούσαν; Και για να γίνω σαφέστερος: ποιες «ζωές» υπερασπιζόταν κάποιος που έκαιγε, έσπαζε, πετούσε μολότοφ, κυκλοφορούσε με λοστάρια και τρομοκρατούσε τους συνανθρώπους του; Μήπως θα γυρνούσε πίσω ο δολοφονημένος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος αν έσπαγαν 1.000 ή 10.000 βιτρίνες και άλλοι τόσοι σηματοδότες; Ποιαν «ζωή» υπερασπίστηκαν οι φονιάδες που έκαψαν την αντιπροσωπεία της Opel για την οποία έγινε λόγος παραπάνω; Πόσος παραλογισμός μπορεί να χωρέσει σε οχτώ ωραίες λέξεις – και πόσος εξαγγελμένος θάνατος σέρνεται πίσω από τον συνειδητό ανορθολογισμό… Τη ζωή την υπερασπίζεται κανείς με το να αντιστέκεται στη βία και όχι με το να ομνύει σε αυτήν, να γίνεται τελετουργός της και δούλος της, να ενισχύει με όλη του την ψυχή την απέναντι βία και καταστολή… Και αυτοί που έσπειραν τη νεοναζιστική βία του Δεκεμβρίου του 2008 (προσοχή: δεν μιλάω γι’ αυτούς που απολύτως θεμιτά διαδήλωσαν, μιλάω γι’ αυτούς που έδωσαν στον εαυτό τους το δικαίωμα της πολιτικής βίας) μιλούσαν μεν ρητορικά για «ζωή», μα στην ουσία υπόσχονταν τον θάνατο και τον τρόμο του θανάτου, τον έσπερναν με κάθε πράξη τους… Και, ενάμιση χρόνο μετά, ήδη θέρισαν ανυπολόγιστο τρόμο, κρατική καταστολή, ακύρωση πολιτικών ελευθεριών, εκλογική άνοδο του νεοφασισμού και πέντε θανάτους – έξι, αν υπολογίσει κανείς και το αγέννητο μωρό της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου…

Υπάρχει μια ακόμη συνήθεια (κάτι μεταξύ πρακτικής και ακαριαίου, περίπου θρησκευτικού, αντανακλαστικού) του λεγόμενου «αντιεξουσιαστικού» χώρου. Όταν κάποιος τούς κάνει κριτική για τη σταδιακή προσχώρηση στη βία και υποστηρίζει πως αυτή η προσχώρηση τούς κάνει φασίστες, αυτοί αντιδρούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο: βαφτίζουν αυτόν που ασκεί την κριτική, όποιος κι αν είναι αυτός, «υπηρέτη της εξουσίας», «πράκτορα του κράτους», «παπαγαλάκι της ασφάλειας», «τσιράκι του φιλελευθερισμού», «καθεστωτικό διανοούμενο στην υπηρεσία του συστήματος». Για παράδειγμα, όσοι βρήκαν το θάρρος να εναντιωθούν στην εκτεταμένη χρήση φασιστικής πολιτικής βίας τον Δεκέμβριο του 2008 χαρακτηρίστηκαν συλλήβδην ως «καθεστωτικοί διανοούμενοι» οι οποίοι περίπου «επιστρατεύτηκαν» για να στηρίξουν «το σύστημα». Και πάλι βλέπουμε πως το φαντασιακό λίπος πνίγει κάθε ορθολογισμό και ανταμώνεται με το ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί… Ανάμεσα σε όλες τις σχετικές τοποθετήσεις αντίθεσης στη βία του Δεκεμβρίου του 2008 υπήρχαν όντως προσεγγίσεις τυφλής επαναφοράς στην «τάξη» (δηλαδή πρόταση για φασιστική καταστολή στη φασιστική βία) – μα υπήρξαν και εξαιρετικές τοποθετήσεις καταδίκης του γενεσιουργού πυρήνα κάθε βίας… Από πότε όποιος αντιτίθεται στα τάγματα εφόδου του Δεκεμβρίου του 2008 είναι «καθεστωτικός υπερασπιστής του Κορκονέα» – και γιατί αυτός που ομνύει σε αυτά είναι «αντικαθεστωτικός»; Κι αν κάποιος διαμαρτυρόταν τότε για τη δολοφονική πυρπόληση της πολυκατοικίας της Opel στην Αλεξάνδρας, θα ήταν «καθεστωτικός διανοούμενος»; Κι όλοι αυτοί που άπλωσαν την υπέροχη επαναστατική μούγγα ήταν «αντικαθεστωτικοί»; – γιατί εγώ (και όχι μόνον εγώ) πιστεύω ακριβώς το αντίθετο…

Προσωπικά μού αρέσει πολύ η οξεία κριτική – μα όποιος την κάνει, καλά θα κάνει να περιμένει αντίλογο… Σε διάφορα δήθεν «αντιεξουσιαστικά» (μα επαναλαμβάνω: βαθύτατα φασιστικά και εξουσιαστικά) φόρουμ του Διαδικτύου (όπου συνηθίζεται το εν χορώ ανώνυμο βρίσιμο) ρωτούνε με το ήθος της ανωνυμογραφίας που τους χαρακτηρίζει: «Γιατί ο πρακτοράκος» (εγώ είμαι αυτός) «δεν μιλά για τη βία του κράτους και της αστυνομίας;» Αλίμονο, δεν φταίω εγώ που εκείνοι είναι λειτουργικά αναλφάβητοι: σε 7 βιβλία μου και σε περισσότερα από 70 άρθρα και δοκίμιά μου καταγγέλλω σε όλους τους τόνους την κρατική βία σε όλες της τις εκφάνσεις· εξάλλου, για να αντιπαρατεθώ θεσμικά σε αυτήν τη βία έγινα και αντιρρησίας συνείδησης – κι επιπλέον, τον καιρό που υπήρξα εθελοντής ακτιβιστής στους τσιγγάνικους μαχαλάδες, έχω κάνει περισσότερες από 30 μηνυτήριες αναφορές σε κρατικούς λειτουργούς. Και όλην αυτή την κρατική βία την καταγγέλλω με το όνομά μου και το επίθετό μου και όχι ως κρυπτόμενος θρασύδειλος – και αποδέχτηκα να χάσω τη δουλειά μου, να αποκλειστώ, να λοιδορηθώ, να βρεθώ κατηγορούμενος στα δικαστήρια και (ελπίζω) και στα στρατοδικεία Οι ανώνυμοι που παριστάνουν τους «επαναστάτες», τι έχουν κάνει στη ζωή τους με το όνομα και το επίθετό τους; – έχουν έστω διανοηθεί το ένα εκατοστό από όλα αυτά; Ή μήπως έχουν τάξει τη ζωή τους κατ’ αποκλειστικότητα στο να ενισχύουν ανωνύμως και ευθέως την κρατική/αστυνομική βία την οποία τάχα πολεμούν; Γιατί πράκτορες και πιστοί υπηρέτες της κρατικής βίας είναι τα δήθεν «αντιεξουσιαστικά» Τάγματα Εφόδου, οι διαφόρων διαβαθμίσεων νεοναζί που υποδύονται τους «αντιεξουσιαστές» και σκοτώνουν ανθρώπους, βάζουν βόμβες, πετούν μολότοφ και πέτρες, δέρνουν, τρομοκρατούν, τραμπουκίζουν. Αυτοί τροφοδοτούν την κρατική καταστολή και αυθαιρεσία, τζογάρουν την ύπαρξή της στο μίσος, πρακτορεύουν την κοινωνία εν τρόμω και ωθούν τους τρομαγμένους ανθρώπους στο φασισμό της καταστολής.

(Κι εδώ έχω ανάγκη από μια παρένθεση: φυσικά και δεν θεωρώ τον εαυτό μου αγωνιστή – ένας δειλός άνθρωπος είμαι… Αγωνιστές του δικού μου κόσμου είναι οι αντιρρησίες συνείδησης που πήγαν στη φυλακή για να υπερασπιστούν την ανθρώπινη τιμή όλων μας, οι εθελοντές γιατροί που διακινδυνεύουν τη ζωή τους στις εμπόλεμες ζώνες και τις εσχατιές του κόσμου, οι συνεπείς ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της οικολογίας… Αλλά, έστω και εκ του ασφαλούς, αφότου βγήκα από τη μέγγενη του στρατού εναντιώνομαι στην κρατική βία και αυθαιρεσία επί δεκαπέντε χρόνια με το όνομα και το επίθετό μου: και αυτά που έχω κάνει και αυτά που έχω γράψει είναι δράσεις συγκεκριμένες, καταμετρήσιμες και σαφείς. Αντίθετα, οι ανώνυμοι δήθεν «αντιεξουσιαστές» που είτε βάζουν βόμβες είτε κυκλοφορούν ως τάγματα εφόδου με τα λοστάρια και τις κουκούλες είναι τυφλοί υπηρέτες της κρατικής καταστολής, φτηνοί δούλοι της… Η κρατική βία και καταστολή τούς έχει τόσην ανάγκη, ώστε αν δεν υπήρχαν θα τους είχε εφεύρει…)

9. Μια από τις οριακές αξίες του δυτικού κόσμου είναι το ότι εμπεριέχει μέσα του και τις μορφές της άρνησής του. Αυτή την αξία έχουμε να την υπερασπιστούμε πάση θυσία. Ο καθένας μπορεί να ονειρεύεται φυλετικά, εθνικά ή επαναστατικά ποτάμια αίματος – γιατί ο καθένας έχει το δικαίωμα να μισεί με την ίδια ένταση που θα θέλαμε να αγαπάμε· έχει το δικαίωμα να είναι φασίστας με το ίδιο πάθος που ερωτεύεται. Είναι χρέος μας να ακούγεται ελεύθερα και ανεμπόδιστα ο λόγος τού καθενός που μας εχθρεύεται (με τον ίδιο τρόπο που είναι χρέος μας να ακούγεται ο λόγος των νοσταλγών του Χίτλερ…). Ωστόσο, όσοι πιστεύουμε πως η ανθρωπιά και η βία είναι έννοιες αντιθετικές, ενδεχομένως να έχουμε να γυρέψουμε κι ένα δεύτερο, παράλληλο νήμα: να μιλήσουμε για την ανθρώπινη αξία πέρα από τις ιδέες που υπηρετούμε, για τα τρεμάμενα ανθρώπινα σώματα που απειλούνται, να πάρουμε θέση ενάντια στη βία, να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο και να προτείνουμε μιαν άλλη λογική: ο ανθρώπινος αγώνας είναι εξαρχής πνευματικός… Εξάλλου ο αγώνας ανάμεσα στην εξουσία και την ανθρωπιά ουσιαστικά μετασχηματίζεται σε αγώνα ανάμεσα στη βία (που είναι προϋπόθεση για κάθε εξουσία) και τη ζωή (που είναι προϋπόθεση για κάθε ανθρωπιά).

Κι όχι αυταπάτες προπαντός. Η βία έρχεται – αυτοδικαιώνεται και παρελαύνει… Δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πως στον κόσμο των όλο και πιο διακριτών ανισοτήτων ετούτη η βία θα πολλαπλασιαστεί: θα είναι φτώχεια και πείνα, θα είναι οικολογική καταστροφή που θα βρίσκει πρόφαση στη φτώχεια και την πείνα, θα είναι κοινωνική ανισότητα, θα είναι εθνικισμοί και εθνικά κράτη που θα σέρνονται σε πολέμους για να κουκουλώσουν την κοινωνική ανισότητα, θα είναι ανεξέλεγκτος θρησκευτικός φονταμενταλισμός και μισαλλοδοξία που θα υπηρετούν κάθε ισορροπία του τρόμου, θα είναι κάθε λογής ρατσισμός μπολιασμένος με νεοευγονικές βιογενετικές απολήξεις, θα είναι κρατική/αστυνομική βία ζευγαρωμένη με μητροπολιτική βία, πολιτική τρομοκρατία, χουλιγκανισμός, ταξική βία, επαναστατική βία, τυφλό μίσος. Τούτη η βία θα ανατροφοδοτείται με ανεξέλεγκτη ροή γεγονότων, με πολλαπλούς ομφάλιους λώρους, με ακαταλόγιστη Ιστορία, με εξαχρειωμένη ευκολία, με θεριεμένη αυτοκατάφαση… Σε καμία περίπτωση δεν είμαι φιλόσοφος (και δεν θέλω να είμαι) – ωστόσο νομίζω πως η σχέση μας με την πολιτική βία είναι το ένα από τα δύο κρισιμότερα πολιτικά διακυβεύματα του καιρού μας (το δεύτερο –που προφανώς συνδέεται με το πρώτο– νομίζω πως είναι η σχέση μας με αυτό που τρώμε, το ότι σκοτώνουμε για να φάμε – και το εάν έχουμε να γυρέψουμε μια αντιπρόταση σε τούτη τη δήθεν νομοτελειακή σχέση θανάτου).

Η απάντηση σε όλην αυτή την ποικιλώνυμη βία μπορεί να είναι μόνον η καθολική άρνησή της – και όχι η αποδοχή της διά μιας προσχηματικής αντι-βίας που θα είναι η δικαίωση της πρωτεύουσας βίας και η διαρκής ανατροφοδοσία της. Μονάχα μέσα από τούτη την άρνηση μπορεί να προκύψει η αλληλεγγύη, η δημοκρατική εγρήγορση, ο αγώνας για δημοκρατικότερους νόμους, για τα ανθρώπινα δικαιώματα των απελπισμένων, για τη δεύτερη ευκαιρία τού καθενός πάνω στη γη. Η πολιτική ανυπακοή, η αντίρρηση συνείδησης, η ελευθερία του λόγου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κοινωνική αλληλεγγύη, η αγωνία μιας οικολογικής στάσης απέναντι στο περιβάλλον, η αναγνώριση της έννοιας του δικαιώματος στα ζώα είναι μερικές πτυχές του πολύπλευρου πεδίου ενός αγώνα για δημοκρατία και για ζωή. Και στη δύσκολη αυτή υπόθεση δεν περισσεύει κανένας από την κάθε ημέρα μας: ο αιμοδότης που ξεπερνά τη βαρεμάρα του και το δισταγμό του για να δώσει αίμα, ο χορτοφάγος που προσπαθεί να εμβαθύνει σε μιαν ευαισθησία ζωής επιλέγοντας να αρνηθεί να σκοτώνει για να φάει, ο εθελοντής γιατρός που αφήνει την ασφάλεια της Δύσης για να κάνει ιατρείο στην Καμπότζη ή στο Νταρφούρ, ο ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που βρίσκεται στον όλεθρο της Γάζας, το μέλος τής μη κυβερνητικής οργάνωσης που πιέζει για τον έλεγχο της θαλάσσιας αλιείας στη Βόρεια Θάλασσα, ο πολιτικός ακτιβιστής που ζητάει δικαιότερη ρύθμιση των χρεών του Τρίτου Κόσμου, ο αντιρρησίας συνείδησης που διεκδικεί σε φυλακές και στρατοδικεία τη συνείδηση του καιρού του, όλοι αυτοί συνδέονται με ένα αόρατο μα ευθύ νήμα με τον Μαχάτμα Γκάντι και τη Σόφι Σολ, με τον Τζον Λένον και τη Ρέιτσελ Κόρι, με τους φοιτητές που στάθηκαν στην πύλη του Πολυτεχνείου το ξημέρωμα της 17ης Νοεμβρίου του 1973 και με τον Κινέζο φοιτητή που χόρεψε με το σώμα του τα τανκς του μεγαλύτερου στρατού του κόσμου στην Πλατεία Τιεν-Αν-Μεν εκείνον τον Ιούλιο του 1989. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι διέθεσαν κάτι από τον εαυτό τους στον αγώνα ενάντια στη βία: οι πιο ηρωικοί την ίδια τη ζωή τους, οι πιο καθημερινοί ένα τέταρτο της ώρας – ας πούμε έναν ασκό αίμα, δηλαδή ένα μικρό κομμάτι ζωής που μπορεί να σταθεί αρκετό για να σώσει μια ολόκληρη ζωή, που με τη σειρά της μπορεί να σώσει τον κόσμο ολόκληρο…

10. Ξεκίνησα αυτή την άτακτη περιδιάβαση σε σκέψεις και επιχειρήματα με ένα περιστατικό: τη συνάντηση του Γκάντι με τον ινδουιστή που μόλις είχε σκοτώσει τρία παιδιά μουσουλμάνων. Θα κλείσω με ένα ακόμη περιστατικό που συνέβη πριν δέκα χρόνια και στο κέντρο του βρέθηκε μια γυναίκα· εξάλλου η γυναικεία φύση είναι από μόνη της μια προφανής ζωτική αντίπραξη στη βία: μέσα από το σώμα των γυναικών συνεχίζει η ζωή.

Διάβασα την ιστορία της Δομινικανής Φαουστίνας Μερσέντες στις εφημερίδες, τον Ιανουάριο του 2001 – έναν καιρό που ψάρευα παντού γύρω μου «υλικό για ποιήματα». Είναι μια είδηση περίπου καθημερινή, μια απλή ιστορία· τόσο απλή, που σκέφτηκα πως δεν είναι ποίημα, πως δεν μπορεί να γίνει ποίημα.

Ήταν δεκαεφτά πεινασμένοι σε μια σχεδία – είχανε ξεκινήσει από τον Άγιο Δομίνικο για το Πόρτο Ρίκο. Ήταν μετανάστες. Ανάμεσά τους κι αυτή· τριανταενός χρονών, είχε αφήσει την ενός έτους κόρη της πίσω κι είχε ανεβεί για να βρει δουλειά, να περάσει στη Φλόριντα – να σωθεί. Ανάποδοι άνεμοι εβγάλαν τη σχεδία στον Ατλαντικό· τροφή και νερό σώθηκαν από την τρίτη ημέρα. Τότε έγινε: η Φαουστίνα κατέβασε γάλα. Για δώδεκα μέρες θήλασε με το γάλα της τους δεκάξι απόκληρους της σχεδίας. Κι έπειτα η αδελφή της θήλαζε λίγες ακόμη σταγόνες και της τις έφτυνε στο στόμα για να κρατηθεί κι ίδια στη ζωή. Μετά από δώδεκα μέρες ξεβράστηκαν στη στεριά ζωντανοί. Για δώδεκα μέρες έπιναν το μητρικό γάλα – και έζησαν από αυτό. Μια γυναίκα μπορεί να γίνει ανθρωπότητα.

Τι απέγινε η Φαουστίνα Μερσέντες: πιθανώς σήμερα να κατέληξε εργάτρια στο Μαϊάμι ή να έμεινε στον Δομίνικο να πλέκει καλάθια για τους τουρίστες. Μπορεί να την ξέκανε μια φυματίωση ή μια μαλάρια – ή μια φιλάνθρωπη αμερικάνικη εταιρεία σκυλοτροφών ή φούρνων μικροκυμάτων να της έδωσε δουλειά και μισθό για να συνεχίσει τη ζωή της. Άραγε τι κάνει η κόρη της; – είναι καλά, ζούνε μαζί, έκανε άλλα παιδιά; Δεν θα μάθω ποτέ τη μορφή της – στην εφημερίδα δεν είχε φωτογραφία της. Μα σκέφτομαι πως μπορώ να τη φανταστώ. Κι ακόμη περισσότερο: μπορώ να πιστέψω σε αυτήν, μπορώ να πιστέψω στο σώμα της, μπορώ να πιστέψω στο γάλα της. Ένα τρεμάμενο σώμα είναι γεμάτο με πιθανότητες. Ένα σώμα κατεβάζει γάλα. Ένα σώμα κουβαλάει την πιθανότητα όλης της ανθρωπότητας.

Οι άνθρωποι δεν διαλέγουμε τη ζωή μας – διαλέγουμε ωστόσο την ελπίδα μας, την προσδοκία μας από το μέλλον, την πιθανότητά μας, πάντοτε ο καθένας για τον εαυτό του. Παρόμοια κι εγώ: μιλώντας για τον εαυτό μου μπορώ να πω πως πια δεν πιστεύω σε κανέναν Θεό, σε κανέναν Λαό και σε κανέναν μεγαλοφονιά, σε καμιά θρησκεία φονιάδων, σε κανένα έθνος φονιάδων και σε καμιά επανάσταση φονιάδων, σε κανέναν φονικό -ισμό και σε καμία φονική σημαία. Πιστεύω στην πιθανότητα της Φαουστίνας Μερσέντες.

* * *

Γι’ αυτό το κομμάτι της ζωής που μπορεί να πάει μακρύτερα από τη βία, για την ανθρώπινη πιθανότητα μιας αντιπρότασης στο φόνο και τον τρόμο δίχως τα Τιεν-αν-μεν-αλλά κάποιου φαντασιακού παραπετάσματος, εντέλει για εκείνα τα ορφανά παιδιά ενός μακρινού μα και τόσο κοντινού καιρού που, κόντρα σε κάθε ιστορία, έχουμε να μεγαλώσουμε σα δικά μας, νομίζω πως αξίζει να μιλούμε, να επιμένουμε, να προσπαθούμε να ψηλαφήσουμε (αυτή είναι η σωστή λέξη: να ψηλαφήσουμε) ένα βιωματικό πολιτικό νόημα μη βίας σε έναν ακατανόητο κόσμο αδιάκοπης βίας… Δεν γυρεύω κανένα πρόταγμα, δεν ονειρεύομαι κανενός είδους πολιτικό ή άλλο μανιφέστο: εδώ και χρόνια αποστρέφομαι τα κάθε λογής ιερά βιβλία και τις αναγγελίες τους. Μα σκέφτομαι πως οι άνθρωποι μπορούμε να συναντηθούμε με τις διαφορετικές (ή και τις παράλληλες) διαδρομές μας, πάντοτε ο καθένας από μόνος του, με αποκλειστικά δική του συνειδητή απόφαση (κατά δαίμονα εαυτού). Σε τούτη τη συνάντηση (εντέλει: συνάντηση των βλεμμάτων) ίσως μπορεί να μας ενώσει και κάτι άλλο πέρα από το φόβο: η υποψία (ή και η αγωνία) της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης (της αγάπης;), μια υποψία που, με τη σειρά της, ίσως να μπορεί να σταθεί απέναντι στην κτηνωδία της βίας (την ολόδική μας κτηνωδία), την προελαύνουσα και αυτιστικά αυτοδικαιωμένη, τη διαρκώς αναπαράγουσα τον εαυτό της ως στρατηγική τρόμου και ως διανοητικό στρατόπεδο υποταγής.

Πολλοί –οι περισσότεροι– θα χλευάσουν, θα ειρωνευτούν, θα πούνε πως οι υποψίες είναι αστικές παλινωδίες, θα ξαναμιλήσουν για «πέμπτες φάλαγγες» και για «δεκανίκια του συστήματος»… Αναμενόμενο και θεμιτό. Μα αν εκείνη η πιθανότητα της Φαουστίνας Μερσέντες αφορά έστω κι έναν αναγνώστη, ίσως τούτες οι γραμμές να μην είναι ανώφελες.

Θανάσης Τριαρίδης – Καλοκαίρι 2010

 

[Βιβλία του Θ. Τ. ενάντια στην πολιτική βία: Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα (http://www.triaridis.gr/soma/, 2006) * H αληθινή ιστορία της Αΐντας και του Ρανταμές, μια αφήγηση (http://www.triaridis.gr/aida/, 2005) * Τα μελένια λεμόνια – η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων, (http://www.triaridis.gr/melenia/, 2005, 2007) * Ich bebe – Όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλογα (http://www.triaridis.gr/ichbebe/, 2007) * Το κόψε-κόψε ή όταν οι γκοτζίλες εξανθρωπίζονται (http://www.triaridis.gr/kopse/, 2008, 2009). Ειδικότερα, κείμενα ενάντια στην «επανάσταση» και την «επαναστατική» βία: Το δικαίωμα του να είσαι φασίστας (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD031.htm, 2005), Εκείνο το λουλούδι που μαραίνεται (http://www.triaridis.gr/keimena/keimC004.htm, 2004), Μικρή σημείωση για το σώμα που πέφτει (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD041.htm, 2005), Ανθρωποδιορθωτισμός: η ντούμπα με τα πτώματα ως προϋπόθεση της αγάπης (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD058.htm, 2007), Αυτοί που βούλιαξαν, εμείς που βουλιάζουμε (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD061.htm, 2009), Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD065.htm, 2010), Θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν; (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD067.htm, 2010). Επίσης τα κεφάλαια 11 (Εμπρός της γης οι κολασμένοι) και 12 (Ιnno della Rivolta) από το βιβλίο Το κόψε-κόψε ή όταν οι γκοτζίλες εξανθρωπίζονται (http://www.triaridis.gr/kopse/, 2008, 2009.]

Θανάσης Τριαρίδης (Θεσσαλονίκη, 1970). Συγγραφέας και αντιρρησίας συνείδησης. Έχει γράψει 28 βιβλία με αφηγήσεις και δοκίμια και περισσότερα από 150 άρθρα, όλα συγκεντρωμένα στην ιστοσελίδα http://triaridis.gr/. Στα χρόνια 1996-2001 υπήρξε ακτιβιστής του Δικτύου DROM για τα κοινωνικά δικαιώματα των Τσιγγάνων, ενώ από το 1996 συμμετείχε ενεργά στη δημιουργία του Δικτύου Εθελοντών Δοτών Αιμοπεταλίων Θεσσαλονίκης. Το καλοκαίρι του 2005 διέκοψε τη 18μηνη συνεργασία του με την εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, όταν η τελευταία αρνήθηκε να δημοσιεύσει το κείμενό του που αφορούσε την κομμένη μακεδονική γλώσσα και την αναγκαιότητα διδασκαλίας της στα σχολεία (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD046.htm). Στα χρόνια 2005-2008 δημιούργησε και συντόνισε τη σειρά Αντιρρήσεις στις εκδόσεις «τυπωθήτω», όπου εκδόθηκαν συνολικά έξι βιβλία (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD059.htm). Από το καλοκαίρι του 2009 είναι αρνητής εφεδρικής στράτευσης και αντιρρησίας συνείδησης (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD062.htm). Τον Δεκέμβριο του 2009 έκανε αίτηση προς τον Συνήγορο του Πολίτη για απομάκρυνση των θρησκευτικών συμβόλων από τις σχολικές αίθουσες και για την κατάργηση της σχολικής προσευχής και του σχολικού εκκλησιασμού (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD063.htm). Έχει γράψει πολλά κείμενα ενάντια στα έθνη, τις θρησκείες, τους ολοκληρωτισμούς, τους κοσμοδιορθωτισμούς και τον ανθρωποδιορθωτισμό, το ρατσισμό και κάθε μορφή ατομικής και συλλογικής βίας.

Advertisements

Παναγιώτης Σιαβελής – O Μύθος ως υπόστρωμα της βαρβαρότητας

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:47 μμ

Παναγιώτης Σιαβελής

 

 

O Μύθος ως υπόστρωμα της βαρβαρότητας


 

 

 

«Ο μύθος εγκατέλειψε το παραδοσιακό του ένδυμα και εισχώρησε έτσι στη φαινομενικά κοσμική σφαίρα των κοινωνιών: ο σύγχρονος μύθος μπορεί να μην έχει, σε αντίθεση με τον παλιό, θεούς, ούτε καν αφήγηση. Παρασιτεί λάθρα στον κόσμο των Ιδεών που εκπορεύονται από την ορθολογική σκέψη και αποκτούν κυρίαρχη μορφή: Ορθός Λόγος, Ιστορία, Επιστήμη, Πρόοδος, Επανάσταση.»

Εντγκάρ Μορέν[1]

«Πίσω από τον πόλεμο βρίσκεται αυτή η βάρβαρη θρησκευτική ποινή: μόνο με την ανθρωποθυσία μπορεί να σωθεί η κοινότητα.»

Λιούις Μάμφορντ[2]

1. Ο μύθος της Επανάστασης

Τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν οι κοινωνίες το μύθο για να οργανώσουν, να συγκαλύψουν και να παγιώσουν (ή να επιταχύνουν προς μια διαφορετική παγίωση) το πολιτικό/κοινωνικό και τα αποτελέσματα στα οποία αυτή η συνήθεια οδηγεί, δεν χρειάζεται να τον ακούσετε και από μένα. Οι ιστορίες για θεούς και παραδείσους, για φυλές και καθαρά έθνη, για ουτοπίες και αιματηρές επαναστάσεις, αποτελούν πρώτα απ’ όλα γνωστές ιστορίες φρίκης, που από τη στιγμή που πρωτοπαρουσιάστηκαν, για να μπορέσουν να σταθούν ως καθαρές αλήθειες χρειάστηκαν ανίερους εχθρούς, εσωτερικούς ή εξωτερικούς, οι οποίοι έπρεπε να παραμεριστούν, να ισοπεδωθούν, καμιά φορά να εξοντωθούν μέχρι τον τελευταίο, ώστε να διανοιχθεί ο δρόμος που θα ενώσει μύθο και πραγματικότητα εις σάρκαν μίαν, λερωμένη και ταριχευμένη. Και ο ρόλος τους στην ιστορία της ανθρωπότητας στέκει ως επαρκές παράδειγμα για την τύφλωση, την παραληρηματική απανθρωπιά και τον ακρωτηριασμό ψυχών και σωμάτων στον οποίο οδηγούν τέτοιου είδους μύθοι, αρκεί κάποιος να ανοίξει ψύχραιμα τα μάτια του και να κοιτάξει.

Σήμερα, η πολιτική βία, το αποκλειστικό θέμα αυτού του βιβλίου, φανερώνεται και υπερασπίζεται ως πράξη εκεί που ανθίζουν δύο μεγάλοι μύθοι: ο μύθος της ευθύνης των λίγων (που αντικατέστησαν τους θεούς των αμιγών θρησκευτικών μυθολογιών) για την κατάσταση και την εξέλιξη της κοινωνίας και για τους θεσμούς της (κατεξοχήν στόχος/πεδίο της πολιτικής) και ο μύθος της ουτοπίας, της τέλειας κοινωνίας, στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα είναι ευτυχείς και θα ξεδιπλώσουν την πραγματική ανθρώπινη φύση τους (είτε αυτή είναι η ελευθερία, είτε η ελληνικότητα, είτε άλλες προτεινόμενες ως ιδανικές καταστάσεις, όπως η υλική αφθονία, η απαλλαγή από τον μόχθο κ.λπ., οι οποίες είναι όλες όψεις της υποτιθέμενης πραγματικής ανθρώπινης ή/και κοινωνικής κατάστασης). Οι συγκεκριμένοι μύθοι, όπως και κάθε μύθος που σέβεται τον εαυτό του, λόγω αντικειμένου και περιεχομένου, αυτοτοποθετούν τους εαυτούς τους στο υψηλότερο επίπεδο της σκάλας των προτεραιοτήτων και αυτοπαρουσιάζονται σε όσους επιλέγουν να τους πιστέψουν ως ύψιστο αγαθό και καθήκον. Στις περιπτώσεις που αυτό επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό, ο Μύθος καταφέρνει να υποσκελίσει όλες τις άλλες αξίες και προτεραιότητες, υποβιβάζοντας τον άνθρωπο από πολυδιάστατη ύπαρξη σε αφοσιωμένο ζηλωτή και υποβιβάζοντας τους άλλους από συνανθρώπους σε απλά εργαλεία/εξαρτήματα προς χτίσιμο του Μύθου (ή σε εμπόδια για αυτό, όπως και να ’χει, πάντως, από ημιτελή, ανολοκλήρωτα όντα, χωρίς πλήρη ανθρώπινη υπόσταση, μέχρι αναλώσιμα αντικείμενα άνευ καμίας αξίας μπροστά στο μεγαλείο του Σκοπού).

Ο καθένας από τους δύο αυτούς μύθους θα ήταν ικανός από μόνος του να οδηγήσει σε φρικαλεότητες. Δυστυχώς, συνήθως ο ένας συνοδεύει τον άλλον, σε ένα συμπληρωματικό παιχνίδι το οποίο, αν μαγέψει κάποιον, μπορεί σε διάφορους βαθμούς να απασφαλίσει μέσα του τις δυνατότητες καταστροφής, την παραληρηματική τρέλα, την βαρβαρότητα, αίροντας κάθε αναστολή και κάθε απαγόρευση που επιβάλλεται από την κοινότητα (βεβαίως, υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες ολόκληρη η κοινότητα μαγεύεται από το μύθο και αφήνεται σε καταστάσεις συλλογικής φρενίτιδας, όπως η εξόντωση των Εβραίων, το κάψιμο των μαγισσών, ο λιθοβολισμός των μοιχαλίδων κ.λπ., όπου η άρση της απαγόρευσης είναι συλλογική). Επιλέγω να καλώ το «πάντρεμα» αυτών των δύο μύθων «Μύθο της Επανάστασης», με την ελπίδα να μην παρεξηγηθώ από ανθρώπους που έχουν πολιτικό όραμα και αυτοπροσδιορίζονται ως επαναστάτες, αλλά καμία σχέση δεν έχουν με φαντασιώσεις αίματος, εκδικητικότητας, στέρησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ελευθερία έκφρασης, πολιτικά δικαιώματα κ.λπ.) έως βίαιης εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων ή οικονομικών εκμεταλλευτών και, φυσικά, βίαιης κατάληψης (ή κατάργησης) της εξουσίας, στο όνομα της υπόλοιπης κοινωνίας, στο όνομα της πολιτικής. Η επιλογή μου αυτή βασίζεται στο ιστορικό βάρος που έχει αυτή η λέξη στο χώρο της πολιτικής και, φυσικά, στον τρόπο που η λέξη αυτή γίνεται κατανοητή από σύνολη την κοινωνία.

2. Η απομυθοποίηση ως προϋπόθεση της πολιτικής

Θέλω να τονίσω την ανάγκη ξεπεράσματος του μύθου της επανάστασης, όχι μόνο σαν τρόπο διάνοιξης και απελευθέρωσης της πολιτικής μέσω της απαγκίστρωσής της από τέτοια μεταφυσικά βαρίδια, αλλά και επίσης σαν ανάγκη επανανακάλυψης και επανατοποθέτησης του ανθρωπιστικού στοιχείου μέσα στην πολιτική: πιστεύω ότι στην καταρχήν αποδοχή του ως σχήματος (του μύθου της επανάστασης) βρίσκονται ήδη τα σπέρματα της πολιτικής βίας, της υποβάθμισης του πολιτικού σε ανθρωποκυνηγητό, της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, κάτι που σήμερα έχει ιδιαίτερη σημασία, μιας και οι έννοιες των δικαιωμάτων του ανθρώπου, του σεβασμού του υποκειμένου ως μονάδας (και όχι μόνο ως εξαρτήματος του συνόλου), αλλά ακόμα και η ίδια η έννοια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας[3], αποτελούν πρωτοφανείς κατακτήσεις για την ανθρωπότητα, οι οποίες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανάξιες υπεράσπισης πραγματικότητες (λόγω του ημιτελούς[4] χαρακτήρα τους), όταν βάλλονται δια της βίας από πρωτοποριακές ομάδες στο όνομα της επανάστασής τους, καθότι μπορούν οι ίδιες να γίνουν το θεμέλιο μετάβασης σε μια καλύτερη κοινωνία, επιτρέπουν οι ίδιες τον εμπλουτισμό και την αυτομεταμόρφωσή τους.

Τα σπέρματα της πολιτικής βίας, ακόμα κι αν αυτή δεν αρθρωθεί ως αποδεκτή πρακτική (ή ακόμα κι αν εξορκίζεται σαν ανεπιθύμητη), βρίσκονται όχι μόνο σε κάποια ιδεολογικά σχήματα ή στην προφητική περιγραφή της ως αναπόφευκτης μελλοντικής ανάγκης, αλλά περισσότερο σε έναν συναισθηματικό εγκλωβισμό/εκβιασμό στον οποίο τοποθετεί τον εαυτό του το μαγεμένο από το μύθο υποκείμενο (και αυτός ακριβώς ο συναισθηματικός/ψυχικός εγκλωβισμός ανατροφοδοτεί με τη σειρά του την ανάγκη Πίστης). Ο μεν μύθος της ευθύνης των λίγων ρίχνει σε μια ζυγαριά, από τη μια, ολόκληρη την ανθρωπότητα (με όλες τις τραγωδίες, όλο τον πόνο, όλη την αδικία, εν τέλει όλο το Κακό που ενυπάρχει σε αυτή) και, από την άλλη, τις σκοτεινές επιθυμίες και τις τρομερές δυνάμεις κάποιων λίγων που καρπώνονται προσωπικά οφέλη από αυτήν τη φρίκη και που με κάποιον μαγικό τρόπο κρατάνε όλους τους άλλους υποδουλωμένους εν δυστυχία. Ο τρόπος αυτός αντίληψης της πραγματικότητας είναι αρκετός για να παροπλίσει τη λογική, να απαγορεύσει την ψύχραιμη κατανόηση και ανάλυση των κοινωνικοπολιτικών φαινομένων, να καταμερίσει γρήγορα και ανισομερώς τεράστιες ευθύνες και εν τέλει να ορίσει πρακτικές ανθρωποθυσίας σε οποιονδήποτε πιστέψει ότι όντως είναι τόσο απλό, ότι η αποκατάσταση της δικαιοσύνης και η απαλλαγή από τη δυστυχία είναι απλώς ένα θέμα που το αναστέλλουν κάποιοι ξένοι προς την κοινωνία (οι Εβραίοι, οι Καπιταλιστές, οι Μασόνοι, οι Τραπεζίτες, οι Βουλευτές, οι Εχθροί του Ελληνισμού, οι Ελίτ, οι Μπάτσοι, οι Μετανάστες κ.λπ., είτε μόνοι είτε σε μεταξύ τους συνεργασίες), αφήνοντας ως εννοούμενο να συναχθεί ότι το πολιτικό παιχνίδι είναι απλώς ένας πόλεμος και πως κάθε πράξη προς την απομόνωση μέχρι και τη φυσική εξόντωση του εχθρού είναι στον σωστό δρόμο, είναι Καλή.

Την ίδια λειτουργία έχει και ο μύθος της ουτοπίας. Η υπόσχεση ενός κόσμου τέλειου (όπου συνήθως ως τελειότητα εκλαμβάνεται η ανεμπόδιστη ανάπτυξη και έκφραση κάποιων μόνο όψεων της ανθρώπινης/κοινωνικής πραγματικότητας, π.χ. η ελευθερία, η οικονομική ισότητα, η καθαρότητα της φυλής, η υλική ευμάρεια, η απαλλαγή από το μόχθο, η ολοκλήρωση του εαυτού χωρίς τις επεμβάσεις της εχθρικής κοινότητας, η τσιμεντοποίηση της συλλογικότητας χωρίς τις ενοχλητικές απαιτήσεις των ατομικοτήτων κ.λπ.), στον οποίο θα εκλείψουν μια για πάντα οι τραγωδίες που απασχολούν τον εκάστοτε υποψήφιο πιστό, σε συνδυασμό με τη μονόπλευρη και αποσπασματική παρουσίαση της εδώ-και-τώρα πραγματικότητας ως το ακριβώς αντίθετο άκρο της επιθυμητής κατάστασης, ως το συγκλονιστικά απεχθές βασίλειο της αδικίας, της εκμετάλλευσης και της απανθρωπιάς, οδηγούν σε μια ιεροποίηση του επιθυμητού σε αντιδιαστολή με τη δαιμονοποίηση του υπάρχοντος στο σύνολό του, διαδικασία που επιβάλλει από μόνη της τον ίδιο συναισθηματικό εκβιασμό: είτε μπορείς να είσαι μαζί μας είτε μπορείς να μην είσαι, δηλαδή να παραμένεις υπερασπιστής του μολυσμένου/εκφυλισμένου/απάνθρωπου κόσμου. Και φυσικά, η ιερότητα του διακυβεύματος απαιτεί ισχυρή αποκήρυξη του άλλου στρατοπέδου, υποθάλποντας το φανατισμό προς τους επίσημους ή μη υποστηρικτές του, προωθώντας τη βία χωρίς καν να την αναφέρει.

Πώς όμως αυτοί οι μύθοι συγκαλύπτουν το πολιτικό; Δηλαδή, ποια είναι τα στοιχεία στις ερμηνείες τους που τους καθιστούν ακριβώς μύθους; Φρόνιμο θα ήταν να αναφερθούμε στα στοιχεία αυτά του μύθου που έχουν παραμείνει προσκολλημένα στην πολιτική σκέψη, να δούμε πώς χωράνε ακόμα μέσα στην εξήγηση των θεσμικών, κοινωνικών και ανθρωπίνων συνθηκών και να τα εντοπίσουμε μέσα σε αυτές, ούτως ώστε να μπορέσουμε να τα απορρίψουμε και να εξετάσουμε πιο νηφάλια το πολιτικό, απαλλαγμένο όσο γίνεται από επικίνδυνες θεολογίες. Η στρεβλωμένη εικόνα του πολιτικού που εκπορεύεται από διάφορες παραλλαγές της μυθολογίας περιέχει σήμερα τις εξής συνήθεις παραδοχές, οι οποίες σε μικρό ή μεγάλο βαθμό είναι αποδεκτές από τους ασκούντες πολιτική βία ή από όσους αρνούνται να την καταδικάσουν:

α) οι πολιτικοί θεσμοί είναι δημιούργημα κάποιου τμήματος, μόνο, της κοινωνίας, το οποίο τους χρησιμοποιεί για να εξαπατά και να εκμεταλλεύεται την πλειοψηφία.

Η άποψη αυτή, σαν υποκατάστατο της ιδέας της ευθύνης των Θεών για την πορεία της κοινωνίας, έρχεται για να επιτελέσει την ίδια ακριβώς λειτουργία με αυτή: να εξυπηρετήσει τη μεταφορά των ευθυνών που έχουν οι άνθρωποι για την ιστορία και τα δημιουργήματά τους σε άλλους. Άποψη η οποία, εκτός από υποτιμητική για όποιον τη στηρίζει και για όποιον κάνει αποδέκτη της (αφού του στερεί την ιδιότητα του ικανού να ορίσει/δημιουργήσει τους θεσμούς που τον αφορούν – ακόμα κι αν αυτοί δεν είναι δίκαιοι ή ακόμα κι αν η θέση η δικιά του μέσα σε αυτούς δεν είναι η καλύτερη δυνατή), είναι και παραπλανητική, εφόσον αποδίδει αυθαίρετα σε διάφορα σκοτεινά κέντρα την κολακευτική ικανότητα να ορίζουν κατά βούληση και με ευκολία ολόκληρη την πολιτική και οικονομική κατάσταση. Έτσι, η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι «όργανο των ελίτ», οι εκλογές είναι «μια ψευδαίσθηση δημοκρατίας», που μας την πετάνε σαν ξεροκόμματο τα πραγματικά κέντρα εξουσίας, και η ελεύθερη αγορά είναι «εργαλείο της πλουτοκρατίας». Άποψή μου είναι ότι όλοι οι θεσμοί που υπάρχουν σε ένα οργανωμένο σε κοινωνία σύνολο ανθρώπων είναι εργαλεία/τόπος/τρόπος ρύθμισης των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά ταυτόχρονα και το πεδίο στο οποίο αυτές ολοκληρώνονται, μαζί με τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος σε αυτές τις συναντήσεις πραγματώνει τις πιο αξιοθαύμαστες από τις ικανότητές του, τη δημιουργία, τη συνεργασία και την επικοινωνία, όπως μπορεί να πραγματώνει και τις πιο ανατριχιαστικές και απάνθρωπες (ολοκληρωτισμούς, στρατόπεδα συγκέντρωσης κ.λπ.). Η εμφάνιση όλων αυτών των συλλογικών δημιουργημάτων (εδώ: των πολιτικών θεσμών) έρχεται σαν μορφοποίηση και αποκρυστάλλωση των επιθυμιών και των σχέσεων όλων όσοι μετέχουν στο σύνολο για το οποίο ο θεσμός γίνεται εργαλείο, και αυτό εξ ορισμού, εφόσον είναι οι δικές τους σχέσεις και επιθυμίες οι οποίες διοχετεύονται και εκφράζονται σε αυτούς τους θεσμούς, δημιουργώντας τους, είναι η δικιά τους δράση που τους δίνει μορφή, τους επικυρώνει ως έχουν ή τους αλλάζει. Το ότι αυτοί οι θεσμοί δημιουργούνται για να επιτρέψουν/νομιμοποιήσουν σχέσεις ανισότητας ή εκμετάλλευσης, είναι αποτέλεσμα συλλογικής επιθυμίας για την ύπαρξη τέτοιων σχέσεων. Ασχέτως αν κανείς δεν δηλώνει πως θέλει για τον εαυτό του τη θέση του εξουσιαζόμενου ή εκμεταλλευμένου και ασχέτως αν όλοι σε κάποιο βαθμό παίρνουν συχνά τέτοιους ρόλους (όπως συχνά παίρνουν και τους συμπληρωματικούς τους, των «από πάνω», σε διάφορα επίπεδα), η πλειοψηφία των ανθρώπων επιθυμεί τέτοιου είδους σχέσεις και αυτή η ίδια τις συντηρεί και στο θεσμικό επίπεδο, με τη διαρκή και επαναλαμβανόμενη επικύρωσή τους στην πράξη, και πάνω απ’ όλα, ειδικά σήμερα, με την προφανή έλλειψη επιθυμίας να επέμβει σε αυτές και να τις αλλάξει. Η ελεύθερη αγορά, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κάθε θεσμός που υπάρχει και ρυθμίζει τις σχέσεις των ανθρώπων, έχουν τα θεμέλιά τους στις επιθυμίες και τις πράξεις της πλειοψηφίας των ανθρώπων, η θέληση των οποίων να τους χρησιμοποιούν και η προφανής αποδοχή των αξιών στις οποίες αυτοί βασίζονται (η επιθυμία για ανεμπόδιστη οικονομική συσσώρευση, η αποδοχή της αξίας του κέρδους ως κεντρικής στις ζωές μας, η αναζήτηση ικανοποίησης μέσω αύξησης του βιοτικού-υλικού επιπέδου, η επιθυμία για ανάθεση των συλλογικών αποφάσεων σε άλλους, η μεγάλη έλλειψη ενδιαφέροντος για συμμετοχή στα κοινά κ.λπ.), αποτελούν την πραγματική δύναμη η οποία τους αναπαράγει.

β) η οντολογία των θεσμών

Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο συντηρείται ακόμα μια περίεργη παραδοχή, μια περίεργη οντολογία, η οποία μετατρέπει τους θεσμούς σε αυτόβουλες, ανεξάρτητες υπάρξεις, των οποίων η σχέση δημιουργήματος-δημιουργού με την κοινωνία δίνει τη θέση της σε μια ασαφή, αλλά γεμάτη αυτοπεποίθηση, περιγραφή αυτής της σχέσης ως ανταγωνιστικής. Ο καπιταλισμός, το σύστημα, η ελεύθερη αγορά κ.λπ. «προάγονται» από τρόπος περιγραφής και διευθέτησης κάποιων εκ των ανθρωπίνων σχέσεων/υποθέσεων, από άψυχα εργαλεία που κινητοποιούνται μόνο με τη δράση και τη συμμετοχή της πλειοψηφίας των ανθρώπων, σε ανεξάρτητες, παντοδύναμες και εχθρικές οντότητες, οι οποίες «τα απορροφάνε όλα», «διαβρώνουν/καταστρέφουν τις κοινωνίες», ζητάνε τα «κέρδη πάνω από τους ανθρώπους», «καταστρέφουν το περιβάλλον» κ.λπ. Εν ολίγοις, τα κάνουν όλα και συμφέρουν. Είναι προφανές πως μια νηφάλια κριτική για όλες αυτές τις συμφορές θα έπρεπε να έχει ως υποκείμενο-στόχο την ίδια την κοινωνία, το σύνολο των πολιτών και τις αυτοκαταστροφικές συνήθειές του, και να μην αναλώνεται σε εκνευριστικούς εξορκισμούς. Το σπουδαίο σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι αυτή η αμιγώς θρησκευτική μορφή του μύθου, σύμφωνα με την οποία κάποιες μη οντότητες ασκούν αυτοβούλως μαγικές δυνάμεις σε ολόκληρο τον πλανήτη, γίνεται πολύ πιο επικίνδυνη όταν διαρραγεί από κάποιες αχτίδες λογικής: όταν ο πιστός καταλάβει πως δεν μπορεί να στρέφεται εναντίον ανεμομύλων, βρίσκει πάλι κάποιον με ανθρώπινη μορφή για να στρέψει την οργή του. Η επίθεση εναντίον των δημιουργών των θεσμών εδώ αντικαθίσταται (ή συμπληρώνεται) από την επίθεση στα άτομα που είναι συνδεδεμένα λειτουργικά με αυτούς ή που αποτελούν τα ίδια άτομα-θεσμούς (τραπεζίτες, χρηματιστές, δικαστές, πρωθυπουργοί, βουλευτές, μπάτσοι κ.λπ.), κάτι που προφανώς είναι αρκετό για να τους στερήσει την ανθρώπινη ιδιότητα, προϋπόθεση απαραίτητη για να τους ασκηθεί βία.

γ) η ανυπαρξία των μαζών ως δημιουργός πολιτικής

Οι δύο προηγούμενες παραδοχές συντηρούν και ανατροφοδοτούνται από μια αντίληψη για το «λαό», για τον «απλό κόσμο», η οποία τον θέλει σχεδόν αμέτοχο στις πολιτικές εξελίξεις. Οι μάζες, λοιπόν, στα μάτια του κάθε δυσαρεστημένου από το πολιτικό σύστημα, «κοιμούνται», είναι «απαίδευτοι και αμόρφωτοι», «εγκλωβισμένοι», «ανήμποροι». Αυτή η αίσθηση κινητοποιεί (επίσης) έναν επικίνδυνο συναισθηματικό μηχανισμό, ο οποίος τοποθετεί το υποκείμενο στην ιδιαιτέρως αγχωτική θέση του ανθρώπου που ξέρει (σε αντίθεση με την υπόλοιπη κοινωνία), και άρα έχει μεγαλύτερη ευθύνη, επειδή αν δεν κάνει κι αυτός κάτι, τότε ποιος; Έτσι, λοιπόν, η αίσθηση του επείγοντος καταλαμβάνει τον επαναστάτη και του υπαγορεύει καθήκοντα τα οποία αρθρώνονται εξ ορισμού σε λογικές πρωτοπορίας (ή μάλλον τις δημιουργούν/μορφοποιούν, αρθρώνοντάς τες), μιας και ένα από τα πρωταρχικά δεδομένα στα οποία βασίζονται είναι η κατάσταση «ύπνωσης» και «ανημποριάς» των υπολοίπων: ο επαναστάτης πρέπει αρχικά να ξυπνήσει την κοινωνία, να της δώσει να καταλάβει το κακό που της συμβαίνει. Φυσικά, ο μόνος τρόπος με τον οποίον πρέπει να ξυπνήσει η κοινωνία είναι βλέποντας το όνειρο του επαναστάτη στον ξύπνιο της, αλλιώς δεν έχει ξυπνήσει πραγματικά. Όταν αυτό επιτευχθεί, ο επαναστάτης απεκδύεται το ρόλο του ξυπνητηριού της κοινωνίας και κρατά μόνο αυτόν του καθοδηγητή της, σχέση στο βάθος της οποίας διακρίνονται ακέραια τα βασικά σχήματα που υποτίθεται ότι διατηρούν τον κόσμο εν υπνώσει: ο ένας αποφασίζει, οι πολλοί ακολουθούνε. Προτού σταθώ στο «υποτίθεται», θα επισημάνω πως, εκτός από την ουσιαστική μη μετάβαση σε κάτι διαφορετικό, τουλάχιστον πολιτικά, μιας και το ολιγαρχικό σχήμα σκέψης παραμένει στο ακέραιο, σε αυτήν την περίπτωση τα πράγματα είναι δυνητικά χειρότερα: ο παροξυσμός και ο φανατισμός που προκύπτουν από τη συλλογική πίστη σε μια τάχιστη αλλαγή της κοινωνίας, η οποία δεν ζητά και δεν προκύπτει από την αλλαγή των ίδιων των ανθρώπων, αλλά από την αλλαγή των κυβερνώντων τους, είναι ικανός να δικαιολογήσει τα πάντα στο όνομα της επανάστασης, όπως μας έχουν διδάξει οι μεγάλες επαναστάσεις που βασίστηκαν σε διάφορες πρωτοπορίες.

Κατά πόσο όμως ο λαός κοιμάται; Κατά πόσο αυτός ο ύπνος είναι απολιτικός; Κατά πόσο η στάση του αυτή συνιστά αποχή από το πολιτικό παιχνίδι; Νομίζω ότι εδώ ακριβώς πρέπει να κάνουμε ένα διαχωρισμό της στάσης του κόσμου απέναντι στο πολιτικό, σε δύο επίπεδα: στο επίπεδο της στάσης του απέναντι στο τωρινό πολιτικό σύστημα συνολικά και στο επίπεδο της συμμετοχής του μέσα σε αυτό. Στη δεύτερη περίπτωση, οι λέξεις α-πολιτικά ή από-πολιτικοποιημένα υποκείμενα περιγράφουν επιτυχημένα τον μέσο ευρωπαίο πολίτη: η υποβάθμιση των πολιτικών στοιχείων στο ρόλο που παίζουν στην απόφασή του για το τι θα ψηφίσει, η αντικατάστασή τους από καθαρά προσωπικά κίνητρα και, εσχάτως, η αύξηση της αποχής από τις εκλογικές διαδικασίες δείχνουν την απροθυμία του να ασχοληθεί με τα κοινά, φανερώνουν την προτεραιότητα του ατομικού σε σχέση με το κοινωνικό. Πώς όμως αυτό μπορεί να μεταφραστεί στο άλλο επίπεδο, δηλαδή στην αξιολόγηση (που ο ίδιος κάνει) του τωρινού πολιτικού συστήματος συνολικά (σε σχέση π.χ. με μια αριστοκρατία ή με την άμεση δημοκρατία); Είναι εύστοχο να μιλάμε για κατάσταση ύπνωσης ή μη ενασχόλησης με αυτό το ζήτημα; Η απάντηση είναι ταυτόχρονα καταφατική και αρνητική: όντως, η πλειοψηφία του κόσμου δεν διανοείται και δεν ασχολείται με μια αλλαγή του πολιτικού συστήματος. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η σιωπηρή αποδοχή του, αυτή η μη ενασχόληση με την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, συνιστά ενασχόληση, δεν είναι α-πολιτική, απεναντίας συνιστά την πιο ηχηρή επικύρωσή του. Σε αυτό το επίπεδο, λοιπόν, ο λαός δεν κοιμάται, αλλά δημιουργεί, και μάλιστα δημιουργεί αυτό ακριβώς που τον βολεύει: ένα πολιτικό σύστημα ανάθεσης των αποφάσεων σε λίγους, οι οποίοι σε αντάλλαγμα διασφαλίζουν την ομαλότητα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής.

 

3. Τα πολιτικά αποτελέσματα της πολιτικής βίας

Η πολιτική βία, όπου εμφανίζεται στα σύγχρονα δυτικά κράτη, έχει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό τις ρίζες της σε τέτοιου είδους απλουστευτικές ερμηνείες, οι οποίες εκτός από την πραγματικότητα θολώνουν και τον ψυχισμό όσων τις ασπάζονται, δημιουργώντας επείγουσες ανάγκες, πολωτικά ψευτοδιλήμματα, δαιμονοποίηση ανθρώπων και εν τέλει τη βαρβαρότητα. Εκτός όμως από τα αίτια αυτού του φαινομένου, θα πρέπει να μας απασχολήσουν και οι συνέπειές του. Αν είχαμε να κάνουμε με βία η οποία δεν διεκδικούσε για τον εαυτό της πολιτικά αποτελέσματα, θα αρκούμασταν στα αυτονόητα: η βία, ως σχέση μεταξύ υποκειμένων, αυτοπροωθείται ως αποδεκτή συμπεριφορά και στο υποκείμενο το οποίο τη δέχεται, όπως σε μικρότερο βαθμό και στα υποκείμενα τα οποία απλώς γίνονται μάρτυρές της. Όχι επειδή αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα που μεταδίδεται όπως τα μικρόβια μεταξύ ανθρώπων, αλλά επειδή δημιουργεί στο δέκτη της (αλλά και στον αμέτοχο παρατηρητή) την εικόνα του Άλλου ως εχθρού, ως επικίνδυνου, ως ικανού να γίνει απειλητικός για τη ζωή, εικόνα που αποτελεί προϋπόθεση και σχεδόν ικανή συνθήκη για την (επαν)εμφάνιση και την περαιτέρω εξάπλωση της βίας, σε έναν φαύλο κύκλο όπου ο φόβος για τον άλλο τρέφει την προετοιμασία για βία, και αυτή με τη σειρά της το φόβο του άλλου. Η άσκηση βίας αποτελεί σίγουρο θεμέλιο για την ανύψωση του εαυτού της, κάτι που ισχύει παντού και πάντα, ακόμα κι αν αυτή λαμβάνει χώρο σαν αυτοάμυνα ή σαν βία που εφαρμόζεται για να αποτρέψει μια άλλη, ίσως χειρότερη, μορφή της. Ειδικά όμως όταν μιλάμε για πολιτική βία, υπάρχει μία παράμετρος που την καθιστά ιδιαίτερη: σε αυτήν την περίπτωση, η βία που προέρχεται από υποκείμενα με στόχο την πολιτική δεν έρχεται απλώς να αυτοπροταθεί και να αυτοδικαιολογηθεί ως τρόπος σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, ως τρόπος διευθέτησης προσωπικών διαφορών, αλλά ως τρόπος διευθέτησης του πολιτικού, ως μέθοδος επίλυσης των συλλογικών προβλημάτων ή, στην καλύτερη, ως τρόπος αντιμετώπισης των πολιτικών αντιπάλων. Έτσι, οι επαναστατικές ωορρηξίες, οι λιθοβολισμοί αστυνομικών, το «σπάσιμο» ενοχλητικών συζητήσεων, οι ξυλοδαρμοί καθηγητών, συνδικαλιστών κ.λπ., αλλά και οι δολοφονίες πολιτικών προσώπων, το κάψιμο ανθρώπων, βιβλιοπωλείων και τραπεζών, οι ανταλλαγές πυροβολισμών κ.λπ., αντικαθιστούν de facto την πολιτική συζήτηση και την ανταλλαγή επιχειρημάτων, είτε άμεσα, έχοντας αυτό ακριβώς σαν στόχο (τραμπουκισμοί σε συνελεύσεις/εκδηλώσεις, κάψιμο βιβλιοπωλείων κ.λπ.), είτε έμμεσα, πλημμυρίζοντας τη δημόσια σφαίρα με εικόνες και προτάσεις για την πολιτική βγαλμένες από ταινίες γουέστερν, οι οποίες προβάλλουν αξιώσεις σε βάρος άλλων, σοβαρών εγχειρημάτων.

Είναι αυτό αρκετό για να πούμε πως η πολιτική βία είναι πάντα φασιστική; Για μένα, η έκφραση αυτή είναι ανεπαρκής. Επειδή φαντάζει σαν χαρακτηρισμός τής κάθε φορά συγκεκριμένης πράξης, αφήνει να εννοηθεί πως απλώς αφορά την ποιότητά της στην ουσία της, η οποία σαφώς και είναι φασιστική: ακόμα κι αν μέσα από μια τέτοια πράξη απελευθερωνόταν ένας ολόκληρος πλανήτης από τον πιο στυγνό τύραννο, τα πιθανώς ευεργετικά αποτελέσματά της δεν αναιρούν τον φασιστικό χαρακτήρα της, δεν αναιρούν την ανάγκη να καταδικαστεί ή να απονομιμοποιηθεί ηθικά η συγκεκριμένη πράξη, ακόμα κι αν υπήρξε αναγκαία. Αλλά δεν είναι αυτό όλο. Η πολιτική βία από μόνη της είναι φασιστική, αποκρουστική, τρομακτική. Η πολιτική βία, όμως, σε συνδυασμό με την αποδοχή της χωρίς καμία καταδίκη, είναι κάτι πολύ χειρότερο: είναι μια επιθυμία και υπόσχεση εκφασισμού, μια υπόσχεση ολοκληρωτισμού, καθώς η διαφαινόμενη αποδοχή της εγκαθίδρυσής της ως νόμιμο, μη προβληματικό μέσο επίλυσης των πολιτικών προβλημάτων, η μεταξύ μας συμφωνία μη απαξίωσής της ηθικά και πολιτικά, είναι ακριβώς τα στοιχεία που χρειάζεται να υπερισχύσουν στην κοινωνία για την εγκαθίδρυση κάθε λογής φασισμού, κάθε απόχρωσης ολοκληρωτισμού.


[1] Εντγκάρ Μορέν, Η ανθρωπινότητα της ανθρωπότητας (Η μέθοδος #5), Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2005.

[2] Λιούις Μάμφορντ, Ο μύθος της μηχανής, Ύψιλον, Αθήνα 1985.

[3] Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν παύει να αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα ολιγαρχικού πολιτεύματος. Για μια συνοπτική και καλά τεκμηριωμένη υποστήριξη της άποψης αυτής, όπως και για την περιγραφή βασικών αρχών ενός δημοκρατικού πολιτικού συστήματος, υπάρχει το βιβλίο του Γ. Ν. Οικονόμου «Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία» (2009, εκδ. Παπαζήση).

[4] Ημιτελής, όχι επειδή δεν έχουν φτάσει σε κάποιο «ιδανικό» επίπεδο, αλλά επειδή υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των περιγραφομένων από αυτές τις λέξεις εννοιών και της κοινωνικής πραγματικότητας.

Παναγιώτης Σιαβελής (Τρίπολη, 1982): Αντιρρησίας συνείδησης, μέλος του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης (http://www.antirrisies.gr/) και μέλος της διαχειριστικής ομάδας του πολιτικού site arguments (www.arguments.gr). Υπήρξε μέλος της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/) και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μάγμα (http://magmareview.blogspot.com/) την περίοδο 2009-2010. Εργάζεται ως φυσιοθεραπευτής.

 

Ναυσικά Παπανικολάτου – Η βία είναι αντι-πολιτική

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:45 μμ

Ναυσικά Παπανικολάτου

 

 

Η βία είναι αντι-πολιτική[1]

Η εξουσία είναι μόνο εφικτή εκεί που ο λόγος και η πράξη δεν έχουν διαχωριστεί, όπου οι λέξεις δεν είναι άδειες και οι πράξεις δεν είναι βίαιες, όπου οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν τις προθέσεις αλλά για να αποκαλύψουν πραγματικά γεγονότα, και οι πράξεις δεν χρησιμεύουν για να βιάσουν και να καταστρέψουν αλλά για να καθιδρύσουν σχέσεις και να δημιουργήσουν γεγονότα.

Hannah Arendt, The Human Condition, 1958, σελ. 200

Μια από τις βασικές τραγωδίες της σύγχρονης εποχής είναι πως η (πολιτική) εξουσία δεν είναι αντιληπτή παρά μόνο σαν μια μορφή κυριαρχίας, ενώ, όπως μας θυμίζει σε όλο της το έργο η Hannah Arendt (Η.Α.), η εξουσία είναι προϊόν της κοινής δράσης των ανθρώπων, ανήκει στον δημόσιο χώρο όπου οι άνθρωποι συνδιαλέγονται και συνεργούν. Η αντίληψη της εξουσίας ως κυριαρχίας έχει εισαγάγει τη βία στην πολιτική, ή αλλιώς η βία έχει γίνει πολιτική.

Η ιστορία δεν έχει διαψεύσει ποτέ τον κοινό τόπο ότι η βία δεν μπορεί να παραγάγει παρά μόνο περισσότερο βία, είτε αυτή προέρχεται από το κράτος και τα όργανά του είτε από «αντιεξουσιαστικές» ή τρομοκρατικές ομάδες.

Ομάδες που δεν διαβλέπουν την πραγματική εξουσία που φέρει κάθε άνθρωπος που δρα συλλογικά στρέφονται προς τη βία, που έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα να νομιμοποιήσει τη χρήση κρατικής βίας, να μειώσει τις ατομικές ελευθερίες και μακροπρόθεσμα να αυξήσει το χάσμα ανάμεσα στο κράτος και στους πολίτες-εντολείς της κρατικής εξουσίας. Η κυβέρνηση, νιώθοντας την εξουσία να της διαφεύγει σταδιακά όλο και περισσότερο, θα κυβερνά μέσω της βίας. Παρότι η κρατική βία αντλεί τη νομιμοποίησή της σε νόμους που είναι προϊόντα κοινής διαβούλευσης, όσο το χάσμα μεταξύ των εντολέων της εξουσίας και του κράτους αυξάνεται, τόσο η κρατική βία στερείται νομιμοποίησης.

Η βία γεννά βία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικές στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας ενός λαού, ή ακόμη και ενός ατόμου, για τον οποίο η βία είναι το μοναδικό μέσο απελευθέρωσης από τα δεσμά του, μοναδικό μέσο αυτοάμυνας ή επιβίωσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο σκοπός δικαιολογεί τα μέσα αλλά, όπως τονίζει η Η.Α., μόνο αν οι στόχοι πραγματοποιηθούν γρήγορα, αποκλείοντας την εισαγωγή της βίας στην πολιτική. Μόνο κάτω από συνθήκες ανάγκης η βία μπορεί να δικαιολογηθεί, αλλά όχι και να νομιμοποιηθεί, διότι η χρήση της βίας καταστρέφει την (πολιτική) εξουσία. Η διαφορά μεταξύ της βίας και της εξουσίας είναι πως η τελευταία νομιμοποιείται από έναν εύλογο αριθμό εντολέων, δηλαδή πολιτών που συνυπάρχουν και συνεργούν. Αντίθετα, η βία μέχρι ένα σημείο μπορεί να στηριχθεί στα μέσα της, τα οποία της επιτρέπουν να καταστρέφει οποιαδήποτε φωνή αντίστασης, ώσπου οι άνθρωποι να εξεγερθούν εναντίον της τυραννίας της. Συνεπάγεται ότι η βία και η εξουσία είναι αντίθετα (Η.Α., On Violence, σελ. 148-151).

Η βία εναντίον μιας δημοκρατικής πολιτείας, όσα και να είναι τα ελλείμματά της, είναι αντιπολιτική. Αντίθετα, η βία που ασκείται εναντίον ενός κατακτητή, επειδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την απελευθέρωση ή με τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας, είναι κατ’ εξοχήν πολιτική, γιατί η απελευθέρωση και η ανεξαρτησία είναι συστατικά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η βία που φτάνει ν’ ασκήσει ο πεινασμένος, ο εξαθλιωμένος, είναι πολιτική βία διότι πηγάζει από τη διεκδίκηση της ελευθερίας και της ισότητας, όπου εδράζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η δημοκρατική πολιτεία δεν δικαιούται να ανέχεται την ανθρώπινη εξαθλίωση. Αντίθετα, πρέπει να διασφαλίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, γιατί μόνο πάνω σε αυτή μπορεί να διασφαλίσει ένα μεγάλο μέρος της δημοκρατικής της υπόστασης και να προωθήσει μια δημοκρατική πολιτική κουλτούρα των ανθρώπων ή την ύπαρξη πολιτών που έχουν για διακύβευμα δικαιώματα και όχι συμφέροντα.

Οι τρομοκράτες απεχθάνονται την αβεβαιότητα. Το καθεστώς της κατεξοχήν αβεβαιότητας είναι η δημοκρατική πολιτεία, η πολιτεία ατόμων ελεύθερων, ίσων και με διαφορετικές θέσεις. Συνεπώς η τρομοκρατία είναι εξόχως αντιδημοκρατική.

Η δημοκρατία λειτουργεί όταν οι πολίτες συμμετέχουν πολιτικά, ανεξάρτητα από τις μορφές που παίρνει αυτή η συμμετοχή και από το πόσο συνειδητά έχουν δώσει την εντολή στους φορείς της εξουσίας. Η τρομοκρατία είναι αντιδημοκρατική, διότι δεν αποδέχεται διαφορετικές μορφές συμμετοχής και διαμαρτυρίας, οι οποίες δεν αντιλαμβάνονται το γίγνεσθαι σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες.

Η τρομοκρατία είναι απολύτως αντιπολιτική, δεν έχει λόγο διότι αποκλείει τον διάλογο. Ο λόγος που προφέρει μετά τις πράξεις της δεν είναι δικός της, αλλά είναι δογματικοί και απολυταρχικοί σφετερισμοί σκέψεων και λόγων που βιάζει ώστε να νομιμοποιήσει την άκρως αντιπολιτική πράξη της.

Η βία της τρομοκρατίας δεν μπορεί να είναι πολιτική, διότι η πολιτική προϋποθέτει ζωή, γιατί ο λόγος, ο αντίλογος, ο διάλογος είναι φως και όχι σκοτάδι, ούτε θάνατος. Η πολιτική προϋποθέτει την ύπαρξη του άλλου/άλλων, ενώ για την τρομοκρατία ο άλλος πρέπει να πεθάνει, να σταματήσει να ομιλεί και να πράττει.

Η τραγωδία της δημοκρατίας είναι ότι την στοιχειώνει το τέλος της πολιτικής, μιας δημοκρατικής πολιτικής που εδράζεται στη μόνιμη αμφισβήτηση των κεκτημένων της. Έτσι, παραδόξως, μπορεί να πει κανείς ότι η δημοκρατία εμπεριέχει και το αντίθετό της, την τρομοκρατία, τον φασισμό, τον ολοκληρωτισμό, όταν στη δημοκρατική πολιτεία απουσιάζει η διαβούλευση, οι κοινότητες δεν αυτονομούνται από τα κεκτημένα τους και η πολιτεία εγκλωβίζεται σε διενέξεις ατομικών συμφερόντων, αντί για το συλλογικό καλό.

Στην Ελλάδα, μια τραυματισμένη δημοκρατική πολιτεία, συναντάμε ένα μοναδικό φαινόμενο που αποκαλύπτει το βαθμό στον οποίο αυτή η δημοκρατία είναι ελλειμματική. Η κοινωνία κατά πλειοψηφία διέπεται από μια τρομακτική ανοχή προς τη μη ανοχή. Με άλλα λόγια, η ελληνική κοινωνία έχει αποδείξει εδώ και αρκετά χρόνια την ανοχή της στη μη ανοχή των τρομοκρατών προς τη δημοκρατική πολιτεία. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι ο ελλειμματικός χαρακτήρας αυτής της δημοκρατίας όπως κάθε δημοκρατίας, γιατί η δημοκρατία είναι η κατεξοχήν πολιτεία που υπόκειται στην αμφισβήτηση των κεκτημένων της μέσω συνδιαλλαγής και συνεργασίας, δεν είναι τελικώς μια ουτοπία. Το ζητούμενο εδώ είναι η αντιδημοκρατική αντίληψη κάθε πολίτη, ο οποίος/α δεν διστάζει απροκατάληπτα να νομιμοποιήσει την τρομοκρατική βία. Αυτή η κοινωνία που κατεβαίνει στους δρόμους για να διαδηλώσει για τα ατομικά της συμφέροντα, δεν κατεβαίνει να διαδηλώσει για τα θύματα της τρομοκρατίας και για να καταδικάσει την τρομοκρατία. Αυτή η κοινωνία που εξουσιοδότησε αυτή ή μια άλλη κυβέρνηση εν ονόματι της δικής της εξουσίας να διασφαλίζει τα συμφέροντά της, δεν ενδιαφέρεται για το δικαίωμα στη ζωή κάθε συμπολίτη της, ακόμη και αν διαφωνεί μαζί του.

Η ύστατη έκφραση αυτής της ανοχής προς τη μη ανοχή των τρομοκρατών και των «αντιεξουσιαστών» φάνηκε στην τραγική συμμετοχή ενός πλήθους που όχι μόνο δεν αντέδρασε στην εγκληματική πράξη εναντίον των εργαζομένων της τράπεζας της Marfin, αλλά αντίθετα χειροκροτούσε, ενθάρρυνε, εμπόδισε την πρόσβαση της πυροσβεστικής ή και παρακολούθησε στο φως της ημέρας την αφαίρεση της ζωής τριών αθώων ανθρώπων, οι οποίοι απλώς επέλεξαν να εργαστούν αντί να απεργήσουν. Με άλλα λόγια, αυτό το πλήθος συμμετείχε με την ανοχή του στην πράξη του θανάτου τους. Μέχρι σήμερα, η ελληνική κοινωνία έχει παραμείνει σιωπηλή γι’ αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα, που αποκαλύπτει πόσο βαθιά εμποτισμένη είναι η πολιτική κουλτούρα της από στοιχεία φασισμού και ολοκληρωτισμού.

«Να περιμένεις ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν την παραμικρή ιδέα τι είναι η res publica, τι είναι το κοινό ζήτημα, να συμπεριφέρονται μη βίαια και να διαφωνούν λογικά πάνω σε θέματα συμφέροντος, δεν είναι ούτε ρεαλιστικό ούτε λογικό.» (Η.Α. On Violence, σελ. 175)

Ναυσικά Παπανικολάτου, 15 Αυγούστου 2010


[1] Όλες οι μεταφράσεις από το έργο της Η.Α. είναι δικές μας. On Violence, στο Crises of the Republic, Harvest Books, 1969 (ed.) σελ. 105-198. The Human Condition, The University of Chicago Press, 1958.

Ναυσικά Παπανικολάτου (Σόποτ Πολωνίας, 1955). Διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, με θέμα «Η δημοκρατική πολιτεία στον Αλέξις ντε Τοκβίλ» (1998), διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο της Οττάβας (1978-81) και στο Πανεπιστήμιο Λαβάλ του Κεμπέκ (1984-5), Εκπρόσωπος της Ελληνικής Ομάδας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ) και στέλεχος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) από το 1997.

 

Άγγελος Νικολόπουλος – Σκόρπιες σκέψεις ως δήλωση

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:43 μμ

Άγγελος Νικολόπουλος

 

 

Σκόρπιες σκέψεις ως δήλωση


 

 

 

 

Φοράν στη βία μάσκα ριζοσπαστική

της δώσαν και όνομα σαν φόρμα αστική

και τη ρίχνουν να χορεύει εδώ και εκεί

κι η γιορτή καλά κρατεί

 

Active Member, Βία. Το στημένο παιχνίδι των δειλών

 

 

It is not those who can inflict the most,

but those that can suffer the most who will conquer.

 

Terence Joseph MacSwiney

Από τη χειροβομβίδα στο Στέκι μεταναστών στις 24 Φεβρουαρίου του 2009 μέχρι την τυφλή βόμβα που στοίχισε τη ζωή στον 15χρονο Αφγανό πρόσφυγα, από την πισώπλατη σφαίρα στον Σίμο Σεϊσίδη την ώρα που προσπαθούσε να διαφύγει (τι πιο φυσικό για ένα άτομο που καταζητείται) και την απάνθρωπη νοσηλεία του μέχρι τη βόμβα-πακέτο στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, είναι η ίδια απόσταση. Αναίτια και ανούσια βία από άτομα που βρέθηκαν σε θέση να την επιφέρουν κατόπιν εντολής, διαστροφής, πλάνης κτλ. Πόσο αφελείς πρέπει να είμαστε για να εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως αλλάζουν οι καιροί με φωτιά και με μαχαίρι;

Η βία, είτε πολιτική, είτε κοινωνική, είτε ενδοοικογενειακή, παραμένει βία. Αποτελεί μια αποκρουστική πράξη που στοχεύει στην κυριαρχία του ισχυρού, στην καθυπόταξη του ανίσχυρου, στη φίμωση και τη διακοπή της συνέχειας του ατόμου. Δυσκολεύομαι να θέσω υποκατηγορίες στη βία ανάλογα με τη μορφή που λαμβάνει· παρά ταύτα θα τεκνοθετήσω[1] τον όρο πολιτική βία. Με αφορμή πρόσφατα γεγονότα, ας μου επιτραπεί να παραθέσω μερικές σκόρπιες σκέψεις για τη λεγόμενη πολιτική βία στο μικροεπίπεδο της Ελλάδας, καθώς και για την ευθύνη του κάθε εμπλεκόμενου σε αυτή.

Τα λεγόμενα «μπάχαλα» είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι των διαδηλώσεων στην Ελλάδα. Εκεί ο καθένας, κάτω από ένα καθεστώς ανοχής αλλά και αδυναμίας των υπολοίπων διαδηλωτών, μπορεί να εκτοξεύει πέτρες στα τυφλά[2], να καίει καταστήματα που έκαναν το λάθος να υπακούσουν στη μόδα του franchising και να βιαιοπραγεί σε όποιον τολμήσει να διαφωνήσει με τις πράξεις του. Μήπως τελικά αυτή η μορφή αντιεξουσιαστικής βίας συνιστά μια μορφή εξουσίας; Ας μου επιτραπεί να χαρακτηρίσω τη μορφή αυτής της βίας απλώς ανούσια μητροπολιτική βία. Από την άλλη πλευρά, ανεγκέφαλοι ένστολοι μπορούν να βασανίζουν κρατουμένους, να βιαιοπραγούν κατά διαδηλωτών, να τους ενοχοποιούν με στημένα κατηγορητήρια και να επιστρέφουν τις πέτρες προς το πλήθος. Ας μου επιτραπεί να χαρακτηρίσω αυτή τη μορφή βίας διεστραμμένη εξουσιαστική βία, η οποία ασκείται υπό την προτροπή και την ανοχή των εξουσιαστών. Την Τετάρτη 5 Μαΐου του 2010, συμπολίτες και συμπολίτισσές μου έπεσαν θύματα δολοφονικής επίθεσης στο όνομα της «επαναστατικής» βίας και του «δικαίου των εξεγερμένων». Πόσες φωνές, άραγε, ακουστήκαν από το συγκεντρωμένο πλήθος στη Marfin που χαιρέκακα έλεγαν «Καλά να πάθετε» και πόσοι παρέμειναν σιωπηλοί και άπραγοι βιντεοσκοπώντας τη δολοφονία αθώων ατόμων;

Ο καθένας από εμάς διαθέτει πληθώρα ταυτοτήτων με τις οποίες συστήνεται και αυτοπροσδιορίζεται στην καθημερινή ζωή. Η εν ψυχρώ δολοφονία του όχι και τόσο γνωστού Σωκράτη Γκιόλια για την επαγγελματική του ταυτότητα ως «ρουφιάνου-δημοσιογράφου» έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βιολογική του ταυτότητα ως οικογενειάρχη και πατέρα ενός μικρού παιδιού. «Αν αντικρίζαμε κάποιο γνωστό δημοσιογράφο (…) να είναι σίγουροι πως μια από τις σφαίρες μας θα έβρισκε το κεφάλι του. Κύριοι δημοσιογράφοι, αυτή τη φορά ήρθαμε στην πόρτα σας, την επόμενη φορά όμως θα μας βρείτε στα σπίτια σας» … «η ζωή ενός μπάτσου κοστίζει όσο και μια σφαίρα» ή «οι αστυνομικοί, όπως τα ντόνατς που τρώνε, δεν είναι ωραίοι χωρίς μια τρύπα στη μέση[3]».

Δολοφονίες με ιδεολογικό υπόβαθρο όπως αυτό δεν με πείθουν για το δίκαιο των εξεγερμένων, με φοβίζουν. Με φοβίζουν γιατί όσοι προβαίνουν σε αυτές ποτέ δεν μου έδωσαν την ευκαιρία να τους γνωρίσω, να συζητήσω μαζί τους και να δω τι πραγματικά πιστεύουν και τι κόσμο οραματίζονται. Με κρατούν σε μια μυθοποιημένη απόσταση, μέσω προκηρύξεων οι οποίες αναλώνονται σε αποφθεγματικές ρήσεις που είτε μου προκαλούν αναγούλα είτε εξιτάρουν τον ανώριμο εφηβικό εαυτό μου. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να ανησυχούμε για το τι μπορεί να σημαίνει αυτή η φίμωση της ελευθερίας του τύπου και της γνώμης. Μια ώριμη, αυτόνομη κοινωνία θα μπορούσε συνειδητά να περιθωριοποιήσει απόψεις που θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ανθρώπινη υπόσταση και δεν θα χρειαζόταν κανένας αυτόκλητος υπερασπιστής για να καταστρέψει εκδηλώσεις παρουσίασης βιβλίων, να κάψει βιβλία ή να απειλήσει και να σκοτώσει συγγραφείς και δημοσιογράφους.

Κάποιος μπορεί να πιστεύει πως ο κόσμος θα αλλάξει όταν εξοντωθούν όλοι οι Υπουργοί Προστασίας του Πολίτη, όλοι οι «ρουφιάνοι δημοσιογράφοι», όλοι οι αναρχικοί, ενώ κάποιος άλλος όταν και ο τελευταίος Εβραίος, Τούρκος, φασίστας κ.ο.κ. θα έχει αφήσει την τελευταία του πνοή. Γύρω από όλους αυτούς βρισκόμαστε εμείς, που απλώς παρατηρούμε αμέτοχοι, παρασυρμένοι από την ακόρεστη εφηβική μας επιπολαιότητα, υποστηρίζοντας με λόγια ή με τη σιωπή μας μια πράξη που ποτέ δεν κάναμε ή δεν θα κάναμε οι ίδιοι. Σα να μην έχουμε διδαχθεί τίποτα από τα λάθη του παρελθόντος. Πώς μπορώ να μην είμαι σκεπτικός απέναντι σε μια δολοφονική ενέργεια με μάσκα ριζοσπαστική, την οποία ποτέ δεν θα έπραττα; Όλοι όσοι δεν καταδικάζουμε τη βία αυτή απ’ όπου και αν προέρχεται ή κρατούμε θολή στάση, θα πρέπει να αναρωτηθούμε κατά πόσο και αυτή η σιωπή συνιστά συνενοχή.

Όταν εξετάζεις τη βία η οποία ασκείται τυφλά ή προληπτικά κατά των ιδεών, της επαγγελματικής ιδιότητας, των προτιμήσεων, της καταγωγής ή της εξωτερικής εμφάνισης ενός ατόμου, πρέπει να τηρείς ίσες αποστάσεις. Όσα θα μπορούσα να γράψω για τον 45χρονο ειδικό φρουρό που αφαίρεσε τη ζωή του 15χρονου μαθητή, τα ίδια θα μπορούσα να γράψω και για τον αγνώστου σε μένα ηλικίας εξεγερμένο που γάζωσε στα τυφλά έναν 20χρονο αστυνομικό των Μ.Α.Τ. Εκτός και αν πρέπει να δεχθώ πως κάποια ζωή από τις προαναφερθείσες έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία… Και αν έχει, υπό ποιο πλαίσιο αξιολογείται η αξία της;

Η θεοποίηση της βίας και η αναγωγή της από περιθωριακό φαινόμενο σε μοχλό της ιστορίας θα πρέπει να μας προβληματίσει. Η χρήση της ως επικρατέστερο μέσο για την ικανοποίηση κοινωνικών επιδιώξεων θα πρέπει να διερευνηθεί και να αναλυθεί διεξοδικά. Όταν χτυπώ το φασίστα, ένα άτομο που βιαιοπραγεί κατά ατόμων με διαφορετικές, μη φασιστικές ιδέες, αυτομάτως γίνομαι ίδιος με αυτόν. Ένας φασίστας που απλώς χτυπά κάποιον για τις φασιστικές ιδέες του. Το ξαναλέω, απέναντι στη βία πρέπει να τηρήσουμε ίσες αποστάσεις.

Το δίκαιο μπορεί να το έχουμε οι εξεγερμένοι, όμως πρέπει να αναρωτηθούμε πριν χτυπήσουμε τον επόμενο μπάτσο, φασίστα, αφεντικό, κεφαλαιοκράτη κατά πόσο έχουμε χτυπήσει τον μπάτσο και το φασίστα, το αφεντικό και τον κεφαλαιοκράτη μέσα μας. Επιζητώντας να αναμορφωθούν τα πράγματα μέσω της καλυμμένης από την ιδεολογία μας βίας, αναιρείται η δυνατότητα να αποκτήσει η κινητοποίησή μας τον γνήσιο επαναστατικό χαρακτήρα τον οποίο απαιτούν οι μεγάλες αλλαγές. Η επιθυμία μας για αλλαγή αναλώνεται σε καταστροφές, δολοφονίες, απειλές και αναιρείται από την πνευματική στειρότητα στην οποία μας υποβιβάζει η βία. «Από μέρους μου, είμαι απόλυτα βέβαιος ότι έχω κάνει την εκλογή. Κι έχοντας διαλέξει, νομίζω ότι πρέπει να μιλήσω καθαρά και ξάστερα ότι πρέπει να δηλώσω πως ποτέ ξανά δεν θα ’μαι ένας από αυτούς, όποιοι κι αν είναι, που συμβιβάζονται με το έγκλημα κι ότι πρέπει ν’ αναλάβω τις ευθύνες μιας τέτοιας απόφασης. Αυτά βασικά έχω να πω προς το παρόν.»[4]


[1] Αποστρέφομαι τον όρο «υιοθεσία» και «επάνδρωση» καθώς βλάπτουν την ισοτιμία των δυο φύλων.

[2] Πέτρες που μερικές φορές προσγειώνονται στα κεφάλια άλλων διαδηλωτών.

[3] Από την προκήρυξη της οργάνωσης «Σέχτα των Επαναστατών» μετά την επίθεση στον τηλεοπτικό σταθμό ALTER, τον Φεβρουάριο του 2009.

[4] Albert Camus, «Ούτε δήμιοι ούτε θύματα».

Άγγελος Νικολόπουλος (Σπάρτη 1983). Δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο και μαθητής στην κοινωνία και την πολιτική. Αντιρρησίας συνείδησης και μέλος του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης (www. antirrisies.gr).

Ελεάννα Ιωαννίδου – Ούτε γκρεμίζεται ούτε χτίζεται…

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:42 μμ

Ελεάννα Ιωαννίδου

 

 

Ούτε γκρεμίζεται ούτε χτίζεται…

Μιλούσαν κάποτε για μια θεά του Κάτω Κόσμου, τη Στύγα. Μάνα με τέσσερα παιδιά, δυναμική και ολέθρια, άγρια και σκληρή. Κανείς δεν ήθελε να τα βάλει μαζί της. Στις Τιτανομαχίες, πήγε στον Όλυμπο και βρήκε τον Δία, για να ταχθεί στο πλευρό του. Η ύπαρξη και η δύναμή της ιδανικός σύμμαχος και καταλύτης στη μάχη του για την κατάκτηση της εξουσίας. Το αντάλλαγμα που του ζήτησε για την υποστήριξή της, να τοποθετήσει ο Δίας τα δυο απ’ τα παιδιά της, τη Βία και το Κράτος, ως φρουρά του ανακτόρου του. Ο Δίας το είπε και το έκανε: αυτό ήταν το πρώτο ρουσφέτι της Κοσμογονίας. Δεν του βγήκε καθόλου σε κακό. Με τα αχώριστα αδέρφια στις βρόμικες δουλειές, όπως τότε όπου, ενώ η Βία έδενε τον Προμηθέα στα δεσμά του, το Κράτος τού ανήγγειλε την ποινή του, κατάφερε να παρατείνει την κυριαρχία του στον κόσμο.

Δεν ξέρω αν ο Δίας ζει ακόμα ή πέθανε. Ελάχιστοι τον θυμούνται στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της κλιματικής αλλαγής. Η φρουρά του, όμως, τα αχώριστα αδέρφια, η Βία και το Κράτος, δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα επιβίωσης. Ζουν και βασιλεύουν, υπηρετώντας τον νέο κυρίαρχο του κόσμου, τους ανθρώπους. Εξασφαλίζουν την κυριαρχία των ανθρώπων όχι μόνο πάνω στον πλανήτη, αλλά και αναμεταξύ τους, περίπου όπως εξασφάλιζαν την κυριαρχία του Δία πάνω στους υπόλοιπους Θεούς. Φροντίζουν για την επιβολή της δικαιοσύνης των ισχυρών τους, την επίφαση της ειρήνης τους, τη διανομή του πλούτου τους, αλλά πρώτα και κύρια φροντίζουν να παραμένουν οι ίδιοι στη θέση τους, όχι πλέον ως ανακτορική φρουρά της εξουσίας, αλλά ως το ίδιο το ανάκτορό της: το Κράτος (ή δύναμη) είναι οι τοίχοι και η Βία (ή διείσδυση) τα θεμέλια του ανακτόρου.

Κάθε εξουσία χτίζει το δικό της ανάκτορο –το έχει ανάγκη– για να υπάρξει, να οριοθετηθεί, να εφεύρει υπηκόους και αντιπάλους. Το Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη Βία και η Βία χωρίς το Κράτος. Κάθε κρατική οργάνωση στηρίζεται στη βία, γιατί κάθε νέα κρατική οργάνωση προέρχεται μέσα από μια βίαιη ανατροπή. Όσες, όμως, ανατροπές της εξουσίας κι αν έγιναν, όσες μορφές κι αν πήρε το Κράτος, ακόμη κι όταν βαφτίστηκε Κράτος Δικαίου, Κράτος Προνοίας, Κοινωνικό Κράτος, Λαϊκό Κράτος, θεμέλιό του πάντα ήταν η Βία, άλλοτε ως επιβολή κι άλλοτε ως καταστολή. Η στιγμιαία εξαφάνιση της παλιάς εξουσίας στη διάρκεια της ανατροπής δημιουργούσε πάντα ένα κενό που αμέσως καλυπτόταν από τη νέα εξουσία, που κλεινόταν μέσα στους τοίχους του νέου Κράτους. Γιατί πάντα κάποιοι προσπαθούν να χτίσουν τη νέα κοινωνία που ονειρεύονται πάνω στα θεμέλια αυτής που θέλουν να γκρεμίσουν. Γιατί πάντα η Βία φροντίζει για τον αδερφό της, το Κράτος, κι όσοι τη διαλέγουν για σύμμαχο τής τάζουν αυτόματα ρουσφέτι για τον αδερφό της.

Μια κοινωνία, όμως, χωρίς εξουσία δεν έχει ανάγκη από ανάκτορο, γιατί δεν έχει κανέναν να στεγάσει μέσα. Δεν έχει ανάγκη από εχθρούς κι από υπηκόους, άρα δεν έχει ανάγκη από τοίχους. Της είναι άχρηστο το Κράτος, άρα της είναι άχρηστη κι η Βία. Στην απόλυτη ανατροπή, τα μέσα ταυτίζονται με το σκοπό, και το θεμέλιο της κοινωνίας δεν μπορεί παρά να είναι η Συναίνεση. Όποιος οραματίζεται την απόλυτη ανατροπή, ούτε γκρεμίζει ούτε χτίζει. Γιατί όποιος οραματίζεται την απόλυτη ανατροπή, μαζί με το Κράτος απαρνιέται και τη Βία. Την απαρνιέται συνολικά και όχι επιλεκτικά, σε όλες τις σχέσεις του και σε όλες τις δράσεις του. Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει τίποτα να φοβηθεί και σε τίποτα να ελπίσει. Τη ζωή του και την ψυχή του κανείς δεν μπορεί να την εξουσιάσει, γιατί δεν έχει τίποτα για να εξουσιαστεί. Όταν η βία της εξουσίας δεν βρίσκει την αντίσταση που περιμένει, όταν δεν βρίσκει μια άλλη βία απέναντί της, χτυπάει στο κενό. Τότε μόνον αιφνιδιάζεται και νικιέται. Μια κοινωνία χωρίς βία είναι μια κοινωνία με αυθόρμητη αλληλεγγύη, πηγαίο σεβασμό και γνήσια δικαιοσύνη, μια κοινωνία όχι απλώς ίσων ευκαιριών, αλλά ίσων ανθρώπων, μια κοινωνία που απλώς δεν έχει ανάγκη την επιβολή, αφού δεν υπάρχει τίποτα να επιβληθεί. Όταν μια ομάδα ανθρώπων πειστούν πως μια τέτοια κοινωνία είναι εφικτή, τότε αυθόρμητα αυτή η άλλη κοινωνία είναι υπαρκτή.

Ελεάννα Ιωαννίδου, Αύγουστος 2010

Ελεάννα Ιωαννίδου (Θεσσαλονίκη, 1972) Μητέρα δύο παιδιών, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακό τίτλο στο Δημόσιο Δίκαιο και την Πολιτική Επιστήμη. Ακτιβίστρια σε πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις με δράσεις σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας, κοινωνικών δικαιωμάτων, περιβάλλοντος και οικολογίας. Από τον Ιούνιο του 2010, μέλος της εκτελεστικής γραμματείας και εκπρόσωπος τύπου των Οικολόγων Πράσινων.

Θανάσης Πολλάτος – Βία και Επανάσταση

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:40 μμ

Θανάσης Πολλάτος

 

 

Βία και Επανάσταση

I. Βία

«Ήταν ο εχθρός και ήταν οι Αυστριακοί. Άνθρωποι, στρατιώτες σαν κι εμάς, καμωμένοι όπως εμείς, με στολές όπως εμείς, οι οποίοι εκείνη τη στιγμή κινούνταν, μιλούσαν κι έπιναν τον καφέ τους, ακριβώς όπως έκαναν πίσω μας, εκείνη την ίδια στιγμή, οι δικοί μας συμπολεμιστές. Παράξενο πράγμα. Μια τέτοια ιδέα δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό […] Ο Αυστριακός αξιωματικός άναψε τσιγάρο. Προς το παρόν κάπνιζε. Αυτό το τσιγάρο δημιούργησε μιαν απρόβλεπτη σχέση ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ εμένα. Μόλις είδα τον καπνό ένιωσα μέσα μου κι εγώ την επιθυμία να καπνίσω. Αυτή η επιθυμία με έκανε να σκεφτώ ότι κι εγώ επίσης είχα τσιγάρα. Τούτο διήρκεσε μια στιγμή. Η πράξη της σκόπευσης από μηχανική μετατράπηκε σε λογική. Θα πρέπει να σκέφτηκα ότι σημάδευα με το όπλο και σημάδευα κάποιον. Ο δείκτης που άγγιζε της σκανδάλη χαλάρωσε. Σκεφτόμουν. Ήμουν υποχρεωμένος να σκεφτώ […] Είχα απέναντί μου έναν αξιωματικό, ανύποπτο για τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Δεν υπήρχε περίπτωση να αστοχήσω. Θα μπορούσα να ρίξω χίλιες φορές απ’ αυτήν την απόσταση, χωρίς να αστοχήσω ούτε μία φορά. Έφτανε να πιέσω τη σκανδάλη: Θα σωριαζόταν στο έδαφος. Η βεβαιότητα ότι η ζωή του εξαρτιόταν από τη θέλησή μου με έκανε να διστάσω. Είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο, έναν άνθρωπο! Έναν άνθρωπο! Διέκρινα τα μάτια και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Το φως της αυγής που γινόταν πιο φωτεινό κι ο ήλιος ετοιμαζόταν να βγει πίσω από τις κορφές των βουνών. Να ρίξω έτσι, από μερικά βήματα απόσταση, πάνω σ’ έναν άνθρωπο… σαν να ήταν αγριόχοιρος!»[1]

Το μανιχαϊκό σύμπαν καταρρέει εκεί που ο Άλλος γίνεται ένας άνθρωπος σαν εμάς, εκεί που τα ιδεολογικά στερεότυπα αποδομούνται, εκεί που μπαίνουμε για λίγο στη θέση του άλλου και βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια του, διαπιστώνοντας ότι μιλάμε αμφίπλευρα για ανθρώπινα μάτια που μοιράζονται κατά βάθος έναν τρόπο να κοιτάζουν τα πράγματα, κατά βάθος έναν τρόπο να κατοικούν τον κόσμο. Η ανακάλυψη αυτής της ταυτότητας αποτελεί την προϋπόθεση της ανακάλυψης της διαφοράς, της ετερότητας. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε πως η ύπαρξη που βρίσκεται απέναντί μας είναι ένας άνθρωπος όπως εμείς και ταυτοχρόνως ένας άνθρωπος διαφορετικός από μας. Η βία είναι από τη φύση της φασιστική, γιατί αποκρίνεται στο ανοικτό ερώτημα του Άλλου με τη λογική της εξολόθρευσης· καταφάσκει την ορμή του Θανάτου και όχι την ορμή της Ζωής. Ο βαθύς σημασιακός πυρήνας της βίας είναι αυτός της εκμηδένισης του Άλλου, της αναίρεσης της ανθρωπινότητάς του, της εξαφάνισής του. Η ψυχική συνθήκη πάνω στην οποία βασίζεται είναι η επιστροφή στην κατάσταση της παντοδυναμίας του μονήρους πυρήνα της ψυχής, εκεί που κάθε ετερότητα, κάθε εξωτερικότητα, εγκολπώνεται σε ένα «αίσθημα που είναι άμεσα παράσταση (του εαυτού) και πρόθεση άχρονης παραμονής αυτής της “κατάστασης”»[2].

Το κακό πρέπει να το αναζητάμε πρώτα μέσα μας. Οι άνθρωποι είμαστε γκρίζες υπάρξεις, λέει ο Ρομαίν Γκαρύ, ικανές ταυτοχρόνως για το πιο μεγάλο καλό και το πιο μεγάλο κακό. Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα ηθικά αναποφάσιστο, λέει ο Τσβετάν Τοντόροφ. Το κακό είναι κοινότοπο, λέει η Χάννα Άρεντ, ανθίζει δίπλα μας και μέσα μας. Ο Χίτλερ ήταν άνθρωπος και όχι τέρας, λέει ο Εντγκάρ Μορέν, οφείλουμε να μην του στερήσουμε την ανθρωπινότητά του, την πολυπλοκότητά του. Δεν υπάρχουν φασίστες λοιπόν; Υπάρχουν φασιστικές πράξεις, επιλογές που κάνουμε εδώ και τώρα, εκεί και πάντα. Μετά υπάρχει η έξη, η δικαιολόγηση της απανθρωπιάς, η αδιαφορία, η ηθική αποκτήνωση, η παράδοση στο κακό, ο κυνισμός, η Μεγάλη Ιδέα. Υπάρχει πάντα όμως η δυνατότητα του καλού και του κακού, η ελευθερία.

Η μη βία είναι ένα χαμένο στοίχημα που οφείλουμε να παίζουμε πάντα, μια πρακτική που οφείλουμε να εφαρμόζουμε μέχρι τα έσχατα όριά της. «Επομένως, δεν θα πω ότι πρέπει να καταργήσουμε κάθε βία, θα ήταν ευχής έργο θεωρητικά, αλλά στην πραγματικότητα χίμαιρα. Λέω μόνο ότι πρέπει ν’ αρνηθούμε κάθε νομιμοποίηση της βίας, είτε αυτή η νομιμοποίησή της προέρχεται από το απόλυτο κρατικό συμφέρον είτε από μια απολυταρχική φιλοσοφία. Η βία είναι ταυτόχρονα αναπόφευκτη και αδικαιολόγητη. Πιστεύω πως πρέπει να προστρέχουμε σ’ αυτήν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και να την περιορίζουμε στα δυνατά όρια»[3]. Κάθε προσφυγή στη βία είναι μια παραχώρηση στην απανθρωπιά. Η βία είναι ανεκτή –αλλά όχι ηθικά νόμιμη, ποτέ ηθικά νόμιμη– μονάχα στην περίπτωση που έρχεται να αποτρέψει, με τρόπο άμεσο, σαφή και προσδιορισμένο, μια άλλη, χειρότερη βία. Αυτό, ας το πούμε αρχή της ελάχιστης δυνατής βίας[4].

Αν ορίσουμε την πολιτική βία ως τη βία που έχει αποκλειστικά πολιτικά κίνητρα και κατευθύνεται ενάντια στους πολιτικούς αντιπάλους απλώς και μόνο επειδή είναι αντίπαλοι, τότε η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική· γιατί δεν μας προφυλάσσει από καμιά χειρότερη βία, γιατί πολεμάει τις ιδέες με τα τσεκούρια και τις λαιμητόμους, γιατί είναι η απόλυτη έκφανση της εξόντωσης. Υπάρχει ένα συνεχές, που στη μια πλευρά έχει τη βία και στην άλλη την ανεκτικότητα.

II. Επανάσταση

«Επανάσταση είναι η ρητή και διαυγασμένη αλλαγή των θεσμών μιας κοινωνίας, όσων θεσμών φυσικά εξαρτώνται από ρητή θέσμιση, με τη συλλογική δράση αυτής της κοινωνίας ή του μεγαλύτερου μέρους της»[5]. Αυτός ο ορισμός, υπέροχος ως υπεκφυγή για αυτό που συζητάμε εδώ, συγκαλύπτει την ιστορική πραγματικότητα της επανάστασης, το γεγονός πως «το κοινό σημείο που έχουν μεταξύ τους οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις είναι το ότι και τα δύο διέπονται από ωμή βία»[6]. Το σώμα της επανάστασης είναι φρανκενσταϊνικό, γιατί συνίσταται από αντιφατικά μέλη. Από την υπόσχεση της ανθρωπιάς του μέλλοντος καρφωμένη στην επικύρωση ή την υπερθεμάτιση της απανθρωπιάς του παρόντος, που αποτελεί την προϋπόθεση της εκπλήρωσης της προφητείας. Η Έλσα Μοράντε έλεγε πως ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλά τα μέσα αποκαλύπτουν το σκοπό. Δεν υπάρχει άσπιλο μέλλον φτιαγμένο από τα υλικά του αίματος και του τρόμου. Η βία μολύνει και η βία φέρνει βία· η ταλάντωση του εκκρεμούς της βίας όλο και μεγαλώνει, λέει ο Πρίμο Λέβι. Μπορείς να πολεμήσεις τη βία μονάχα πηδώντας έξω από τον φαύλο κύκλο της.

Αν θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο ή –ακόμα χειρότερα– αν θέλουμε οι ίδιοι οι άνθρωποι, ημών συμπεριλαμβανομένων, να αλλάξουν τον κόσμο, πρέπει πρώτα απ’ όλα να απαντήσουμε στο ζήτημα της βίας. Και δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπουμε την ηθική στο όνομα της πολιτικής. «Η ηθική έχει αποστολή να αντισταθεί στον αμείλικτο χαρακτήρα που παίρνει η πολιτική όταν εγκαταλείπεται στον εαυτό της.»[7] Μονάχα το ανθρώπινο υποκείμενο, όσο αυτό δεν συγχωνεύεται μέσα στη μάζα, στο Κόμμα, στο Έθνος, στην Ιστορία, όσο διατηρεί την ανθρωπινότητά του, όσο διατηρεί ακέραιη την ηθική του υπόσταση, την καντιανή διερώτηση για το τι πρέπει να πράττει, μόνο αυτό μπορεί να μας προφυλάξει από τη βαρβαρότητα.

Πρέπει να σκεφτούμε κατά πόσο η ιδέα της επανάστασης, ως ένα ιστορικό φαινόμενο με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις ενός ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας με βάση ανθρωπιστικές, δημοκρατικές και οικολογικές αξίες. Πρέπει να σκεφτούμε αν οι κοινωνίες αλλάζουν με τις Μεγάλες Νύχτες της Επανάστασης ή αν πρέπει να εγκαταλείψουμε τη σωτηριολογική και αποκαλυψιακή θεολογία –που περνάει από τον θεολογικό ιστορισμό του Ιωακείμ Φλώριου στον Χέγκελ, στον Μαρξ και κατόπιν σ’ εμάς. Πρέπει να σκεφτούμε την ιδέα της αλλαγής της κοινωνίας με βάση μια νέα οντολογία της κοινωνίας (αυτή της φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας), οριστικά μακριά από τη θεωρία της πάλης των τάξεων, του οντολογικού καθορισμού συγκεκριμένων ταξικών ομάδων κ.λπ. Τότε ίσως διαπιστώσουμε πως η επανάσταση ως μια προσπάθεια βίαιου, απότομου και τελικά πυροτεχνηματικού μετασχηματισμού της κοινωνίας είναι όχι μόνο ανήθικη λόγω των μέσων που χρησιμοποιεί, αλλά και αναποτελεσματική, αφού η επιλογή του άλματος έναντι του μικρού βήματος δεν μπορεί να θεμελιώσει μια βαθιά και βιώσιμη αλλαγή, απελευθερώνει καταστροφικά ένστικτα, προωθεί ανορθολογικές πρακτικές, εκτονώνει γρήγορα την όποια δυναμική, εγκαθιδρύει νέες Μεγάλες Αλήθειες, ανοίγει το δρόμο στην ανάδυση των πρωτοποριών και αργά ή γρήγορα μας επιστρέφει στην πρότερη κατάσταση, αλλάζοντας μονάχα τους ρόλους, αλλά όχι τις δομές του κοινωνικού συστήματος.

Στα δικά μου τα μάτια, η ιδέα ενός σταδιακού μετασχηματισμού –ή μιας μεταμόρφωσης της κοινωνίας, κατά τον όρο του Εντγκάρ Μορέν– μοιάζει σήμερα πιο λογική και πρόσφορη, δεδομένου και του φιλελεύθερου χαρακτήρα των δυτικών καθεστώτων όπου ζούμε. Η αλλαγή των θεσμών της κοινωνίας πρέπει να βασίζεται στην αλλαγή της κουλτούρας των ανθρώπων. Γιατί αυτή η αλλαγή της κουλτούρας αποτελεί το μοναδικό εχέγγυο για τη βιωσιμότητα ενός νέου τύπου θέσμισης της κοινωνίας. Δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, παρά μόνο αλλάζοντας τους εαυτούς μας· το αντίστροφο έπεται. Διαφορετικά, μπορούμε να αφήσουμε διάφορες δηλωμένες ή αδήλωτες πρωτοπορίες, εξ ορισμού λενινιστικές, να τον αλλάξουν για μας. Και έτσι να επιβεβαιώνουμε τα πρότυπα του μάτσο, σκληροτράχηλου επαναστάτη, του φωτισμένου ηγέτη, του στρατευμένου μονοδιάστατου ανθρώπου, του μέλους του Κόμματος, της μάζας κ.λπ. Αλλά αυτός είναι μονάχα ένας τρόπος για να παραμένουμε καθηλωμένοι στο υπάρχον.

ΙΙΙ. Επίλογος

Στο βάθος κάθε βίας αχνοφέγγει το Άουσβιτς, η έσχατη βία. Και όποιος κατασκευάζει εξ επαγγέλματος στρατόπεδα (εθνικά, ταξικά, ιδεολογικά κ.ά.) χωρίς γέφυρες, όποιος σπέρνει απόλυτους διαχωρισμούς, πρέπει να ’ναι έτοιμος να θερίσει συρματοπλέγματα. Δεν γεννά η διαφορά το μίσος, όπως πίστευε ο Σταντάλ, αλλά η δογματική, μανιχαϊκή δαιμονοποίησή της.

 


 

[1] Alain Finkielkraut, Η χαμένη ανθρωπότητα, μτφρ. Γ. Καυκιάς, Ελληνικά γράμματα, 2000, σελ. 38-41. Ο Φινκιελκρώ παραθέτει την ιστορία του ιταλού αξιωματικού Εμίλιο Λούσσου, που μια νύχτα του 1916 φτάνει έρποντας στα χαρακώματα των αντιπάλων Αυστριακών· την ώρα που είναι έτοιμος να πυροβολήσει έναν αυστριακό αξιωματικό, «πλήττεται από τον κεραυνό του καταφανούς».

[2] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφρ. Σ. Χαλικιάς – Κ. Σπαντιδάκης – Γ. Σπαντιδάκη, εκδόσεις Ράππα, 2002, 10η έκδοση, σελ. 415.

[3] Αλμπέρ Καμύ, Σκέψεις για την τρομοκρατία, μτφρ. Ν. Καρακίτσου-Ντουζέ – Μ. Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, Καστανιώτης, 2003, σελ. 63-64.

[4] Πρβλ. σχετικά και Θανάσης Πολλάτος, «Μερικές σκέψεις για τη βία και την πολιτική», περιοδικό Μάγμα, τεύχος 3, Δεκέμβριος 2008, σελ. 104-118.

[5] Κορνήλιος Καστοριάδης, Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Ύψιλον, 2000, β΄ έκδοση, σελ. 109.

[6] Hannah Arendt, Υπόσχεση πολιτικής, μτφρ. Κ. Χαλμούκου, Κέδρος, 2009, σελ. 259.

[7] Εντγκάρ Μορέν, Τα δαιμόνιά μου, μτφρ. Δ. Δημουλάς, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1999, σελ. 148.

Θανάσης Πολλάτος (Σύρος, 1979). Αντιρρησίας συνείδησης, μέλος του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης (http://www.antirrisies.gr/) και μέλος της διαχειριστικής ομάδας του πολιτικού site arguments (www.arguments.gr). Υπήρξε μέλος της ομάδας Αυτονομία ή βαρβαρότητα (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/) και της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μάγμα (http://magmareview.blogspot.com/) από την ίδρυσή τους (2004 και 2007 αντίστοιχα) ως το 2010.

Θανάσης Τριαρίδης – Η φωτογραφία

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:39 μμ

 

Θανάσης Τριαρίδης

Η φωτογραφία

Κρατούσε μια φωτογραφία στο μπλοκάκι του·
ήταν ένας Κινέζος στρατιώτης, ένας Ερυθροφρουρός της Επανάστασης
που εκτελούσε έναν γονατισμένο χωρικό, δεμένον πισθάγκωνα.
Με τούτη τη φωτογραφία έβανε φωτιά στις συζητήσεις:
Κάθε φορά που του ’λεγαν για την Πάλη των Τάξεων,
τους Ταξικούς Εχθρούς, την Κοινωνία την Αταξική και όλα τούτα,
έβγαζε τη φωτογραφία και την έδειχνε:
«Γιά πείτε μου», ρωτούσε, «είναι αυτό φόνος;
Είναι αυτός ένας φονιάς κι αυτός ένας δολοφονημένος;»

Κι έπεφτε βαθιά σιωπή στο τραπέζι –
σαν τι να πούνε, δηλαδή·
στο τέλος κάποιος πήγαινε να τα μπαλώσει,
λέγοντας τέτοια περίπου:
«Σιγά και μην είναι αληθινή η φωτογραφία,
είναι άσσοι στο φωτομοντάζ οι καπιταλιστές» –
ή: «Εμείς μιλάμε για μαρξισμό-λενινισμό,
ποιος νοιάζεται τι γίνεται στην Κίνα» –
ή: «Να σου φέρουμε κι εμείς φωτογραφίες
καμένων παιδιών στο Βιετνάμ από αμερικάνικες βόμβες…»

Μα γρήγορα κατάλαβαν πως ο τύπος με τη φωτογραφία
γίνονταν επικίνδυνος, σωστός ιδεολογικός τρομοκράτης·
με μιαν απλή ερωτησούλα τούς έκανε ζημιά.
Μια και δυο φώναξαν την Καθοδήγηση να τον αποστομώσει –
είχε εμπειρία η Καθοδήγηση από αυτά,
κάτι τέτοιους τούς έτρωγε με το κουτάλι.

Κι ήρθαν οι καθοδηγητές, ψύχραιμοι πάντοτε,
κάθισαν στο τραπέζι του και τον περίμεναν να βγάλει τη φωτογραφία.
Κι εκείνος φυσικά τούς κατάλαβε μεμιάς – σιγά το δύσκολο.

«Είσαι δημαγωγός, αν όχι και πρακτοράκος»,
του απάντησαν μόλις τους έκανε την ερώτησή του·
«δεν μπορείς να κάνεις πολιτική με μια φωτογραφία,
η ιστορία έχει διαλεκτικούς κανόνες…
Για παράδειγμα, αυτός ο τάχα αγρότης σου:
μπορεί να είναι ένας εχθρός του Λαού,
κάποιος που θα γίνει Χίτλερ ή Μένγκελε
κι ο θάνατός του να λυτρώσει χιλιάδες ζωές.
Μήπως δεν ξέρεις πως η κοινωνία βγάνει καρκινώματα,
πως στα χωράφια πέφτουνε ακρίδες – τι να λέμε…
Κι αν ο καρκίνος προχωρήσει, ο οργανισμός πεθαίνει·
κι αν οι ακρίδες φάνε τα σπαρτά,
θα ψοφήσουμε όλοι απ’ την πείνα –
γι’ αυτό ψεκάζουμε».

Έτσι του ’πανε –
θαρρείς κρατούσανε στα χέρια
κιόλας τα ψεκαστικά.

[Το 49ο κεφάλαιο από το βιβλίο Ich bebe * Όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλογα, http://www.triaridis.gr/ichbebe/ 2007.]


Γιάννης Εξαδάκτυλος – Δεν είναι αυτή η επανάσταση

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:37 μμ

Γιάννης Εξαδάκτυλος

 

 

Δεν είναι αυτή η επανάσταση

Από παιδί βλέπεις τους δικούς σου να λιώνουν για το μεροκάματο, τους φίλους σου να μην έχουν στον ήλιο μοίρα, το μέλλον να πεθαίνει πριν ακόμα γεννηθεί. Σχολείο, στρατός, δουλειά, γάμος, δάνειο, παιδιά, γηρατειά, θάνατος. Την έχεις δει τη ρημάδα την ταινία, με πρωταγωνιστές φίλους, γνωστούς και συγγενείς, ξανά και ξανά και ξανά. Και δεν θέλεις να την ξαναδείς – πόσο μάλλον να παίξεις σε αυτή. Διαβάζεις, ακούς, μιλάν, μαθαίνεις και έχεις πια πειστεί πως τίποτα δεν θα αλλάξει με την καλή τη θέληση και την κουβέντα. Και όσο περνάει ο καιρός, χειρότερα…

Από μικρός στην αντίδραση και στο διάβασμα και στην κόντρα – με το σπίτι, με τους δασκάλους, με τους φίλους και με τον περίγυρο. Και βέβαια βγήκες σε πορείες. Στην αρχή δεν ήξερες με ποιους να πας και ποιοι είναι οι «δικοί σου». Άλλοι σε διώξανε, άλλοι δεν σε ξέρανε, ούτε σε εμπιστεύονταν, μόνοι δικοί σου τα «φρικιά», οι «ανάρχες», οι «μαύροι». Μόνο αυτοί σε βοηθήσανε όταν σας κυνηγούσαν οι μπάτσοι, μόνο αυτοί κάθισαν και μίλησαν μαζί σου, μόνο αυτοί σε άκουσαν.

Προφανώς και πέρασες και από τις γειτονιές και τα στέκια τα γνωστά. Και σίγουρα με τον καιρό έμπλεξες ή ξέμπλεξες, οι μπάτσοι σε πιάσανε ή τους ξέφυγες. Και τελικά βρήκες τους συντρόφους σου, γιατί αυτά που σε καίγανε έκαιγαν και άλλους. Και οι απαντήσεις τους, αλλά και οι ερωτήσεις τους, σου ταίριαζαν. Είδες πως δεν είσαι μόνος. Είδες πως και άλλοι ενοχλούνται, σκέφτονται, πονάνε σαν κι εσένα. Και τι άλλο μπορεί να είναι εκτός από σύντροφοί σου; Αφού την ίδια γλώσσα μιλάτε. Πορείες μαζί, ξύλο μαζί, «βία στη βία της εξουσίας» μαζί, «η βία είναι το θηλυκό του βίου» μαζί.

Τον τελευταίο καιρό, τα πράγματα έχουν χειροτερέψει. Είναι καιρός τώρα που κουράστηκες ν’ ανέχεσαι. Αυτοί να μιλάνε και εσύ να σωπαίνεις. Αυτοί να βαράνε και εσύ να τις τρως. Αυτοί να βρίζουνε και εσύ να κρύβεσαι. Αυτοί να διατάζουν και εσύ όλο και να καμπουριάζεις τη ράχη. Αρκετά δεν είναι μέχρι εδώ; Δεν βαρέθηκες να είσαι το θύμα, δεν κουράστηκες να σε πατάνε, δεν σε νοιάζει που αυτοί κάνουν ό,τι θέλουν στη ράχη μας επάνω; Και αφού αυτοί έχουν δικά τους τα κόζα, τις πλάτες, τις γνωριμίες, τα κολλητηλίκια, εσένα τι σου μένει τελικά;

Τίποτα… να τι σου μένει…

Οι γονείς σου, κι αυτοί ξέχασαν, άλλαξαν, γέρασαν. Άρχισαν να λένε πως τα παιδιά τους δεν έχουν τις ευκαιρίες που μέχρι και οι ξένοι έχουν πια στην πατρίδα (τους). Τα αδέλφια σου σού λένε πως με τις ιδέες που έχεις θα δυστυχήσεις και να κόψεις τις μαλακίες. Οι φίλοι που δεν ανήκουν στο χώρο σου λένε πως είναι καιρός να σοβαρευτείς, γιατί έχεις πια οικογένεια – ή ίσως να πρέπει να κάνεις οικογένεια.

Και η επανάσταση που κίνησε για να ’ρθει; Και ο καλύτερος κόσμος που ευαγγελίζεσαι για τα παιδιά σου; Και η ταπείνωση που νιώθεις για ό,τι ακούς, για ό,τι ανέχεσαι, για ό,τι βλέπεις να κάνουν και να λένε αυτοί που διαφεντεύουν τη δουλειά, τη ζωή, το μέλλον όλων μας;

Σε αυτό το σταυροδρόμι, σε μια πορεία, σε κάποια αψιμαχία με τους φασίστες βρίσκεσαι να σε βαράνε και να βαράς. Σηκώσαν χέρι πάνω σας, πάνω στους φίλους σου, πάνω στους συντρόφους σου, οι αλήτες, τα δειλά καθάρματα, τα ναζιστικά σκουλήκια, οι δούλοι του κρατισμού.

Τον αποφεύγεις τον κοντοκουρεμένο με το ξύλο που θέλει να σου ανοίξει το κεφάλι, και τον χτυπάς εσύ…

Και πέφτει κάτω…

Και όπως τον κλωτσάς –εκείνος θα σε μαχαίρωνε, το ξέρεις καλά– τον ακούς…

Βογγάει…

­—Ωχ, μάνα μου…!

Πες μου πώς ένιωσες. Ανατρίχιασες ή κάβλωσες;

Αν κάβλωσες, αν το φχαριστήθηκες, αν ένιωσες σπουδαίος πολεμιστής και επαναστάτης, αν πιστεύεις πως έφερες ένα βήμα πιο κοντά την επανάσταση και έδωσες ένα χτύπημα στον φασισμό, μετά λύπης μου σού δηλώνω πως γελάστηκες. Ακριβώς το αντίθετο έκανες. Αναπαρήγαγες τον φασισμό, χάρηκες με την επιβολή του δυνατού πάνω στον πιο αδύναμο. Κι αν ακόμα κέρδισες τη σημερινή μάχη, έχασες κατά κράτος τον πόλεμο. Σε νίκησε ο φασίστας, ο πεσμένος στα πόδια σου. Θα γυρίσεις σπίτι σου φαινομενικά νικητής, τροπαιούχος και τροπαιοφόρος, ήρωας των μαζών και πολεμιστής του προλεταριάτου, και…;

Αργά η γρήγορα, όταν ή αυτός θα έχει φάει εσένα ή εσύ αυτόν, τα πράγματα θα είναι τα ίδια όπως και πριν. Ο ένας φασισμός θα έχει αντικαταστήσει τον άλλο.

Αν πάλι ανατρίχιασες, τότε κάπου, κάποτε, ένιωσες σαν κι εμένα. Πιθανόν να ένιωσες πως κάπου λοξοδρόμησες και έχασες το δρόμο σου. Ίσως ένιωσες πως αυτός που έκανε λάθος στις επιλογές του, αυτός που είναι εχθρός σου, αυτός που θα χαρεί τελικά να σου κάνει κακό, δεν ήρθε στον κόσμο με άλλο τρόπο από αυτόν που ήρθες κι εσύ. Πως όσο και να σας χωρίζουν στολές, ιδεολογίες, πολιτικές, εσύ –επειδή ακριβώς ξέρεις ποιος είναι ο δρόμος ο σωστός– πρέπει να τον δείξεις και σε αυτόν, επειδή εκείνος δεν τον έχει ούτε καν φανταστεί. Πως δεν είναι αυτή η επανάσταση και πως τον κόσμο πρέπει να τον κάνεις καλύτερο, αν έχεις τσίπα και πιστεύεις σε όσα λες.

Και ναι, δεν θα σε ακούσει. Και όχι, δεν θα σε ακολουθήσει. Και θα προσπαθήσει να σε σκοτώσει και την επόμενη φορά που θα συναντηθείτε.

Αλλά έτσι είναι…

Πρώτα αδιαφορούν για ’σένα. Μετά γελάνε μαζί σου. Μετά σε πολεμάν. Μετά νικάς. – Μαχάτμα Γκάντι

Γ.Ε. – Ιούνιος 2010

 

Γιάννης Εξαδάκτυλος (Πειραιάς, 1968). Εργάζεται ως τεχνικός πληροφορικής στις ΗΠΑ, όπου ζει τα τελευταία χρόνια. Διατηρεί το ιστολόγιο http://exadaktylos.wordpress.com/ όπου φιλοξενεί τα δικά του κείμενα, όπως και κείμενα άλλων.

Κυριάκος Αθανασιάδης – Δυο σημειώματα για πέντε φόνους

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:36 μμ

Κυριάκος Αθανασιάδης

 

 

Δυο σημειώματα για πέντε φόνους

[Δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Αθλητικά Νέα» στις 19.4.2010 και στις 06.5.2010 αντίστοιχα.]

[Χαμί Νατζάφι, 28 Απριλίου 2010]

«Τους λένε Σκοπιανούς, τους λένε Αλβανούς, τα ρούχα μου θα ράψω με δέρματ’ απ’ αυτούς». Σου αρέσει το συνθηματάκι που γκάριζαν τα καϊνάρια μας στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου; (Και δεν εννοώ αν το κρίνεις εύηχο ή μετρικά σωστό, ε; Να ξηγιόμαστε). Αν απαντήσεις «ναι», τότε ΕΣΥ, μόρτη, τοποθέτησες τη βόμβα που ρήμαξε το ωραίο ανθρώπινο κορμί του Αφγανού αδερφού μου: του Αφγανού παιδιού μου. Και έραψες τα ρούχα σου με δέρμα απ’ αυτό.

Λοιπόν, και για να ξέρεις, ήταν ένα πολύ ωραίο δέρμα το συγκεκριμένο. Πρώτης ποιότητος. Με γεια σου με χαρά σου. Τώρα έχεις πάνω σου (επιτέλους) κάτι που ν’ αξίζει. Γιατί μέχρι τώρα, στη μίζερη χαμωζωή σου, σ’ αυτό το σαπρό τίποτα που νόμιζες ζωή, δεν είχες άλλο τι της προκοπής. Τίποτα. Ούτε μπορούσες να αποκτήσεις διαφορετικά. Αλλά με τη βόμβα σου τα κατάφερες. (Μ’ όλες σου τις βόμβες τα καταφέρνεις). Διαμέλισες ένα ωραίο σώμα, ένα ωραίο τρεμάμενο σώμα, του πήρες το δέρμα, κι έγινες κι εσύ μέλος (έστω: μασκαρεμένο) της κοινότητας των ανθρώπων. Άντε, κι εις ανώτερα. (Όχι τα ρούχα σου, ρε καημενάκο, την άλλη φορά: το πρόσωπό σου: το πρόσωπό σου κοίτα να ντύσεις με δέρμα, όπως ο Λέδερφεϊς – το πρόσωπό σου ντύσε. Κόλλα τους μακελεμένους ιστούς στο άσχημο πρόσωπό σου. Για να ομορφύνεις).

Και το άλλο, παιδί μου; Ε, μασκαρεμένε άνθρωπε; Ε, Λέδερφεϊς; Το άλλο σε άρεσε; Το «Έλληνας γεννιέσαι, δε γίνεσαι», λέω. Το γουστάρεις; Το νιώθεις; Το δέχεσαι; Ναι, ε; Ωραία. Εγώ πάλι γουστάρω τέρμα ένα κατιτίς άλλο. Το «Τρόμπας δε γεννιέσαι, γίνεσαι». Όπως και το «Γεννήθηκες άνθρωπος, αλλά δε στάθηκες άξιος αυτής της τιμής: κατήντησες γουρούνι με σάπια κοιλιά». Ναι, αυτό μετρικά πάσχει. Δεν έχει καν καμιά ομοιοκαταληξία της προκοπής.

Αλλά ποιος χέζει τα μέτρα και τις ρίμες, βλακάκο, όταν ζουν ανάμεσά μας τα Ορκ τής Μέσης Γης και σπέρνουν βόμβες; Ποιος νοιάζεται για φιλολογίες όταν ο μόνος υπερβλάξ θεός που διαφεντεύει την πλάση κηρύττει τη βία με κάθε σαλιασμένη αποστροφή του λόγου του;

Όχι εγώ πάντως. Εγώ τάσσομαι με τον άνθρωπο. Θα ζήσω και θα πεθάνω παρά τω πλευρώ του ανθρώπου. Δηλωμένος εχθρός της απαίσιας βίας σου.

Εγώ ο Δείμος, εγώ ο Κυριάκος Αθανασιάδης του Χρήστου και της Ευγενούλας: θα ’μαι μια ζωή με τον Άνθρωπο. Θα ’μια μέχρι να κλείσω τα μάτια Τούρκος (και περήφανος που είμαι Τούρκος), Αλβανός (και περήφανος που είμαι Αλβανός), Μακεδόνας (και περήφανος που είμαι Μακεδόνας), Βούλγαρος (και περήφανος που είμαι Βούλγαρος). Θα ’μαι Γερμανός, Αμερικάνος, Ιβοριανός και Ζαϊρινός (και περήφανος).

Εγώ θα ’μαι Τσιγγάνος.

Εγώ θα ’μαι Αφγανός δεκαπέντε χρονώ.

Και θα σε νικήσω στο χαλαρό. Με την περηφάνια μου και με την τιμή μου. Με την αξιοπρέπειά μου.

***

[Παρασκευή Ζούλια, Επαμεινώνδας Τσακάλης, Αγγελική Παπαθανασοπούλου και το αγέννητο παιδί της, 5 Μαΐου 2010]

Η απέχθειά μου προς τα σταλινικά Αριστερά κόμματα με είχε στρέψει στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (για Δεξιά ούτε λόγος προφανώς), και οι τρελές ομοιότητες της δεύτερης με την πρώτη (τρελές όμως) με οδήγησαν λογικότατα στον so called Αναρχισμό κάπου στα μέσα της δεκαετίας τού ’80. Από τον τελευταίο με εξέμεσε η πρωτογενώς βίαια φύση του και η ηλιθιότητα των λεγόμενων «αναρχικών», των ανοήτων σφετεριστών της «ιδεολογίας» του. (Και η αμορφωσιά του συνόλου τους – τραγικά άσχετοι, αστοιχείωτοι, απαίδευτοι, σε βαθμό ΒΙΤΡΙΟΛΙΚΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ. Για να ’χετε μιαν εικόνα, η λέξη «μπαχαλάκηδες» τούς χαρακτηρίζει 1000%. Μιλάμε για κρετινισμό τού στυλ, «’Ντάξ’ μωρέ, ντα ζμπάσω ας ’ούμε». Όπως ακριβώς το ’πε ο αείμνηστος Ηλίας Πετρόπουλος: «Στην Ελλάδα, υπάρχουν εφτά αναρχικοί». Και πολλούς έβαλε…) Ε, το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα ιταμά παρακάλια για «Λεφτεργιά στον τάδε αιχμάλωτο του Κράτους», όλ’ αυτά, λέω (και άλλα διάφορα που δεν είναι της παρούσης), με υποχρέωσαν να πάρω το καπελάκι μου και να φύγω ακροποδητί από το «χώρο». Κι ας εργάστηκα, κι ας έκανα, κι ας έρανα, κι ας μόχθησα, κι ας αγάπησα, κι ας (τάχα) με χρειάζονταν.

Λοιπόν, και για να μην τα πολυλογούμε, δεν υπάρχει τραγικότερη ανθρώπινη νομοτέλεια απ’ αυτήν τής άσκησης βίας. Και, μολονότι καθετί ανθρώπινο μου είναι, ναι, οικείο, δε μου είναι ταυτοχρόνως και αποδεκτό. (Ελάχιστα ανθρώπινα είναι του γούστου μου – σε αντίθεση με τα των λύκων, φέρ’ ειπείν, ή των φαλαινών, που όλα τους τα γουστάρω). Η βία, επίσης, δεν έχει «χώρους», χρώματα και παρατάξεις. Η βία είναι απλώς απάνθρωπη (πολλά ανθρωπινά πράματα είναι απάνθρωπα: μη γελιέσαι), εγκληματική, φασιστική και ατελέσφορη. Κτηνώδης. Ποτέ και πουθενά δεν οδήγησε σε ΤΙΠΟΤΕ καλό η άσκησή της. Ποτέ και πουθενά. Και μήτε πρόκειται. ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΕ ΚΑΤΙ ΚΑΛΟ, ΠΑΛΙ ΤΗΝ ΑΡΝΙΕΜΑΙ. Όπως θα αρνιόμουν να βιάσω, παραδείγματος χάριν, την κόρη μου ή τον γιο σου για να μην……… (βάλε ό,τι θες στις τελείες). Όλοι οι βιαιοπραγούντες χαιρετούν με τεντωμένο χέρι και τεντωμένη παλάμη. Όλοι τους είναι Ναζί. Άρα τίθενται αυτόχρημα στο απέναντι από το δικό μου «στρατόπεδο».

Για το θέμα των ημερών μια λέξη. Συμφωνώ (και όχι χτες, όπως η συντριπτική πλειονότητα των συμπολιτών μου, συνελλήνων μου, συν-Αρειανών μου, και τρέχα-γύρευε), συμφωνώ ΑΠΟ ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΩΡΑ σε ό,τι κι αν πεις για το απεχθές Κράτος, τους λωποδύτες πολιτικούς, τους τσαρλατάνους κυβερνώντες, τους ζοφερούς επιχειρηματίες, τα βδελυρά αφεντικά, τις πολεμοκάπηλες βδέλλες, τα κοσμικά παράσιτα, τους φονιάδες των λαών Αμερικάνους, Έλληνες, Τούρκους, Κογκολέζους κ.ο.κ.

Συμφωνώ πως τα μέτρα για να μη γκρεμιστεί η χώρα είναι δυσβάσταχτα, ελέγξιμα, πρόχειρα, άδικα κλπ. κλπ. (Και πως δε λύνουν καν το ΜΕΙΖΟΝ πρόβλημα της χώρας: το σπρώχνουνε μοναχά μια στάλα, κι ό,τι κάτσει).

Αλλά για το κατάντημα αυτό (που κάθε άνθρωπος με δυο δράμια νιονιό ανέμενε από ώρα σε ώρα – και πολύ άργησε) ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΙ. Όλοι. Μηδενός εξαιρουμένου. Μηδενός.

Έχουμε χτίσει μια φαντασιακή Ντίσνεϊλαντ από το 1821 και δώθε (διορθώνω: μας τη χτίσανε, μας τη χάρισαν – ή καλύτερα: τη χάρισαν στο παρελθόν ΤΟΥΣ οι Ευρωπαίοι, και κανένας επαναστάτης Ρωμιός: μια Ελλάδα ήταν απαραίτητη για να ’χουν καταγωγή οι Ευρωπαίοι: ένα «λίκνο» του πολιτισμού τους – έτσι γεννηθήκαμε), έχουμε χτίσει, λέω, μια παιδούπολη που ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΩΣ αντέχει τον αυτοεξευτελισμό της τόσο καιρό τώρα. Κλέβουμε, ρημάζουμε, κοπανιόμαστε, καίμε, χτίζουμε, κρύβουμε, λαδώνουμε, σουρώνουμε, ρευόμαστε, κάνουμε ό,τι γουρουνιά μπορεί να φανταστεί ανθρώπου νους, ό,τι σιχασιά μάς καυλώσει, και περιμένουμε κι από πάνω να «τα πάμε καλά».

Ε μα δεν πάει έτσι το πράγμα. Δε θα τα πάμε καλά. Και δε θα τα πάμε καθόλου καλά και με τα κόμματα και τις οργανώσεις τους που σύρουν τα πρόβατα στους δρόμους. Είναι αμαρτωλά όσο δεν πάει. Και επιχαίρουν επί πτωμάτων και ερειπίων για να μαζέψουν τον έρμο τον κοσμάκη στις στάνες.

Δεν ξέρω ποιος έκαψε ζωντανούς τους γιους και τις κόρες μου στην τράπεζα. Αντεξουσιαστές, ακροδεξιοί, πράκτορες ή όποιος άλλος. Ξέρω μονάχα πως μερίδιο στο χαμό τους έχω κι εγώ. Γι’ αυτό ζητώ ταπεινά συγγνώμη από τους νεκρούς, και εκφράζω τα θερμότατα συλλυπητήριά μου στους οικείους τους.

Και (επί του πρακτέου), όσο απλώνεται αυτή η βία δίχως κανένας να αντιστέκεται, δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να ακολουθήσω καμιά πορεία σε κανέναν δρόμο. Τέτοιες βίαιες πορείες και θλιβερές «εξεγέρσεις» είναι χίλιες φορές πιο ατελέσφορες από τα όποια μέτρα. Χίλιες φορές. (Πρώτοι απ’ όλους το γνωρίζουν αυτό οι διοργανωτές τους). Και θα οδηγήσουν σε τραγωδίες ασύλληπτου μεγέθους.

Κυριάκος Αθανασιάδης (Θεσσαλονίκη, 1963): Συγγραφέας. Από το 1984 εργάζεται ως επιμελητής εκδόσεων. Από το 1987 έχει εκδώσει εφτά πεζογραφικά βιβλία με αφηγήσεις χαμού (http://ekdoseis-digma.blogspot.com/) και περισσότερα από δέκα παιδικά/εφηβικά (νουβέλες και παραμύθια).

Ελένη Καρασαββίδου-Κάππα – Ο δρόμος…

In Uncategorized on Οκτώβριος 11, 2010 at 4:33 μμ

Ελένη Καρασαββίδου-Κάππα

 

 

Ο δρόμος…

[Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα http://www.agitprop.gr/article/196/o-dromos στις 13-5-2010.]


Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία…

Η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη εδώ και κάποια χρόνια. Και το κυνήγι των «ενόχων» είχε παγιωθεί. Σ’ έναν απόλυτο κόσμο που ταυτίζει τον άνθρωπο με την παραγωγή του (κι εδώ «η ψυχολογία της μορφής», η «Gestalt», θα ’χε να πει πολλά), ο κόσμος της εργασίας απαξιωνόταν με εξυπνακίστικα συνθήματα αντεστραμμένου ρατσισμού όλο το χρόνο. Εάν ο τοίχος έχει τη δική του ιστορία, οι τοίχοι αυτοί θα μπορούσαν να μιλήσουν για σοβαρές μεταλλάξεις στο χώρο της ευρύτερης αριστεράς. Κύριο χαρακτηριστικό τους αυτό που ο Λεβί Στρως αποκάλεσε «απόμακρη ματιά», όπου κάθε κριτική στη διαφορετική κουλτούρα των «πρωτόγονων» γίνεται στα πλαίσια μιας μεθοδευμένης απαξίωσης, μιας με το ζόρι αποδοχής, που μόνο σκοπό έχει την παγίωση της «ανωτερότητας» των «φωτισμένων».

Αλλά ναρκισσισμός κι επανάσταση δεν πάνε μαζί… Από το «Έλληνες είστε και φαίνεστε» μέχρι το «Μπάτσοι Γουρούνια Δολοφόνοι» και τις τόσες ειρωνείες για το φαινόμενο της εργασίας (που μόλις και μετά βίας «έκρυβαν» για τους αφελείς το μίσος για «τον μικροαστικό κόσμο των εργαζόμενων»), η παγίωση του συστήματος γινόταν μέσα από την παγίωσή του ως «συστήματος αναφοράς». Όπου ακόμη και στα πλαίσια της πιο «απόλυτης και καθαρής κριτικής» εναντίον του «γερασμένου κόσμου», έχεις ενσωματώσει κι αναπαράγεις τη γλώσσα του και τη συμπεριφορά του. Ο «άλλος» που απεχθάνεσαι (είτε ο συλλογικός «δομικός άλλος» στη μορφή του συστήματος είτε ο κοινωνικοπολιτικός προσωπικός «άλλος» στη μορφή του ανθρώπου που σκέφτεται και ζει «διαφορετικά» από εσένα) έχει τόσο παγιώσει την «κανονιστική του λειτουργία», που έχει ενσωματωθεί απόλυτα μέσα σου, κι από εκεί σε ετεροκαθορίζει. Αναπαραγόμενος μάλιστα δίχως ίχνος αναστολής, αφού ο ναρκισσισμός σου δεν σε αφήνει να το εντοπίσεις.

Ο δρόμος σε μια γειτονιά που δεν έχει φώτα…

Όμως, εκεί όπου αναστολή δεν υπάρχει, αργά μα σταθερά η επαναστατική συνείδηση μετατρέπεται σε επαναστατικότητα, απεκδυόμενη κάθε έννοια ηθικής (ταυτίζοντάς τη πρόστυχα με την ηθικολογία) κι η επαναστατικότητα σε πολιτικό μίσος: Η πολιτική πρόταση έχει βρει αυτό που θα την κηδέψει. «Λύσσα και συνείδηση», μία από τις ασυμβίβαστες αμετροέπειες των τοίχων, σ’ έναν κόσμο όπου η καντιανή δυτικοευρωπαϊκή σκέψη (παιδί της οποίας υπήρξε και η Αριστερά) υποχωρεί, καθώς οι φονταμενταλισμοί τρίβονται μεταξύ τους και παράγουν σπίθες που δεν καταυγάζουν, μα σκοτίζουν. Θαμπώνουν. Έτσι ο φεμινισμός θα ’ρθει με κομμένα πέη, έτσι ο Δεκέμβρης ακύρωσε (αντί να θέσει το πρόταγμα να αναδιανείμει) τον υλικό πλούτο της κοινωνίας (το φάντασμα του Μαρξ που τα έβαζε με τους Λουδίτες τριγυρνούσε αλλόφρον στους δρόμους της Αθήνας, τους γεμάτους επαναστατικό λαϊκισμό), έτσι υπολογιστές (αυτό το κύημα συλλογικού κόπου κι ανθρώπινης πορείας που γέννησε κινήματα) έγιναν θρύψαλα, βιβλιοπωλεία (και πόσο δίκιο είχε η Λέιμποβιτς –νομίζω– όταν έγραψε πως τα άκρα πια συναντιούνται, αλλά την πρωτοβουλία για το ραντεβού την έχει ο φασισμός) κάηκαν, κάδοι απορριμμάτων καταστράφηκαν (σ’ έναν κόσμο όπου κάποιοι μονίμως αυτοβαυκαλίζονται ως οικολογικά ευαίσθητοι και, πάντα, «προχωρημένοι»), πυροσβεστικά χτυπήθηκαν (όλοι οι ένστολοι είναι μπάτσοι! Ουγκ! Μόνοι διαφορετικοί εμείς! Πάλι ουγκ! Γαμώ τον μιλιταρισμό, ουγκ! Εγώ, η αρχιμιλιτάρα! Ξανά μανά ουγκ!). Και πώς όχι; Πάντα ο φαλλός είναι το κοντάρι κάθε απόλυτης ιδεολογίας, «φεμινιστές μου». «Έτσι» «ξεβρακώματα» στο δρόμο δικαιολογήθηκαν πριν χρόνια, έτσι παρ’ ολίγο φονικοί ξυλοδαρμοί φυλάκων και φοιτητών στο ΑΠΘ πέρασαν και δεν ακούμπησαν, «έτσι» εκδηλώσεις λόγου με το τσεκούρι των αντεστραμμένων «κοινωνικών φρονημάτων» ακυρώθηκαν, αφού «η κοινωνία, λέει, υπεραμύνεται», «έτσι» θεατρικές παραστάσεις ακυρώθηκαν βίαια (απαράδεκτε Ευριπίδη που «εκμεταλλεύτηκες», λένε «τα παιδιά», τον πόνο των Τρώων κι έγραψες τις Τρωάδες, γινόμενος ο πρώτος συγγραφέας που ξεπέρασε το ομόαιμον και το ομόθρησκον, γινόμενος αυτό που ο Lesky αποκάλεσε «ένας άνθρωπος συμπαντικός», και το δικό σου φάντασμα, λένε, τριγυρίζει αλλόφρον στους δρόμους της Αττικής Γης που ’χει… Λαζόπουλους να δομούν τη… συλλογική μας συνείδηση!), έτσι διαμελίστηκε στη σιωπή και το Αφγανάκι (α! Όλα κι όλα! 15χρονος από 15χρονο έχει διαφορά! Κι η αξία της ανθρώπινης ζωής μετράει μόνο αν μπορούμε να την τοκίσουμε ιδεολογικά! Εμείς οι κατά τα άλλα υπέρμαχοι των… ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Έτσι κάηκαν κι οι 3 «απεργοσπάστες»…

Οι ένοχοι του δρόμου

«Η απόμακρη ματιά» είναι λογικό να συμβαδίζει με αυτό που ο Αντόρνο αποκάλεσε ομοιότροπη διαφορετικότητα. Στο βάθος, λέει στα Μικρά Ηθικά του αυτή η εμβληματική φιγούρα της σκεπτόμενης, αληθινά επαναστατικής αριστεράς (καμιά σχέση με κάποιους έλληνες μικροαστούς, που σε χώρους υλικών και ψυχολογικών απολαβών αποενοχοποιούνται αυτοβαυκαλιζόμενοι ως αριστεροί και ως σκεπτόμενοι), το να βεβαιώνεις τον νέγρο πως είναι ολότελα ίδιος με τον λευκό, ενώ ολοφάνερα δεν είναι, σημαίνει πως θεωρείς τις ανθρώπινες διαφορές «στίγμα». Η καταδίκη του εθνισμού, το ίδιο απόλυτη με την καταδίκη του ταξικού, παίζει το παιχνίδι του εθνικισμού και του εθνομηδενισμού. Το πρόταγμα να καταργηθούν τα σύνορα με κάθε κόστος κάνει να δικαιολογείται ακόμη και το trafficking. Το ρεμπέτικο, μου ’χε πει ένας εκπρόσωπος της Αντιεθνικιστικής Κίνησης, μιλά το ίδιο και στους Μάγια! Ο απόλυτος σχετικισμός του μεταμοντερνισμού, που τόσο εύκολα εισχώρησε σε συγκεκριμένες εκφάνσεις της Αριστεράς, είναι το ίδιο το δόγμα σε νέα εκδοχή. «Απαγορεύεται» μεν «το απαγορεύεται», αλλά απαγορεύεται κάθε κριτική στάση απέναντί μας. Κάθε τέτοια θα λοιδορείται ως μικροαστική, εθνικιστική, φασιστική κι αδαής. Έτσι είδαμε απόλυτες κι απλουστευτικές θέσεις, που δεν εκκινούν από την πραγματικότητα (όπως το ’θελε ο Μπρεχτ), μα από τα ιδεολογικά μας κουτάκια που δρουν ως Προκρούστης απέναντι στη Ζωή την ίδια. Δεν θα αναλύσω εδώ τι ανιστόρητες απόψεις ακούγονται, αφού η ημιμάθεια παρελαύνει μέσα στην Αριστερά. Θα πω μόνο πως, όπως ο σταλινισμός απαγόρεψε την κβαντική φυσική, την ίδια την επιστήμη, έτσι κι άλλες εκφάνσεις λοιδορούν την κοινωνική ψυχολογία, τον ίδιο τον μαρξισμό, την ιστορία, τη γεωπολιτική κ.λπ. Η θρησκεία δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με την επιστήμη. Αντίθετα, τα πήγαινε εξαιρετικά καλά με την υποκρισία: Ζητάμε από την κοινωνία ανοχή απέναντι στη διαφορετικότητα, όταν δεν την έχουμε ούτε μεταξύ μας. Στο σχέδιο Ανάν οι μισοί λέγαν προδότες τους άλλους μισούς. «Οι ομάδες αυτές είναι έτοιμες να επιτεθούν σε κάθε σκέψη και ομάδα που παραμένει αληθινά ανεξάρτητη», σημείωνε ο Αντόρνο.

Το ίδιο, όμως, είναι έτοιμες να παραδοθούν σε κάθε άτομο που είναι παραδομένο. Στον λογοκριμένο διάλογο (όπου κείμενα της ομάδας γύρω από τον Κάιν π.χ. πέρασαν με πάρα πολλές πιέσεις) στο «ελεύθερο» (μη χέσω, πρόβατα!) Indymedia ακούστηκαν ανερυθρίαστα κι απόψεις του στυλ «έχουν μερίδιο ευθύνης γιατί εργάζονταν». Φυσικά! Τα παιδιά των βορείων προαστίων στα οποία πολλές (ποτέ δεν θα έγραφα το γενικό οι κουκούλες), πολλές λοιπόν, κουκούλες ανήκουν (γιατί η γενιά του ’95 χαρακτηρίστηκε στην πλειοψηφία της από συγκεκριμένη ταξική διάρθρωση, κάτι που είχα υπαινιχθεί παλιότερα και στα Θραύσματα, αλλά αυτήν τη διάθρωση τα «κακά μίντια» την κάλυψαν, και πώς όχι;) δεν μπορούν να έχουν αληθινή γνώση τού τι θα πει εργοδοτικός εκβιασμός. Δεν έχουν γνώση του αληθινού πεδίου. Ζουν είτε από κάνα ψιλό απ’ αυτούς που ειρωνεύονται, είτε απ’ τον μπαμπά (αντάρτες της πορδής, που λέει και το τραγούδι), είτε από άλλες επιλογές, που όχι η αλληλεγγύη μα η κινηματική αξιοπρέπεια (που όποιος κατανοεί, κατανοεί – κι όποιος εκτιμά, εκτιμά) δεν μου επιτρέπει να γράψω.

Γι’ αυτό και «πήδηξαν» επικοινωνιακά την πιο μεγάλη ώρα του κόσμου της εργασίας, την πιο συγκλονιστική του πορεία. Γι’ αυτό και σαν τις κατσαρίδες με hit and run ξανακαπέλωσαν έναν κόσμο και μια πορεία που δεν τον κατανοούν, δεν τον σέβονται και δεν τους ανήκει. Αν η «ευνοημένη τραπεζίτισσα» (ακούστηκε κι αυτό!) εγκυμονούσα δεν ήταν στον υπέροχο κόσμο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, θα μπορούσε να κάθεται σπίτι της με επαπειλούμενη. Αλλά η απάντηση ήταν να τους απελευθερώσουν από τη δουλεία του Βγενόπουλου στερώντας τους από τα δεσμά της ζωής! Και παρόλο που τα μίντια του κεφαλαίου σε 2 μέρες το προσπέρασαν (εν αντιθέσει με τον εξίσου άδικο θάνατο του Γρηγορόπουλου…), οι εργαζόμενοι είχαν βρει τους «μάρτυρές τους». Δεν έχουν μόνο οι 16χρονοι «σύμβολα». Χτυπημένοι από παντού, δίχως διέξοδο, τα 4 θύματα (ώς 3 μηνών δεν θεωρείται ζωή) είναι σύμβολα ενός κόσμου που χτυπά μονίμως τους πλέον αδύνατους, είτε για να διατηρηθούν οι πιο απάνθρωπες νεοφιλελεύθερες δομές είτε για να επιβεβαιωθεί η υπερεπαναστατικότητα κάποιων σε μια σιχαμένη διαδικασία «αυτοδικαίωσης», όπου για να δικαιώσουμε τις ιδέες μας μπορούμε να καταστρέψουμε τον κόσμο… Σκεφτείτε το λίγο. Όμοια με το σταρ σύστεμ, όπου οι θαυμαστές της Μονρόε δεν θα της συγχωρούσαν ποτέ αν επέστρεφε γερασμένη, έτσι και κάποιοι αριστεροί θα έκαιγαν πρώτο τον Μαρξ ή τον Μπακούνιν στην πλατεία. Πώς τολμάς να μην είσαι στα μέτρα μας; «Μόνος αληθινός επαναστάτης ο Νετσάγιεφ! Μόνος αναλυτής ο Λαζόπουλος. Ουγκ!» Κι επειδή πάρα πολλοί από εσάς δεν έχουν καμιά επαφή με τη λαϊκή κουλτούρα, να σας πληροφορήσω (επειδή είναι μια κουλτούρα σκληρή) πως στα καφενεία ακούγονται πολύ ακραία πράγματα… Ο κόσμος πρώτη φορά ένιωσε εδώ και πολλά χρόνια πως χτυπήθηκαν δικοί του, και μιλάνε ακόμη και γι’ ακροβολισμένους ελεύθερους σκοπευτές σε μια από τις επόμενες φορές… Υπάρχει, φυσικά, απόσταση μεταξύ του λέω και το κάνω, μα όπως αυτή καλύφτηκε από τους «αντιεξουσιαστές» θα καλυφθεί κι από τους «απόκληρους»…

Όσο για μένα; Πρώτη φορά είδα τη μάνα μου να κλαίει με λυγμούς. Ίσως γιατί, από τις ελάχιστες εργατικές οικογένειες που συνάντησα στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς η δική μου, υπήρχαν μνήμες στο σπίτι από απεργίες που δεν μπορούσαν να γίνουν, από την αξιοπρέπεια που υποχωρούσε για ένα κομμάτι ψωμί, από τη ΔΕΗ που, αν δεν πληρωνόταν, εγώ θα διάβαζα ακόμη μια νύχτα κάτω από τη δημόσια λάμπα του δρόμου σ’ ένα δρόμο που ’χε την δική του ιστορία κι αυτός. Και γνώρισα σε μια ολόκληρη πορεία ζωής, δίχως ποτέ να μπω σε μηχανισμούς και να χρησιμοποιήσω το όποιο λέγειν μου για εξουσιαστικούς θώκους, την Αριστερά, «όπου η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα ήταν, λέει, αξία!». Κι αρνήθηκα να μετατρέψω τις πολιτικές διαφωνίες σε προσωπική απανθρωπιά. «Έμαθα την καλοσύνη από τη μάνα μου, όχι απ’ την Αριστερά», που φώναξε κι ο Καμύ. Υπήρξα «γεννημένη ένοχη». Μιλώντας αυτήν τη στιγμή επί προσωπικού, γυρνώντας στη Μνήμη (όπως και στα Θραύσματα, όπως και στην κριτική για τα ΑΕΙ παλιότερα, γιατί το μικροαστυλίκι, ένα φαινόμενο όχι ταξικό μα νοοτροπίας σε μια χώρα με ιδιαίτερες δομές όπως η Ελλάδα, το μυρίζομαι και μ’ αηδιάζει), δεν μιλώ για μένα στ’ αλήθεια. Μιλώ για (και τιμώ) την τάξη μου.

Το (μικρό) φως της κολόνας

«Άκου, Κινέλ, που σε αδειάσαν ζωντανό μα πεθαμένο σ’ ένα κρεβάτι κούνια, υπάρχει μονάχα ένα λεπτό στρώμα από συντετριμμένα φτερά ανάμεσα σε σένα και στη βαθιά άβυσσο, την τόσο όμοια με σένα», έγραψε ένας αμερικανός ποιητής τον καιρό που τα κινήματα μπορούσαν ακόμη να ονειρεύονται έναν άλλον κόσμο στην κείθε πλευρά του Ατλαντικού. Το ’ξερε πως το Φως από το σκοτάδι, είτε στο δρόμο που βολτάρουμε μέσα απ’ αυτές τις γραμμές είτε στην πιο «αστική» λεωφόρο του κόσμου, τα χωρίζει μια λεπτή γραμμή, κι ίσως καμία, αφού στο πρόσωπό μας συναντιούνται. Μα ο καθρέφτης δεν μας καθρεφτίζει πραγματικά. «Πραγματικά» όπως «πραγματικότητα»; Μα ακόμη και τις αναμνήσεις τις πλάθουμε μόνοι… Θα ’ρθει ο καιρός που θα λειανθούν οι μνήμες. Θα ’ρθει ο καιρός που «το; Κίνημα», για μία ακόμη φορά, θα τοποθετήσει και αυτό το χτύπημα ως προβοκατόρικο. Η κοινωνική συνοχή δομείται με πολύ όμοιο τρόπο τόσο εντός των αστών, όσο κι εντός των αρνητών τους. «Εμείς» εξ ορισμού δεν μπορούμε να είμαστε ένοχοι! Μόνο οι άλλοι, πάντα οι άλλοι. Δεν μας βαραίνουν λάθη ιστορικά, ή κακές στιγμές έστω, ούτε τώρα, ούτε στον εμφύλιο, ούτε στα νησιά (καημένε Άρη Αλεξάνδρου!), ούτε στο Μινιόν. Μια δήλωση ότι «εξ ορισμού» ο χώρος μας δεν μπορεί να έχει σχέση θα προβληθεί απ’ όσους πρέπει και θα σηκωθούμε ξεσκονίζοντας τον επαναστατικό μας ναρκισσισμό γι’ ακόμη μια φορά.

Όσο ζω, δεν θα ξεχάσω το συνδικαλιστή εκείνον που ωρυόταν μπροστά στη χαροκαμένη μάνα της Ζούλια «Πέστε, ρε αλήτες, στη μάνα πως είναι καλά το παιδί της!…». Θα μου πείτε «δεν ήξερε!». Μα ακριβώς γι’ αυτό δεν θα τον ξεχάσω! Γιατί ο ίδιος δεν σεβάστηκε το ότι δεν ήξερε! Σύμβολο μιας Αριστεράς που τοποθετείται συχνά στα πλέον σοβαρά (μπροστά στη μάνα…) χωρίς να ξέρει! Κι αλήθεια, αυτό το «αλήτες» σε ποιόν το απεύθυνε; Στον πυροσβέστη που πήγε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα κι έσκυβε το κεφάλι μπροστά στη μάνα μην ξέροντας τι να πει!

Και τα «επαναστατημένα παιδιά» θα εξακολουθήσουν να αναπαράγουν την ιεραρχία του κόσμου, αποδεχόμενα τον ηγετικό ρόλο της τάξης τους, με την αναπαραγωγή του μονίμως «καταγγελλόμενου» κόσμου μέσα από δυο κύριες μορφές. Οι έχοντες την πρωτοβουλία, οι «φωτισμένοι», οι κατέχοντες το «πολιτιστικό κεφάλαιο», θα εγείρονται ως πρωτοπορία παθητικοποιώντας τους προλετάριους «στο όνομα των οποίων δρούνε» και τον κατώτερο ρόλο των μη πεφωτισμένων. Κι από την άλλη, θα ξεγκαβλώνουν μονίμως στο κατώτερο υπηρετικό προσωπικό του συστήματός τους, τους «μπάτσους», επανεπιβεβαιώνοντας (σ’ αντίθεση ακόμη και με την 17Ν που χτυπούσε τους μπαμπάδες ή τους γειτόνους τους) την ιεραρχία του κόσμου.

Το πρόβλημα είναι πως αυτές οι παλιές τακτικές της γαλλικής λαιμητόμου, σ’ έναν κόσμο που δοξάζει μονίμως τον… Μαρά (!), εφαρμόζονται σ’ έναν κόσμο που αλλάζει. Κι αλλάζει με τρόπο που καμιά από τις εκφάνσεις της πολιτικής συντήρησης (δεξιάς, κεντρώας ή αριστερής) δεν μπορεί να το αντιληφθεί. Στο όνομα του κοινοτισμού, τα όποια καλά του αστικού κράτους (αυτά που θα ’πρεπε να βαθύνουμε και να γενικεύσουμε, ισχυριζόταν κάποτε ο κριτικά διακείμενος μαρξισμός) υποχωρούν και οι ποικιλώνυμοι φονταμενταλισμοί της οικονομίας ή της σαρίας (κι εντός Ευρώπης) σε λίγες δεκαετίες ίσως μιλούν για μια τερατογένεση που δεν σταμάτησε κανείς. Μια τερατογένεση που, κρυμμένη πίσω από απολιτίκ συνθήματα ενός γενικόλογου κι υποκριτικού σεβασμού που δεν κατανοεί διαλεκτικά τις μεταβολές, συντελείται όπως ποτέ πριν. Γιατί ναι μεν σωστά εντοπίζεται ότι ζούμε σε συνθήκες όμοιες με αυτές του μεσοπολέμου που γέννησαν τον φασισμό, μόνο που αδυνατούν να δουν πως απουσιάζει πια η κουλτούρα του μεσοπολέμου… Ο φασισμός που γεννιέται, αν έρθει, θα ’ρθει από την πόρτα που δεν το περιμένεις, και θα ναι πρωτόφαντος…

Ή αλλιώς, «αν με φωνάξουν προβοκάτορα, μην τους πιστέψεις», που έγραφε στα τελευταία της κι η απογοητευμένη Γώγου (τη θυμούνται επιλεκτικά κι αυτήν κάποιοι, τόσο επιλεκτικά όσο τις επιστολές της αλησμόνητης της Γκουλιώνη, κόψε-ράψε, όσο και τις δηλώσεις της υπέροχης Κούνεβα). Ο Στάλιν φορούσε μαύρα τελικά… Αλλά φορά και «ροζ». Η «ανανεωτική Αριστερά», μονίμως εκπορνευόμενη προς το ΠΑΣΟΚ ή το ΚΚΕ ή τους νετσαγιεφικούς αριστεριστές, μονίμως απολογούμενη στα γκρουπούσκουλα και όχι στην κοινωνία, ετεροκαθοριζόμενη από αυτούς, δεν είχε ούτε ένα μέγεθος (και χρειαζόταν μέτριο μέγεθος…) για να σηκωθεί, να οριοθετήσει και να υπερασπιστεί το χώρο της στ’ αλήθεια… Θυμάμαι το «δέος» μου σαν πρωτοέμπαινα στο χώρο… Ή πάρτε επιτέλους πιο ΔΥΝΑΤΗ θέση όσοι κι όσες στα όργανα μιλάτε ή ΑΜΕΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΜΕΡΙΚΟΙ!

Οι αθώοι της χιλιόχρονης διαδρομής

Αν έχουμε ανάγκη μια διέξοδο (και πόσο την έχουμε ανάγκη!) κι αν ψάχνουμε να βρούμε φτερά, ίσως πρέπει ν’ ανακατέψουμε απ’ την αρχή την τράπουλα. Ακόμη και ν’ αλλάξουμε χαρτιά. Μέσα σε μυριάδες συμβιβασμούς, αντιφάσεις, αντιθέσεις, υπαρκτές συντηρητικές επιλογές, μαλακισμένες νοοτροπίες κ.λπ., υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που δεν εκχωρεί το δικαίωμα εκπροσώπησής του σε κανέναν. Αλλά αληθινά σε κανέναν, δήθεν αντιεξουσιαστές «μου». Το σύστημα πάντα θα εξαγοράζει τους «ταλαντούχους», έγραψε ο Όργουελ στο Πεθαίνοντας στην Καταλονία. Ή θα αναπαράγεται από αυτούς, θα προσθέταμε. Ζήσαμε και ζούμε εσωτερικές ιεραρχίες μέσα στις δομές της Αριστεράς (διεκδικώ τα πρώτα μηνύματα που γράφτηκαν για τις καθαρίστριες στο ΑΠΘ και κατάγγελλαν – ένα φαινόμενο τόσο όμοιο με την έλλειψη εξέγερσης για το Αφγανάκι! – μια Αριστερά μονίμως αλληλέγγυα στους διανοούμενους καθηγητές «της» και μονίμως αδιάφορη στις καθαρίστριές «τους», να ’χουν σταλεί από μένα στη λίστα χρόνια πριν την Κούνεβα), ζήσαμε και ζούμε και κορπορατισμούς και νεποτισμούς και μηχανισμούς εντός των κομμάτων ή των οργανώσεών «μας», κι είχαμε κι έχουμε πολλές «ξανθιές» με εντυπωσιακά τσιτάτα στους κόλπους μας. Αλλά «η ελπίδα θα έρθει από τους απόκληρους, έγραψε ο Όργουελ. Γιατί είναι όπως το φυτό, που η ανάγκη του (ό,τι πιο γνήσιο σε έναν κόσμο δήθεν) το ωθεί να προσπαθεί να βρει πάντοτε τον Ήλιο». Αν και όταν θα ’ρθει η ώρα (αργεί ακόμη και θα ’ρθει δίχως σχεδία καμιά, δυστυχώς) ξύλο (και θυμηθείτε το!) θα φάνε όλοι ανεξαιρέτως οι χώροι (ακόμη κι όταν όντως δεν υπάρχει σε καμιά περίπτωση ισομέρεια ευθυνών), γιατί όλοι θεωρούνται και είναι μέρος του προβλήματος, και όχι της λύσης. Μην αυτοβαυκαλίζεστε λοιπόν… Το ποτάμι που φουσκώνει δεν το βλέπει με καλό μάτι κανένας! Κι έτσι φτάνουμε στο αξιότερο, αν και πιο επώδυνο, πολιτικό στοίχημα των καιρών. Την απελευθέρωση της κοινωνικής Αριστεράς (όλο αυτό το μόρφωμα που περιγράψαμε) από τους νταβατζήδες της πολιτικής Αριστεράς! Υπάρχει κόσμος έντιμος (σε δομές ή στη διανόηση ή στην εργασία) που, παρόλο που δεν μπορεί να μιλήσει για λόγους που είναι σεβαστοί (κάτι μεταξύ εργοδοτικού και πολιτικού εκβιασμού), γνωρίζει. Κι αγωνιά. Σε μια διαδικασία με χιλιάδες πισωγυρίσματα, δεν έχεις και πολλές λύσεις. Αν έξω απ’ το μαντρί σε περιμένει ο λύκος, μέσα σε περιμένει η λεπίδα του τσομπάνη. Κι ο λύκος με τον τσομπάνη πάντα μοιράζουν επί του (δήθεν) δημοσίου κέρδους ποσοστά… Κι όταν στήνεται το σκηνικό ώστε το πρόβατο «να φύγει», «φταίει πάντοτε αυτό»! «Εμ! Δεν στα ’λεγα εγώ πως το πρόβατο αυτό ήταν (ιδεολογικά κυρίως!) «μολυσμένο;». Η ελπίδα απέναντι σε αυτά τα «στα ’λεγα» φαίνεται σε τόσες (κατά τόπους και θεματικές) κινήσεις που σαν τα λουλούδια της ερήμου φυτρώνουν σε περίοδο γενικευμένης ξηρασίας, αφήνοντας όλους κι όλες μας να τις «μεταφράζουμε» όπως μπορούμε, κι ας μην κατέχουμε τη γλώσσα τους πραγματικά… Ακόμη δεν το ’χω βρει, μα έφτασα στο συμπέρασμα πως το αληθινά προοδευτικό στην εποχή μας είναι αυτό που θα με/μας εκπλήξει επιτέλους! Όλα τα άλλα στο επίπεδο της πρακτικής ή της δημόσιας τοποθέτησης τα ’χουμε τόσο ζήσει, που τα ξέρουμε πριν γραφτούν. Λίγο φρέσκο αέρα, ρε παιδιά… Λίγο πανιά στο πέλαγος, γαμώ τα γνωστά λιμάνια!

Αλλά, αυτά τα φαινόμενα δεν μπορούν να μας αφορούν, αφού είμαστε εξ ορισμού «υπεράνω», εξ ορισμού «αθώοι». Κι όμως, «ξεχνάμε» πως ο φασισμός δεν στηρίχθηκε στο ότι οι Εβραίοι (κι όχι μόνο) ήταν ένοχοι, μα στο ότι οι Γερμανοί ήταν «αθώοι», κι άρα δικαιωματικοί κριτές και δικαστές. Όσο κι οι «αντιεξουσιαστές», που με το hit and run αποφάσισαν και έκριναν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει στη Σταδίου… Οι αθώοι είναι εξ ορισμού στην αυτοεικόνα τους αήττητοι, άσπιλοι. Κι όπως νιώθουν ηθικά ανώτεροι/ες, αφού νιώθουν αυτόκλητα ότι «θυσιάζουν» πράγματα, έχουν πια εισχωρήσει στον χώρο των Ζηλωτών, που στο όνομα του Θεού (ή του Λαού), εννοιών που ούτε οι μεν ούτε οι δε(ν) κατανοούν πραγματικά, στήνουνε πάντα «γκιλοτίνες». Το ρολόι του κόσμου σημαδεύει μόνιμα την ίδια ώρα. Την ώρα που τους αναλώσιμους (κι όχι γενικά τους διαφορετικούς, γ… τον κοινοτισμό μας!) σκοτώνουν… Τελικά, κακά τα ψέματα. Αν ο (πώς θα καταργούσε ο κομμουνισμός τον σοσιαλισμό ως το ανώτερο στάδιό του;) καταργημένος από τον αδηφάγο νεοφιλελευθερισμό καπιταλισμός (και σιγά μην υπήρχε μόνο ένα είδος) είχε αντέξει κάποιους αιώνες παραπάνω απ’ όλα τα άλλα συστήματα, δεν ήταν φυσικά γιατί ήταν καλύτερος, όπως ψιθύριζαν και ψιθυρίζουν τα «παπαγαλάκια του», ήταν γιατί υπήρξε λιγότερο υποκριτικός… Και δημιουργούσε ανθρώπους που δοσμένοι στα ένστικτά τους ήταν πρόθυμοι «να φάνε». Αλλά οι καθαροί (οι θρησκόληπτοι παρθένοι με τους μπαλτάδες απέναντι στα γυμνά αγάλματα των εθνικών, μέχρι τις εκκαθαρίσεις των χιτλερικών ή τις διώξεις σταλινικών ή τις μολότοφ των αντιεξουσιαστών) θέλουν «να σε φάνε». Το αποτρόπαιο περιστατικό της Marfin υπενθύμισε για άλλη μια φορά στην ιστορία του κόσμου (και πόσο δίκιο είχε ο Κανέτι που επιβίωσε από τα στρατόπεδα του θανάτου μιλώντας για τους «επιζήσαντες») πως οι «ένοχοι» συμβάλλουν στην αισχροποίηση του κόσμου. Και δικαίως τους έχουμε απέναντι. Αλλά «οι αθώοι» συμβάλλουν στην καταδίκη του.

Υ.Γ. 5.5.2010: Εγώ δεν θα ξεχάσω. Κι ακόμη περισσότερο, δεν θα σας εκχωρήσω τη Μνήμη μου! (Ούτε την ενεργητικότητα μου σε αδιέξοδους «διαλόγους» με «αήττητους». Ωριμάζουμε…) Ραντεβού με τον κόσμο της εργασίας στην επόμενη Μεγάλη Διαδήλωση, που δεν πρέπει ν’ αργήσει.

Ελένη Καρασαββίδου-Κάππα (Θεσσαλονίκη, 1972). Δασκάλα και συγγραφέας. Έχει γράψει τέσσερα βιβλία και πολλά άρθρα και δοκίμια. Συμμετέχει έμπρακτα σε πολιτικούς φορείς διεθνώς και σε κοινωνικά κινήματα. Συνδημιουργός του διαδικτυακού τόπου http://www.agitprop.gr/.